Πήρα fax : Tο κατάλαβα. Μπάρκουλης είσαι; : Είσαι τρελός. Βισματώθηκα : Έχω πολύ δουλειά. Ποδανά : Διάλεκτος των νέων. ( ανάποδα ) Η goa : Η rave γκόμενα. Έφαγα ήττα : Έπαθα σοκ. Στην πίπα σου : Βούλωστο. Την είδα Σορίν Ματέι : Έγινα πολύ κακός. Μάτσας : Προδότης. Με έδωσες : Με πρόδωσες. Pamela : Η γυναίκα με το μεγάλο μπαλκόνι. Κόντρα πλακέ : Η γυναίκα με το μικρό μπαλκόνι. Σοβάτισμα : Ο αυνανισμός. (πεοπαλινδρόμηση) Τον σακουλιάσανε : Τον πιάσανε, τον συλλάβανε. Έφαγα φλας : Μου ήρθε ξαφνικά. Κουκουρούκου : Δεν μπορούμε να Συνεννοηθούμε. Τα πήρα στο κρανίο : Νευρίασα. Μαδομούνι γίνετε : Τσακώνονται γκόμενες. Στην ψύχρα : Στα ίσια, κατάμουτρα. Χιόνι : Ασταθής χαρακτήρας. Ο ακάλυπτος : Ο καραφλός. Φλάσαρα : Μου ήρθε απότομα. Κατέβασα παροχή : Αδιαφόρησα. Τον έκανε εμετό : Τον τρέλανε. Σπερματοκτόνο : απλησίαστη γκόμενα. Μαρς : Ορμά. Έγινα παζλ, χώμα : Κουράστηκα. Βγάζω φανέλα, εφημερίδα : Διαδίδω. Σαλούφα, μπακατέλα : άσχημη γκόμενα. Νταλίκα : Αντρογκόμενα. Μπερκέτι : Πάρα πολύ καλό Τσάγια ,Τσίου : άντε γεια. Κόλλησα : Κόλλησε το μυαλό μου. Ο καρεκλάς : Ο βλάκας. Φλόμπα : Ελεεινή γκόμενα. Ο φιδέμπορας : Ο ψεύτης, ο απατεώνας. Ο γκλίτσας : Ο βλάχος. Τη σούταρα : Την έδιωξα. Έφαγα πίκρα : Απογοητεύτηκα. Absolut : H γκομενάρα. Είναι φτέλι : Είναι ξεφτιλισμένη. Παλεύουμε; : To λες αν δεις χοντρή γκόμενα. Μπουρούχα : Η άσχημη γκόμενα. Φρικάρισα : Τρελλάθηκα. Ξέρει γαλλικά και πιάνο : Αυτός που μιλάει αισχρά. Μην καρφώνεσαι : Μην προδίδεσαι. Κάνει τον κινέζο : Κάνει πως δεν ξέρει. Κάνει τον Σημίτη : Το ίδιο με το παραπάνω. Φατσοκόφτης : Ο πορτιέρης των club. Κουραδοκόφτης : Το τάγκα εσώρουχο. Ο σπινταριστός : Ο βιαστικός. Τον κόβω : Τον κοιτάω. Ρετάρισα : Χάζεψα. Τα είδα όλα : Έμεινα έκπληκτος. Είναι ρούχλας : Είναι τεμπέλης. Γιάφκα : Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι. Έκλεισε η φάση : Κανονίστηκε. Την κάτσαμε : Την πατήσαμε. Βούλγαρος : Φίλαθλος του ΠΑΟΚ. Γαύρος : Φίλαθλος του Ολυμπιακού. Βαζέλας : Φίλαθλος του Παναθηναϊκού. Χανούμισσα : Φίλαθλος της ΑΕΚ. Λέμε- και εννοούμε. Χάλιας , χαλές , μανιαμούνιας : χαζογκόμενος. Καλώς τον αδελφό Ξεφτίλα : καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής. Ξελαμπικάρω : ξεδίνω. Κάνε την , κόψε λάσπη , στρίβε : άδειασέ μας τη γωνιά. Έφαγα αγγούρι / παλούκι : είχα πολύ δουλειά. Τα βρήκα μπαστούνια : δυσκολεύτηκα. Τα στύλωσα : πεισμάτωσα. Την τίλιασα : έφαγα μέχρι σκασμού. Έπαθα νίλα : την πάτησα. Έχω δόντι : έχω μέσον. Με κάρφωσες , με έδωσες , μου έκανες ματσακονιά : με πρόδωσες. Πήγα για χόρτα , ή για μπίζα : την πάτησα. Τον χόρεψε , τον έστειλε για τσάϊ : τον τρέλανε. Ψιλικοκό , μανόγαλο : αυνανισμός. Μπουζουριάζω , κάνω τσακωτό , φακώνω : συλλαμβάνω , πιάνω κάποιον. Αμπλα - ούμπλα : ασυνεννοησία. Πήρα κρανιωδώς , άναψαν κόκκινα : τσαντίστηκα. Στην ξεφτίλα : πολύ φτηνά , ή πολύ εύκολα. Η γκόμενα είναι " γεια σου " , ή " όπου " : είναι απλησίαστη. Παντόφλα , τάβλα : γυναίκα με μικρό στήθος. Μπεμπέκα : αντρογυναίκα. Καϊνάρι : στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα. Ταλιατέλα : πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία. Σουρωτήρι , χωνί , αέρα - πατέρα , σταθμός υπεραστικών : γκόμενα χαμηλών ηθών. Κατά του απέναντι στόχου βά - λααα - τε : ορμά. Χάλασε το γρανάζι : κόλλησε το μυαλό μου. Αγρότης : αγροτικό αυτοκίνητο. Στόκος , bridge : ο κολλημένος. (Κα)ρέκλας , ρεμπεσκές , ρούχλας : ο τεμπέλης. Φεύγας , στροφίγγος : ο ασταθής τύπος. Μάρτυρας του Αυνάν : ο μαλάκας. Φευγάτος : ο παλαβός. Εξάτμιση : ο πούστης. Καμπριολέ , γκάμπριο , πλατείας : καραφλός. Γιαούρτογλου , καραγκιοζοplayer : βλάκας , πανηλίθιος. Καλώς το Ντάτσουν , καλώς τα ζαντολάστιχα : καλώς το βλάχο. Αργύρης Χαλιλόπουλος , Χαλίλης , Γιαχαμπίμπης Γιαλελέλης : ο βλάχος που φορά ένα κάρο χρυσά τιμαλφή. Ρόδας , γκάζιας , γκαζοφονιάς : μηχανόβιος. Δίνω πασαπόρτι : διώχνω. Την κάνω μπραφ : την κοπανάω. Κάνω πάσα : στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον. Έλα γεια : παράτα τα. Έπαθα φρίκη , παρέδωσα πνεύμα , όλα είδον : τα έφτυσα. Βάζω γκολ : τα καταφέρνω. Έκατσε , ή (αγ)κάλιασε η φάση : κανονίστηκε. Τσίσους Κράϊστ ( Chesus Сhrisт ) , χεσμένος : αυτός που έχει πιει πολύ Τσίσα : τέλος.
Πήρα fax : Tο κατάλαβα.
Μπάρκουλης είσαι; : Είσαι τρελός.
Βισματώθηκα : Έχω πολύ δουλειά.
Ποδανά : Διάλεκτος των νέων. ( ανάποδα )
Η goa : Η rave γκόμενα.
Έφαγα ήττα : Έπαθα σοκ.
Στην πίπα σου : Βούλωστο.
Την είδα Σορίν Ματέι : Έγινα πολύ κακός.
Μάτσας : Προδότης.
Με έδωσες : Με πρόδωσες.
Pamela : Η γυναίκα με το μεγάλο μπαλκόνι.
Κόντρα πλακέ : Η γυναίκα με το μικρό μπαλκόνι.
Σοβάτισμα : Ο αυνανισμός. (πεοπαλινδρόμηση)
Τον σακουλιάσανε : Τον πιάσανε, τον συλλάβανε.
Έφαγα φλας : Μου ήρθε ξαφνικά.
Κουκουρούκου : Δεν μπορούμε να Συνεννοηθούμε.
Τα πήρα στο κρανίο : Νευρίασα.
Μαδομούνι γίνετε : Τσακώνονται γκόμενες.
Στην ψύχρα : Στα ίσια, κατάμουτρα.
Χιόνι : Ασταθής χαρακτήρας.
Ο ακάλυπτος : Ο καραφλός.
Φλάσαρα : Μου ήρθε απότομα.
Κατέβασα παροχή : Αδιαφόρησα.
Τον έκανε εμετό : Τον τρέλανε.
Σπερματοκτόνο : απλησίαστη γκόμενα.
Μαρς : Ορμά.
Έγινα παζλ, χώμα : Κουράστηκα.
Βγάζω φανέλα, εφημερίδα : Διαδίδω.
Σαλούφα, μπακατέλα : άσχημη γκόμενα.
Νταλίκα : Αντρογκόμενα.
Μπερκέτι : Πάρα πολύ καλό
Τσάγια ,Τσίου : άντε γεια.
Κόλλησα : Κόλλησε το μυαλό μου.
Ο καρεκλάς : Ο βλάκας.
Φλόμπα : Ελεεινή γκόμενα.
Ο φιδέμπορας : Ο ψεύτης, ο απατεώνας.
Ο γκλίτσας : Ο βλάχος.
Τη σούταρα : Την έδιωξα.
Έφαγα πίκρα : Απογοητεύτηκα.
Absolut : H γκομενάρα.
Είναι φτέλι : Είναι ξεφτιλισμένη.
Παλεύουμε; : To λες αν δεις χοντρή γκόμενα.
