Πος σε ένα bar, κατά τις 11:00 το βράδυ, κάθεται και λέει στον barman:
- "Ένα ουίσκι με πάγο παρακαλώ"
- "Μάλιστα κύριε -ορίστε- το ποτό σας κάνει 50 δρχ!"
Τρελαμένος ο τύπος του λέει:
- "Μόνο 50 δρχ;"
- "Μάλιστα κύριε!" Μετά από κανένα 10λεπτο ξαναλέει ο πελάτης:
- "Μεγάλε πιάσε άλλο ένα ουίσκι."
- "Ορίστε κύριε -50 δρχ. έχει το ποτό σας" Ξανατρελαίνεται ο φίλος της ιστορίας μας αλλά -χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα- συνέχισε κανονικά το ποτό του. Το ίδιο σκηνικό συνεχίστηκε γύρω στις 10 φορές μέχρι που άρχισε να τρελαίνεται με τη συμπεριφορά το barman και έτσι τον ρωτά:
- Που είναι το αφεντικό σου; Θέλω να δω το αφεντικό σου! Πολύ ψύχραιμα ο barman του απαντάει:
- "Δεν γίνεται να το δείτε αυτή τη στιγμή, γιατί είναι "μέσα" και γαμάει τη γυναίκα μου!" Στα όρια της αυτοκτονίας ο πελάτης ρωτάει:
- "Καλά ρε, και σύ τι στο διάολο κάνεις εδώ;"
- "Του γαμάω την επιχείρηση, κύριε!"
Ήταν ένας ιππότης που ζούσε με τη γυναίκα του και τους υπηρέτες του στο μεγάλο πύργο του. Κάποτε τον κάλεσε ο βασιλιάς να πάρει μέρος σε μια σταυροφορία.
Μαζεύει λοιπόν τα πράγματα του, κλειδώνει και τη γυναίκα του με ζώνη αγνότητας και καλεί τον πιο έμπιστο υπηρέτη του και του λέει:
- "Σου εμπιστεύομαι το κλειδί της ζώνης αγνότητας της γυναίκας μου. Αν δε γυρίσω μέσα σε ένα χρόνο θα πει πως έχω σκοτωθεί, ξεκλείδωσε την τότε να πορευθεί."
Ξεκινάει για το ταξίδι και μετά από λίγο βλέπει πίσω του ένα άλογο να καλπάζει προς το μέρος του και ακούει τη φωνή του υπηρέτη του να του φωνάζει:
- " Αφεντικό! αφεντικό! Μου `δωσες λάθος κλειδί!"
Μια μέρα μπαίνουν μέσα σε μια τράπεζα δύο τύποι και φωνάζουν:
- "Ψιλά τα χέρια ληστεία".
Ο ένας ήταν το αφεντικό και ο άλλος ο βοηθός. Ξαφνικά λέει το αφεντικό στον βοηθό:
- "Βάλτους όλους στην άκρη με τα χέρια ψιλά".
Εν το μεταξύ ανάμεσα στο πλήθος υπήρχε και μια γριούλα. Ο βοηθός απαντάει:
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
Και το αφεντικό απαντά:
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Σε λίγο λέει:
- "Πάρε από όλους ότι χρήματα έχουν πάνω τους και ότι πολύτιμο αντικείμενο".
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Τέλος το αφεντικό προστάζει για τελευταία φορά το βοηθό:
- "Στήσε όλες τις γυναίκες στον τοίχο για να έρθω να τις γαμήσω όλες από μπρος και από πίσω".
Και ο βοηθός:
- "Και τη γριούλα αφεντικό;"
Και η γριούλα.
- "Και τη γριούλα μαλάκα".
Μια μέρα του καλοκαιριού ήταν στην παραλία ένας Αγγλος, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας. Ξαφνικά ήρθε ένας μαυροφορεμένος άνθρωπος και τους είπε:
- Είμαι ο Χάρος, ήρθε η ώρα σας.
- Μα γιατί; Είμαστε νέοι ακόμα!
- Καλά, θα σας δώσω μία τελευταία ευκερία. Ένας ένας θα πετάξει και από ένα αντικείμενο στη θάλασσα, θα στείλω τους βοηθούς μου τα Χαράκια να το βρουν!
Αμα το βρουν θα σας κόψω το κεφάλι, άμα δεν το βρουν θα σας χαρίσω τη ζωή σας.
Πάει ο Αγγλος σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται και τελικά κάτι έριξε.
Έστειλε ο Χάρος τους βοηθούς του και μετά από περίπου 1 ώρα ήρθαν και τον ρώτησαν:
- Δικό σου είναι αυτό το κουμπί;
- Ναι.
Χρακ το κεφάλι!
Πάει ο Γάλλος σκέφτεται, σκέφτεται, σκέφτεται και τελικά κάτι έριξε.
Στέλνει ο Χάρος τους βοηθούς του, και μετά από 2 ώρες ήρθαν και ρώτησαν τον Γάλλο:
- Δική σου είναι αυτή η τρίχα;
- Ναι
Χρακ το κεφάλι!
