Skip to main content
Και ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα...
Ο Θεός του είπε:
- Αδάμ, πέρνα αυτή την κοιλάδα.
Ο Αδάμ ρώτησε:
- Τι είναι κοιλάδα, Κύριε ;
Και ο Θεός του εξήγησε...
Μετά ο Θεός του είπε:
- Αδάμ, πέρνα το ποτάμι.
Και ο Αδάμ ρώτησε:
- Τι είναι ποτάμι, Κύριε ;
Και ο Θεός του εξήγησε...
Μετά ο Θεός είπε:
- Αδάμ, ανέβα αυτό το βουνό.
Και ο Αδάμ ρώτησε:
- Τι είναι βουνό, Κύριε ;
Και ο Θεός του εξήγησε...
Μετά ο Θεός του είπε:
- Αφού περάσεις το βουνό, θα βρεις μια σπηλιά...
Και ο Αδάμ ρώτησε:
- Τι είναι σπηλιά, Κύριε ;
Και ο Θεός του εξήγησε...
Μετά ο Θεός του είπε:
- Μέσα στη σπηλιά θα βρεις μια γυναίκα...
Και ο Αδάμ ρώτησε:
- Τι είναι γυναίκα, Κύριε ;
Και ο Θεός του εξήγησε...
Μετά ο Θεός του είπε:
- Θέλω να αναπαραχθείς.
Και ο Αδάμ ρώτησε:
- Πώς γίνεται η αναπαραγωγή, Κύριε ;
Και για μια ακόμη φορά, ο Θεός του εξήγησε...
Έτσι λοιπόν ο Αδάμ περπάτησε...
Πέρασε την κοιλάδα, πέρασε το ποτάμι, ανέβηκε το βουνό, μπήκε στη σπηλιά, συνάντησε τη γυναίκα, και πέντε λεπτά αργότερα ήταν κιόλας έξω...
Ο Θεός ελαφρώς εκνευρισμένος, τον ρωτάει:
- Μα τι συμβαίνει ;
Και ο Αδάμ τον ρωτάει:
- Κύριε, τι είναι ημικρανία;
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα πολύ μικρό χωριουδάκι ζούσε μια γεροντοκόρη, 85 Μαΐων, που ήταν ακόμη παρθένα, παρόλα τα χρονάκια της.
Ήταν πολύ περήφανη για το γεγονός ότι δεν είχε χάσει την παρθενιά της και επειδή καταλάβαινε ότι δεν είχε πολύ να ζήσει ακόμη, πήγε και βρήκε το νεκροθάφτη και του είπε ότι η επιθυμία της ήταν, όταν πέθαινε, να γράφανε πάνω στην ταφόπλακα τα εξής:
- «Γεννήθηκε παρθένα, έζησε παρθένα και πέθανε παρθένα».
Κανόνισε και τους λογαριασμούς της μαζί του και έφυγε.
Όταν, μετά από ένα διάστημα, πέθανε η παρθένα, ο νεκροθάφτης είπε στους παραγιούς του τι ήθελε να της γράψουν πάνω στην ταφόπλακα κι έφυγε, για να τους αφήσει να κάνουν τη δουλειά.
Επειδή όμως βαριόντουσαν εκείνοι και βρήκαν την επιγραφή πολύ μεγάλη, σκάλισαν πάνω στην πέτρα:
- «Επιστρέφεται χωρίς να ανοιχτεί».
Ήταν ένα αντρόγυνο και μια φορά η γυναίκα ρωτάει τον άντρα:
- Τι θα έκανες αν πέθαινα;
- Τι εννοείς τι θα έκανα; απαντά εκείνος.
- Θα ξαναπαντρευόσουν;
- Όχι, βέβαια, λέει εκείνος.
- Μα δεν σ αρέσει να είσαι παντρεμένος;
- Ε, μ αρέσει.
- Τότε γιατί δεν θα ξαναπαντρευόσουν;
- Ε, καλά θα ξαναπαντρευόμουν.
- Και θα κοιμόσουν στο κρεβάτι μας;
- Ε, ναι θα κοιμόμουν νομίζω.
- Αχα, λέει η γυναίκα του. Και θα την άφηνες να φοράει τα παλιά μου ρούχα;
- Αν εκείνη το επιθυμούσε, νομίζω πως ναι.
- Αλήθεια; Και θα έπαιρνες όλες τις φωτογραφίες μου και θα τις άλλαζες με δικές της;
- Ε, μάλλον έτσι θα έκανα. Αυτό πρέπει να είναι και το σωστό.
- Έτσι ε; Και θα την άφηνες να παίζει με τα μπαστούνια μου του γκολφ;
- Όχι, βέβαια, απαντά εκείνος. Είναι αριστερόχειρας...