Μπουρούχα : Η άσχημη γκόμενα.
Φρικάρισα : Τρελλάθηκα.
Ξέρει γαλλικά και πιάνο : Αυτός που μιλάει αισχρά.
Μην καρφώνεσαι : Μην προδίδεσαι.
Κάνει τον κινέζο : Κάνει πως δεν ξέρει.
Κάνει τον Σημίτη : Το ίδιο με το παραπάνω.
Φατσοκόφτης : Ο πορτιέρης των club.
Κουραδοκόφτης : Το τάγκα εσώρουχο.
Ο σπινταριστός : Ο βιαστικός.
Τον κόβω : Τον κοιτάω.
Ρετάρισα : Χάζεψα.
Τα είδα όλα : Έμεινα έκπληκτος.
Είναι ρούχλας : Είναι τεμπέλης.
Γιάφκα : Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι.
Έκλεισε η φάση : Κανονίστηκε.
Την κάτσαμε : Την πατήσαμε.
Βούλγαρος : Φίλαθλος του ΠΑΟΚ.
Γαύρος : Φίλαθλος του Ολυμπιακού.
Βαζέλας : Φίλαθλος του Παναθηναϊκού.
Χανούμισσα : Φίλαθλος της ΑΕΚ.
Λέμε- και εννοούμε.
Χάλιας , χαλές , μανιαμούνιας : χαζογκόμενος.
Καλώς τον αδελφό Ξεφτίλα : καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής.
Ξελαμπικάρω : ξεδίνω.
Κάνε την , κόψε λάσπη , στρίβε : άδειασέ μας τη γωνιά.
Έφαγα αγγούρι / παλούκι : είχα πολύ δουλειά.
Τα βρήκα μπαστούνια : δυσκολεύτηκα.
Τα στύλωσα : πεισμάτωσα.
Την τίλιασα : έφαγα μέχρι σκασμού.
Έπαθα νίλα : την πάτησα.
Έχω δόντι : έχω μέσον.
Με κάρφωσες , με έδωσες , μου έκανες ματσακονιά : με πρόδωσες.
Πήγα για χόρτα , ή για μπίζα : την πάτησα.
Τον χόρεψε , τον έστειλε για τσάϊ : τον τρέλανε.
Ψιλικοκό , μανόγαλο : αυνανισμός.
Μπουζουριάζω , κάνω τσακωτό , φακώνω : συλλαμβάνω , πιάνω κάποιον.
Αμπλα - ούμπλα : ασυνεννοησία.
Πήρα κρανιωδώς , άναψαν κόκκινα : τσαντίστηκα.
Στην ξεφτίλα : πολύ φτηνά , ή πολύ εύκολα.
Η γκόμενα είναι " γεια σου " , ή " όπου " : είναι απλησίαστη.
Παντόφλα , τάβλα : γυναίκα με μικρό στήθος.
Μπεμπέκα : αντρογυναίκα.
Καϊνάρι : στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα.
Ταλιατέλα : πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία.
Σουρωτήρι , χωνί , αέρα - πατέρα , σταθμός υπεραστικών : γκόμενα χαμηλών ηθών.
Κατά του απέναντι στόχου βά - λααα - τε : ορμά.
Χάλασε το γρανάζι : κόλλησε το μυαλό μου.
Αγρότης : αγροτικό αυτοκίνητο.
Στόκος , bridge : ο κολλημένος.
(Κα)ρέκλας , ρεμπεσκές , ρούχλας : ο τεμπέλης.
Φεύγας , στροφίγγος : ο ασταθής τύπος.
Μάρτυρας του Αυνάν : ο μαλάκας.
Φευγάτος : ο παλαβός.
Εξάτμιση : ο πούστης.
Καμπριολέ , γκάμπριο , πλατείας : καραφλός.
Γιαούρτογλου , καραγκιοζοplayer : βλάκας , πανηλίθιος.
Καλώς το Ντάτσουν , καλώς τα ζαντολάστιχα : καλώς το βλάχο.
Αργύρης Χαλιλόπουλος , Χαλίλης , Γιαχαμπίμπης Γιαλελέλης : ο βλάχος που φορά ένα κάρο χρυσά τιμαλφή.
Ρόδας , γκάζιας , γκαζοφονιάς : μηχανόβιος.
Δίνω πασαπόρτι : διώχνω.
Την κάνω μπραφ : την κοπανάω.
Κάνω πάσα : στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον.
Έλα γεια : παράτα τα.
Έπαθα φρίκη , παρέδωσα πνεύμα , όλα είδον : τα έφτυσα.
Βάζω γκολ : τα καταφέρνω.
Έκατσε , ή (αγ)κάλιασε η φάση : κανονίστηκε.
Τσίσους Κράϊστ ( Chesus Сhrisт ) , χεσμένος : αυτός που έχει πιει πολύ
Τσίσα : τέλος.