Πάει και ο Έλληνας σκέφτεται, σκέφεται, σκέφτεται. Τελικά κάτι έριξε κάτι και ο Έλληνας.
Έστειλε ο Χάρος τους βοηθούς του και περιμένει, περιμένει και μετά από 5 ώρες ήρθαν και είπαν στο Χάρο:
- Αφεντικό, δεν βρήκαμε τίποτα.
Και τότε ο Χάρος στον Έλληνα:
- Καλά! Σου χαρίσω τη ζωή σου. Αλλά πές μου, τι στο καλό έριξες;
Και ο Έλληνας απαντά με καμάρι:
- Ένα ντεπόν αναβράζον!
Κλασικός λαϊκός χασάπης (μουστακαλής, μάγκας κτλ) ξεκοκαλίζει ένα μοσχάρι. Φωνάζει τον μικρό του μαγαζιού και τον λέει επιτακτικά:
Πάρε αυτά τα φιλέτα και πήγαινε τα στην κυρά σου για να τα φάμε το μεσημέρι.
Σφήνα ο μικρός πηγαίνει στο σπίτι του αφεντικού, ανοίγει την πόρτα, ακούει θορύβους από την κρεβατοκάμαρα. Σιγά σιγά πηγαίνει και βλέπει την γυναίκα του αφεντικού να πηδ**ται με έναν άγνωστο τύπο. Τροχάδην επιστροφή στο χασάπικο το οποίο σημειώτεον είναι γεμάτο πελάτες και λέει στο αφεντικό:
Αφεντικό τρέχα τρέχα σου γα**νε την γυναίκα. Ο χασάπης προσβεβλημένος σηκώνει το κεφάλι και φωνάζει:
Βρε τσόγλ**** τι είπες, θα πεθάνεις επί τόπου.
Ο πιτσιρικάς επιμένει και φωνάζει ότι αφεντικό άμα δεν με πιστεύεις πάμε σπίτι να δεις ότι σου γα**νε την γυναίκα.
Πλέον ο χασάπης εκνευρισμένος παίρνει ένα μαχαίρι και ένα τσεκούρι και μαζί με τον πιτσιρικά πηγαίνει σπίτι του όπου ανοίγοντας την πόρτα βλέπει όντας την γυναίκα του να πη***ται στην κρεβατοκάμαρα του με ένα κρεμανταλά. Ωρυόμενος ο χασάπης φωνάζει:
Που**να θα σε σκίσω, πούστη θα πεθάνεις και ορμάει εναντίον του εραστή.
Σηκώνει το μαχαίρι με το αριστερό χέρι και το κατεβάζει προς τον εραστή αλλά αυτός σηκώνει το ένα του χέρι και το ακινητοποιεί.
Σαστισμένος ο χασάπης σηκώνει το δεξί του χέρι και με το τσεκούρι προσπαθεί να χτυπήσει τον εραστή αλλά αυτός χειροδύναμος όπως ήταν σηκώνει το άλλο του χέρι και τον σταματά.
Πλέον ο χασάπης νοιώθει τον κόσμο να χάνεται, στα μάτια του υπάρχει απελπισία αλλά ξαφνικά ακούει τον πιτσιρικά να φωνάζει:
Αφεντικο χτυπα τον με τα κερατα, με τα κερατα
Είναι τρία σκυλιά, ένα κανίς, ένα ντόπερμαν και ένας "κοπρόσκυλος", στο θάλαμο αναμονής ενός κτηνιατρείου και συζητούν για τους λογούς που βρίσκονται εκεί. Λέει το κανίς:
- Εγώ ήμουν μια πολύ καλή και υπάκουη σκυλίτσα, αλλά όταν έφυγε η κυρία μου για διακοπές, με ξέχασε στο σπίτι με λίγο νερό και λίγο φαγητό, είχε κλείσει και τα πατζούρια και το σπίτι ήταν σκοτεινό. Τι να κάνω κι εγώ η σκυλίτσα, τις δύο πρώτες μέρες άντεξα, αλλά την τρίτη μέρα τρελάθηκα: έσκισα τα υφάσματα στους καναπέδες και τις κουρτίνες, έφαγα τα κρόσια των χαλιών, γενικά έκανα το σπίτι άνω-κάτω... Όταν γύρισε η κυρία μου, εκνευρίστηκε με το χάλι που δημιούργησα και μ΄ έφερε εδώ για ευθανασία. Κατόπιν λέει το ντόπερμαν:
- Εμένα το αφεντικό μου με πήρε μαζί του στην εξοχή, όπου πέρασα πολύ ωραία: έτρεχα ελεύθερος στα χωράφια, έπαιζα με τ΄ άλλα ζώα και ανέπνεα καθαρό αέρα. Αλλά όταν μ΄ έφερε εδώ στην Αθήνα και με πήγε μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο του σπιτιού μας, "σάλταρα" εντελώς. Ακουγα τις κόρνες των αυτοκινήτων, ανέπνεα τα καυσαέρια τους, δεν μπορούσα να τρέξω λόγω της πολυκοσμίας, με πάτησε κατά λάθος κι ένας κύριος. Ε τότε, λύσσαξα και δάγκωσα το αφεντικό μου στο πόδι. Κι έτσι μ΄ έφερε εδώ για ευθανασία. Εσένα ρε κοπρόσκυλε τι σου συνέβη; Και απαντά ο "κοπρόσκυλος":
