Ήταν ένας βασιλιάς που είχε αιπνύες. Έτσι για να μπορεί να κοιμάται διέταξε από της 8 το πρωί μέχρι της 10 το βράδυ να μην μιλάει κανείς. Την άλλη μέρα το πρωί ακούγεται μια φωνή: - Εδώ τα καλά κεράσια. Αμέσως πάνε και τον πιάνουν οι υπήκοοι του βασιλιά και του λένε: - Τώρα, για αυτό που έκανες πρέπει να τιμωρηθείς. Έτσι αρχίζουν να του βάζουν τα κεράσια στον κώλο. Αυτός όμως είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. - Γιατί γελάς; τον ρωτάνε οι υπήκοοι. Αυτός κατακόκκινος από τα γέλια τους απαντάει: - Σκέφτομαι τον αδερφό μου που πιάνει δουλειά αύριο και πουλάει καρπούζια!
Ήταν ένας βασιλιάς που είχε αιπνύες. Έτσι για να μπορεί να κοιμάται διέταξε από της 8 το πρωί μέχρι της 10 το βράδυ να μην μιλάει κανείς.
Την άλλη μέρα το πρωί ακούγεται μια φωνή:
- Εδώ τα καλά κεράσια.
Αμέσως πάνε και τον πιάνουν οι υπήκοοι του βασιλιά και του λένε:
- Τώρα, για αυτό που έκανες πρέπει να τιμωρηθείς.
Έτσι αρχίζουν να του βάζουν τα κεράσια στον κώλο. Αυτός όμως είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια.
- Γιατί γελάς; τον ρωτάνε οι υπήκοοι.
Αυτός κατακόκκινος από τα γέλια τους απαντάει:
- Σκέφτομαι τον αδερφό μου που πιάνει δουλειά αύριο και πουλάει καρπούζια!