- Εγώ τώρα τελευταία συχνάζω σε μια γειτονιά, όπου μένει μια πολύ καλή κυρία και μου αφήνει φαγητό στα σκαλοπάτια του σπιτιού της κάθε μεσημέρι. Προχθές το μεσημέρι, λοιπόν, που έβρεχε πολύ, βγήκε έξω με το νυχτικό της και άφησε το φαγητό μου στα σκαλοπάτια του σπιτιού της. Εγώ, έτσι όπως την είδα με το νυχτικό της που είχε ήδη βραχεί και με τις ωραίες καμπύλες, τα βυζάκια και το κωλαράκι της να διαγράφονται κάτω από το βρεγμένο νυχτικό, τι να έκανα, ο κοπρόσκυλος, κάβλωσα και της τον κάρφωσα. - Ε, και τι έγινε μετά; Σ΄ έφερε εδώ για ευθανασία; τον ρώτησαν τα άλλα σκυλιά. -Όχι, για να μου κόψει τα νύχια ! απάντησε ο κοπρόσκυλος.
Σκηνή 1
Ο πονηρός επιχειρηματίας, κλείνει το μάτι στην γραμματέα, λέγοντάς της :
- Είσαι για μια όμορφη βδομάδα στο εξωτερικό, εσύ κι εγώ; Θα το κάνουμε να φανεί σαν επαγγελματικό ταξίδι!
Σκηνή 2
Η γραμματέας τηλεφωνεί αμέσως στον άντρα της :
- Έλα γλυκέ μου, για μια βδομάδα, το αφεντικό μου κι εγώ πρέπει να πάμε στο εξωτερικό, γι αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου, έτσι, αγάπη μου;
Σκηνή 3
Ο κατεργάρης σύζυγος τηλεφωνεί στην κρυφή ερωμένη του :
- Η γυναίκα μου πάει στο εξωτερικό για μια βδομάδα, ας περάσουμε αυτή τη βδομάδα μαζί.
Σκηνή 4
Η κρυφή ερωμένη τηλεφωνεί στο μικρό μαθητή που του κάνει ιδιαίτερα μαθήματα :
- Για μια βδομάδα έχω μια σοβαρή δουλειά, οπότε δεν χρειάζεται να έρχεσαι για μάθημα.
Σκηνή 5
Ο μικρός μαθητής τηλεφωνεί στον παππού του :
- Παππού για μια βδομάδα δεν έχω μαθήματα, γιατί η δασκάλα μου έχει δουλειά. Να περάσουμε αυτή τη βδομάδα μαζί;
Σκηνή 6
Ο παππούς επιχειρηματίας τηλεφωνεί στη γραμματέα του :
- Συγγνώμη, αλλά αυτή τη βδομάδα θα πρέπει να την περάσω με τον εγγονό μου, οπότε, δυστυχώς θα πρέπει να αναβάλουμε αυτό το «επαγγελματικό» ταξίδι που κανονίσαμε.
Σκηνή 7
Η γραμματέας τηλεφωνεί στον άντρα της :
- Αγάπη μου, αυτή τη βδομάδα το αφεντικό μου έχει μια δουλειά, κι έτσι ακυρώσαμε το επαγγελματικό μας ταξίδι.
Σκηνή 8
Ο σύζυγος τηλεφωνεί στην ερωμένη δασκάλα :
- Με συγχωρείς, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε μαζί αυτή τη βδομάδα. Η γυναίκα μου ακύρωσε το ταξίδι της.
Σκηνή 9
Η δασκάλα τηλεφωνεί στο νεαρό αγόρι :
- Κοίτα, ακυρώθηκε η έκτακτη δουλειά που είχα, οπότε, έλα κανονικά στα μαθήματά σου
Σκηνή 10
Ο νεαρός μαθητής τηλεφωνεί στον παππού του :
- Παππού, η δασκάλα μου δεν έχει τελικά δουλειά αυτή τη βδομάδα, κι έχω μαθήματα, κανονικά. Συγγνώμη, αλλά δεν θα μπορέσω να σου κάνω παρέα.
Σκηνή 11
Ο επιχειρηματίας στη γραμματέα :
- Κοίτα, μην ανησυχείς γι αυτό που σου είπα, θα πάμε το «ταξιδάκι» μας τελικά. Κάνε κανονικά τις κρατήσεις.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες τα τηλεφωνήματα ακόμα συνεχίζονται...
Μπαίνει ο τύπος σε κατάστημα με υφάσματα και ζητάει από τον υπαλληλο να δει δείγματα.
Μετά από μισή ώρα και ενώ ο υπάλληλος έχει φέρει το μαγαζί ανάποδα για να του δείχνει τα υφάσματα ο τύπος τελικά επλέγει ένα.
- Αυτό μου αρέσει. Θέλω να μου κόψετε 20 πόντους ύφασμα.
Απορημένος ο υπαλληλος τον εξυπηρετεί.
Μετά από ένα μήνα ξαναμπαίνει ο ίδιος κύριος και ξανά βάζει τον υπάλληλο να του δείξει όλα τα υφάσματα του μαγαζιού. Πάλι του λέει :
- Αυτό μου αρέσει. Θέλω να μου κόψετε 20 πόντους ύφασμα.
Περνάνε ακόμη 3-4 μήνες και ο τύπος το ίδιο τροπάριο. Κάνει το μαγαζί άνω κάτω και αγοράζει μόνο 20 πόντους ύφασμα.
Ο υπάλληλος μην αντέχοντας άλλο τον ρωτάει :
- Κύριε να σας ρωτήσω... Γιατί αγοράζετε κάθε μήνα μόνο 20 πόντους ύφασμα ενώ με βάζετε να σας δείχνω όλα τα δείγματατου μαγαζιού;
- Α νας σας πω (του απαντάει). Κάθε μήνα φτιάχνω ένα κοστουμάκι για τον π**τσο μου και θέλω πάντα κάτι καινούργιο.
Ο υπαλληλος ψιλοζοχαδιασμένος πάει και λέει στο αφεντικό την όλη κατάσταση..
Μόλις το ακούει το αφεντικό, του λέει :
- Καλά, άμα ξανάρθει φώναξέ με.
Περνάει ο μήνας και ξαναεμφανίζεται ο εν λόγω κύριος.
Μόλις τον βλέπει ο υπάλληλος φωνάζει το αφεντικό.
Βγαίνει έξω το αφεντικό και λέει στον τύπο :
- Να σας εξυπηρετήσω...
- Ναι θέλω να μου δείξετε δείγματα υφασμάτων.
Αρχίσει πάλι το ίδιο σύστημα και του δείχνει όλα τα κομμάτια του μαγαζιού.
Μόλις ο κύριος, επιτέλους επιλέξει, λέει πάλι :
- Αυτό μου αρέσει. Θέλω να μου κόψετε 20 πόντους.
Αρχίζει το αφεντικό... Κόβει τους 20 πόντους και μετά κόβει άλλους 20.
- Μα δεν καταλάβατε (λέει ο τύπος), 20 πόντους μόνο θέλω για ένα κοστούμι για τον π**τσο μου.
Και το αφεντικό :
- Δεν πειράζει, πάρε άλλους 20 δώρο για ένα ταγιέρ για το μ**νι της μάνας σου.
Ήταν ένας τύπος που είχε παιδικό όνειρο να μάθει την τέχνη του καουμπόη.
Τελικά το πήρε απόφαση και πήγε στην Αμερική, στο Τέξας να πραγματοποιήσει
Το όνειρό του. Έπιασε δουλειά σε ένα ράντσο και όλα πήγαιναν καλά. Έμαθε και
Τα κόλπα με το λάσσο, τα πιστόλια και όλα τα σχετικά που δείχνουν οι
Ταινίες. Κάποτε, το αφεντικό ήθελε να στείλει μέρος από τις αγελάδες του σ
Έναν γνωστό του σε διπλανή πολιτεία. Βάζει λοιπόν το δικό μας μαζί με δυο
Τρεις άλλους που είχε να συνοδέψουν το κοπάδι. Κει που πήγαιναν, τους
Επιτίθενται οι Ινδιάνοι. Τρεις αυτοί, τριακόσιοι οι Ινδιάνοι, δεν είχαν και
Πολλές επιλογές, το βάζουν στα πόδια κι αρχίζουν να τρέχουν. Μπρος αυτοί,
Πίσω οι Ινδιάνοι, ποιος λογάριαζε τις αγελάδες. Κάποια στιγμή σκοντάφτει ο
Δικός μας, πέφτει κάτω. Έρχεται ένας Ινδιάνος από πάνω του και είναι έτοιμος
Να τον καρφώσει με το κοντάρι. Και το τσεκούρι έτοιμο από δίπλα. "Αχ,
Παναγίτσα μου, σώσε με και θα σου ανάψω λαμπάδα ίσα με το μπόι μου!"
Σταυροκοπιέται αυτός πάνω στην απελπισία του. Σαν το βλέπει αυτό ο Ινδιάνος,
Κοντοστέκεται και του λέει:
"Ρε συ, Έλληνας είσαι; Γιατί δεν το λές τόση
Ώρα;"
Ένα αντρόγυνο έρχεται στον γιατρό και λέει ο άντρας ότι η γυναίκα του δεν Θέλει Να κάνει σεξ μαζί του τους τελευταίους 7 μήνες. Ο γιατρός παίρνει την Γυναίκα Στα ενδότερα για να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Την ρωτάει ο γιατρός περί τούτου:
- Γιατί μαντάμ δεν του καθόσαστε του άντρα σας; σε άψογη φαναριώτικη Προφορά και αξάν.
Και διηγείται η καημένη την δακρύβρεκτη ιστορία της:
- Τους τελευταίους 7 μήνες παίρνω ταξί για να πάω στην δουλειά μου, Αλλά δεν έχω λεφτά, και με ρωτάει ο ταρίφας:
- Λοιπόν θα πληρώσετε σήμερις, ή ...; Έτσι μου κάνει ένα "ή".
Όταν πηγαίνω στην δουλειά είμαι πλέον αργοπορημένη και με ρωτάει ο Προϊστάμενος:
- Λοιπόν θα σας γράψω την αργοπορία, ή ...;
- Έτσι μου κάνει ένα "ή".
Για να γυρίσω σπίτι παίρνω ταξί και με ρωτάει πάλι ο ταρίφας:
- Λοιπόν θα πληρώσετε αυτή την φορά, ή ...;
- Έτσι μου κάνει ένα "ή". Βλέπετε γιατρέ μου, όταν γυρίσω σπίτι, είμαι πολύ Κουρασμένη και δεν θέλω άλλο.
Και την ρωτάει ο γιατρός:
- Λοιπόν, θα το πούμε στον άντρα σας, ή ... ;
Ήταν ένας άνθρωπος με πολλές ψείρες. Πάει στο γιατρό και του ζητάει βοήθεια. Του λέει ο γιατρός:
- "Πήγαινε στο Βόρειο Πόλο και ξάπλωσε γυμνός κάτω. Τότε θα φύγουν οι ψείρες."
Τι να κάνει ο ασθενής κάνει ότι του είπε ο γιατρός. Πάει στο Β. Πόλο και ξαπλώνει κάτω. Τότε βγαίνουν οι ψείρες και λένε:
- "Μπράβο αφεντικό, μας έφερες διακοπές στο Β. Πόλο!"
Πηγαίνει ο ψειριάρης ξανά στο γιατρό θυμωμένος. Ο γιατρός του λέει:
- "Θα πας στην έρημο και θα ξαπλώσεις κάτω γυμνός."
Πάει στην έρημο και βγαίνουν οι ψείρες:
- "Α! αφεντικό μας έφερες διακοπές στην έρημο!"
Ξαναπάει στο γιατρό. Τότε του λέει:
- "Η μόνη λύση είναι να πας στα φανάρια και να περιμένεις μέχρι να δεις έναν με πολλές τρίχες. Τότε θα ορμήξεις επάνω του για να πάνε οι ψείρες σ` αυτόν."
Πάει στα φανάρια και βλέπει έναν με πολλές τρίχες. Κολλάει επάνω του και σε λίγο εκείνος ο άνθρωπός φεύγει. Βγαίνουν οι ψείρες και λένε:
- "Αφεντικό τους νικήσαμε και πήραμε 50 αιχμαλώτους."
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που έπαιζε και κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού έπεσε και χτύπησε στα αρχίδια του. Η ζημιά που έπαθε ήταν τόσο σοβαρή που χρειάστηκε αφαίρεση γεννητικών οργάνων γιατί του είχαν αχρηστευτεί πλήρως. Το παιδί αυτό μεγάλωσε και έπιασε δουλειά, του λέει λοιπόν το αφεντικό του θα έρχεσαι κάθε μέρα εδώ από τις οκτώ το πρωί. Αυτός όμως δεν τηρούσε το σωστό ωράριο και ερχόταν ότι ώρα γούσταρε ως συνήθως πάντα αργότερα από το κανονικό. Μια μέρα τον ρωτάει το αφεντικό του γιατί δεν είσαι συνεπείς στην ώρα σου και εκείνος του απαντάει κύριε όλοι οι συνάδελφοι που έρχονται στην ώρα τους δεν πιάνουν δουλειά αμέσως, συνήθως όλοι ξεκινούν την ώρα που έρχομαι εγώ και ώσπου να ξεκινήσουν δεν κάνουν τίποτα μόνο ξύνουν τα αμελέτητά τους εγώ που δεν έχω τι να ξύσω...
Ο τύπος έχει έναν παπαγάλο και τον αφήνει να... βλέπει. Έτσι, ο Παπαγάλος έχει γίνει εξπέρ περί τα σεξουαλικά. Μια μέρα, Όμως, παντρεύεται ο τύπος, οπότε του το λέει του παπαγάλου καθαρά:
"Τέρμα. Από δω και μπρος δεν θα ξαναμπείς ποτέ στο Δωμάτιό μου, αλλιώς θα σε καθαρίσω...". Έτσι και γίνεται. Πρώτη νύχτα Του γάμου, λοιπόν, ο παπαγάλος κάθεται απ έξω και Ακούει. Μέσα, το ζεύγος φτιάχνει τη βαλίτσα του. Δεν κλείνει, όμως.
"Αγάπη μου", λέει η σύζυγος, "λέω να κάτσω από πάνω...".
"Κάτσε, αγάπη μου", λέει ο σύζυγος. Κάθεται, αλλά η βαλίτσα δεν κλείνει.
"Λέω να κάτσω εγώ από πάνω", λέει ο σύζυγος, που Είναι... πιο βαρύς. Κάθεται κι αυτός, αλλά πάλι δεν κλείνει η βαλίτσα.
Τι να κάνουν, λοιπόν, την κοιτάζουν από δω, την κοιτάζουν Από κει, και στο τέλος λέει η σύζυγος:
"Αγάπη μου, νομίζω ότι θα είναι Καλύτερα, αν κάτσουμε και οι δύο από πάνω..."
. Με το Που το λέει αυτό, λοιπόν, μπαίνει με... χίλια ο παπαγάλος στο δωμάτιο Και λέει:
"Αφεντικό, αυτό θα το δω... κι ας πεθάνω"!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί τα Χριστούγεννα, όταν στολίζουμε το δέντρο, βάζουμε το Αγγελάκι στην κορυφή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι Χριστούγεννα, και ο Αι-Βασίλης κάθεται με τη γυναίκα του Στο τζάκι. Κάποια στιγμή σηκώνεται και αρχίζει να Βάζει τα δώρα στο σάκο του για να τα μοιράσει. Ξαφνικά η γυναίκα του του Λέει:
"Μα, πάλι θα φύγεις; Τι θα γίνει με αυτή την Κατάσταση; Κάθε Χριστούγεννα θα έχουμε τα ίδια; Δε θα περάσουμε μια φορά Κι εμείς Χριστούγεννα μαζί, σαν όλες τις Οικογένειες;", "Μα", λέει ο Αι-Βασίλης, "δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αυτή Είναι η δουλειά μου. Δεν μπορώ να μην μοιράσω Δώρα στα παιδιά".
"Δεν με νοιάζει", λέει η γυναίκα του, "σαν γυναίκα σου Κι εγώ, θέλω να περάσουμε Χριστούγεννα μαζί. Και να Το ξέρεις, αν φύγεις θα βρεις την πόρτα κλειστή και εμένα να με ξεχάσεις Από γυναίκα σου".
"Μα, σε παρακαλώ, σοβαρέψου. Δεν Είναι πράγματα αυτά. Δεν μπορώ να αφήσω το αφεντικό έτσι ξεκρέμαστο.
Σκέψου τα καημένα τα παιδιά που θα μείνουν χωρίς Δώρα", ξαναλέει ο Αι-Βασίλης. "Δε με νοιάζει τίποτα", επιμένει η γυναίκα Του. "Αν φύγεις, εμένα να με ξεχάσεις από γυναίκα Σου", του λέει και πηγαίνει στην κουζίνα κλείνοντας με δύναμη την πόρτα Πίσω της. Νευριασμένος ο Αι-Βασίλης αρχίζει να Πετάει με δύναμη τα δώρα μέσα στον σάκο του μουρμουρίζοντας. Σε κάποια Στιγμή χτυπάει το κουδούνι. "Ποιος να είναι τέτοια Ώρα;", λέει νευριασμένος, πάντα, ο Αι-Βασίλης και πηγαίνει να ανοίξει Την πόρτα. Ανοίγει την πόρτα και βλέπει ένα αγγελάκι να Του λέει:
"Γεια σου Αι-Βασίλη, έφερα το δέντρο, πού να το βάλω;"!
Ο Θύμιος είναι επιστάτης σε ένα κτήμα. Μια μέρα τον πλησιάζει το αφεντικό του. -άκου βρε Θύμιο, ξέρεις πόσο σε εμπιστεύομαι. Θέλω να μου κάνεις ένα χατίρι. Τελευταία, η κόρη μου είναι πολύ ανήσυχη και συχνά την βλέπω να μιλά με τον παπά. Σε λίγο πάλι θα περάσουν από εδώ. Ανέβα σ εκείνο το δένδρο και άκου τι θα πουν. Πάρε κι ένα πεντοχίλιαρο για τον κόπο σου και μετά έλα να με βρεις, να μου πεις τι έμαθες. Ο Θύμιος το παίρνει και κάνει αυτό που του είπε το αφεντικό του. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και βλέπει τον ιερέα με την κόρη του αφεντικού να πλησιάζουν. -Πάτερ μου, δεν άκουσα την συμβουλή σας για εκείνο τον νέο και... πώς να σας το πω; -Λέγε παιδί μου. Τι είναι αυτό που σε στενοχωρεί; -Να... φοβάμαι ότι περιμένω παιδί... -Αμάρτησες αλλά μην ανησυχείς παιδί μου. Αυτός που βρίσκεται εκεί ψηλά και τα βλέπει όλα, θα φροντίσει και για αυτό το παιδί. Πηδάει τρομαγμένος ο Θύμιος από το δένδρο και φωνάζει τρέχοντας:
- Ποτέ και με κανένα τρόπο! Με ένα παλιοπεντοχίλιαρο θα μου φορτώσετε και παιδί;
Ηταν ο Θεός και καθόταν και κοιτούσε την πύλη του παραδείσου η οποία ήταν σε ένα μαύρο χάλι. Πάει λοιπόν στον Αγιο Πέτρο και του ζητά να βρεί ένα καλό τεχνήτη για να αλλάξουν την πόρτα. Πάει στον Γερμανό ο οποίος του ζητάει 2.000.000 δρχ. Πάει στον Ιταλό ο οποίος του ζητάει 3.000.000 δρχ. πάει και τον Έλληνα τον Μητσάρα και του ζητάει 10.000.000 δρχ. Ο Αγιος Πέτρος απόρρησε και του λέει:
- Γιατί τόσα πολλά;
- Τί σε νοιάζει; Η καλή δουλειά θα γίνει. Θα είναι σκαλιστή με αγγελάκια ασημένια κλπ.
- Ναι, ξαναρωτάει ο Αγιος Πέτρος αλλά και πάλι πολλά είναι τα λεφτά.
- Μη σε νοιάζει. Το αφεντικό δεν πληρώνει; λέει ο Μητσάρας.
- Ναι, λέει ο Αγιος Πέτρος, αλλά θα ήθελα να μου εξηγήσεις γιατί ζητάς τόσα πολλά ενώ ο Γερμανός και ο Ιταλός μου ζήτησαν μόνο 2 και 3.000.000 δρχ.;
- Να σου εξηγήσω, λέει ο Μητσάρας. 4.000.000 δρχ. θα πάρω εγώ. Σωστά;
- Σωστά. Απαντάει ο Αγιος Πέτρος.
- 4.000.000 δρχ. θα πάρεις εσύ που έκανες τον μεσάζοντα. Σωστά;
- Σωστά. Απαντάει και πάλι ο Αγιος Πέτρος. Και τα άλλα 2.000.000;
- Ε! Να μην πάρει κάτι και ο Γερμανός που θα την φτιάξει;
Κάποιος παπαγάλος θέλησε να κάνει πλάκα στο αφεντικό του . Παίρνει λοιπόν , τηλεφωνώ στην εταιρία διανομής πετρελαίου και παραγγέλνει 2 τόνους πετρέλαιο , το αφεντικό αναγκαστικά το πληρώνει , και αγανακτισμένος ρίχνει ένα χέρι ξύλο στον παπαγάλο λέγοντας του ότι αν το ξανακάνει θα το μετανιώσει ...
Ο παπαγάλος , φυσικά ,δεν κατάλαβε τίποτα παίρνει λοιπόν , τηλέφωνο και παραγγέλνει αυτήν την φορά 8 τόνους πετρέλαιο ...
Όταν έρχεται το πετρέλαιο , ο τύπος το πληρώνει ( τι να κάνει ) και μετά τρέχει προς τον παπαγάλο ... Αφού τον σαπίζει στο ξύλο , τον πιάνει και τον καρφώνει στον τοίχο από τις φτερούγες.
Όπως καθόταν εκεί ο παπαγάλος βλέπει απέναντι του τον εσταυρωμένο και γυρίζει λοιπόν και τον ρωτάει :
- Δεν μου λες ρε φίλε , πόσο καιρό είσαι έτσι ;
- Ε ., ε να δυο χιλιάδες χρόνια.
- Καλά ρε μεγάλε πόσο πετρέλαιο παράγγειλες ;
Ο τύπος ψάχνει απεγνωσμένα για δουλειά, αλλά είναι ανειδίκευτος. Πάει, λοιπόν, σ ένα εργοστάσιο και του λέει ο ιδιοκτήτης:
"Δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτε. Ορίστε. Θα παίρνεις από εδώ κάθε μια βίδα όπως θα περνάει από μπροστά σου και θα την πετάς στο κουτί εδώ. Εντάξει;".
"Εντάξει"
. Την άλλη μέρα, τον ρωτάει ο ιδιοκτήτης:
"Όλα εύκολα;".
"Περίπατος", λέει ο εργάτης.
"Ε, τότε", του λέει το αφεντικό, "δεν θα σου κάνει κόπο να παίρνεις και κάθε παξιμάδι, έτσι;".
"Όχι"
, λέει ο εργάτης. Την άλλη μέρα, τον ξαναρωτάει ο ιδιοκτήτης:
"Εύκολο;".
"Εύκολο".
"Ε, τότε, όπως κάθεσαι που κάθεσαι, δεν ρίχνεις και μια κλοτσιά στο κουτί με τις βίδες, μόλις γεμίζει να το στέλνεις στον ιμάντα, πιο κάτω;". Τι να πει ο εργάτης, λέει ναι. Ο ιδιοκτήτης, όμως, είναι...
Αδίστακτος. Την άλλη μέρα, πάει και λέει στον εργάτη:
"Εύκολο δεν είναι;
Οπότε τώρα που πήρες το κολάι , δεν ρίχνεις και μια κλοτσιά στο κουτί με τα παξιμάδια, όταν θα γεμίζει;". Ο εργάτης συμφωνεί μεν, αλλά... τα χει πάρει στο κρανίο. Οπότε καθώς φεύγει ο ιδιοκτήτης, του φωνάζει:
"Να σας πω. Μια και κάθομαι και δεν κάνω και τίποτε δύσκολο, δεν μου βάζετε και ένα...
Πινέλο στον κώλο, να βάφω και τα κάγκελα συγχρόνως;"!
Ένας νεαρός προσλαμβάνεται υπάλληλος σε μια εταιρία μια Παρασκευή. Την επόμενη Δευτέρα παίρνει τηλέφωνο τον προϊστάμενό του και του λέει ότι είναι άρρωστος και δεν θα μπορέσει να έλθει. Ο προϊστάμενος του εύχεται περαστικά και το ξεχνάει.
Την παραπάνω Δευτέρα πάλι τα ίδια:
- Είμαι άρρωστος κύριε προϊστάμενε και δεν θα μπορέσω να έλθω στη δουλειά.
- «Θα έτυχε» σκέφτηκε ο προϊστάμενος και δεν του ξαναδίνει ιδιαίτερη σημασία.
Το φαινόμενο όμως συνεχίζεται και αρχίζουν να τον ζώνουν τα φίδια. «Βρε το πούστη μας περνάει για γκαγκά !» λέει από μέσα του ο τμηματάρχης και αρχίζει να ρωτάει τους συναδέλφους του νεαρού για το ποιόν του:
- Δε μου λέτε ρε παιδιά, τι σόι φρούτο είναι αυτός ο καινούργιος; Δουλεύει ή μας τη παίζει και δεν μας τη σκουπίζει;
- Πολύ πρόθυμος και εργατικός, του λένε όλοι ομόφωνα.
Ο προϊστάμενος παραξενεύεται και αποφασίζει να του μιλήσει. Την επόμενη λοιπόν μέρα το πρωί τον φωνάζει στο γραφείο του και του λέει:
- Κοίτα παιδί μου, τι σου συμβαίνει και μας τη κοπανάς κάθε Δευτέρα; Όπως καταλαβαίνεις αυτά τα περί άρρωστου δεν τα χάβω. Θα σε σχόλαγα, αλλά επειδή δεν είσαι κακός υπάλληλος αποφάσισα να σου μιλήσω. Λοιπόν τι τρέχει και κάθε Δευτέρα μας το παίζεις τους ζυγούς λύσατε;
- Κοιτάχτε να δείτε κύριε προϊστάμενε, του λέει με απολογητικό ύφος ο νεαρός, έχω μια μικρότερη αδελφή παντρεμένη και ο άντρας της τα Σαββατοκύριακα γίνεται φέσι και όταν γυρίζει στο σπίτι τη τουλουμιάζει στο ξύλο. Έτσι κάθε Δευτέρα πρωί πηγαίνω στο σπίτι της όταν φεύγει αυτός για τη δουλειά του και την παρηγορώ. Καταλαβαίνετε τώρα, χάδι στο χάδι, φιλί στο φιλί, καβλώνουμε και οι δύο και τελικά ξεσκιζόμαστε.
- Καλά, δεν το πιστεύω ! αντιδρά έξαλλος ο τμηματάρχης, γαμάς την αδελφή σου ρε; Είσαι τελείως άρρωστος !
- Εγώ σας το λέω κύριε προϊστάμενε, αλλά εσείς δεν με πιστεύετε !, απαντά αγανακτισμένος ο νεαρός.
Μια μέρα ο Μπόμπος στο σχολείο, αφού τελείωσε το μάθημα και είχαν φύγει όλα τα παιδάκια, λέει στη δασκάλα:
- Κυρία έχω 10.000 δρχ. Αν σου τα δώσω να σου πιάσω λίγο το μπουτάκι; - Τι πράγματα είναι αυτά που λες Μπόμπο; του λέει. - Κύρια να τα κάνω 20.000 δρχ.; Το σκέφτεται η κύρια και συμφωνεί μαζί του. Αφού τη χουφτώνει κανονικά της λέει:
- Κυρία να σου δώσω 30.000 δρχ. να σου πιάσω το βυζάκι; - Και δεν το πιάνεις; του λέει η κύρια. - Κυρία, της λέει, να σου δώσω 40.000 δρχ. να βγάλεις έξω τις βυζάρες σου να τις γλύψω; Συμφωνεί η κύρια και της τα γλύφει. - Κυρία μίας και φτάσαμε εδώ να σε πάρω από μπροστά για 100.000 δρχ.; Δεν το σκέφτεται καθόλου η δασκάλα, κατεβάζει το κυλοτάκι και ο Μπόμπος τη γαμάει. Μετά το γαμήσι της λέει ο Μπόμπος:
- Κυρία έχω άλλες 110.000 δρχ. Να στα δώσω να σε γαμήσω απ` τον κώλο; - Κοίταξε να δεις μπόμπο του λέει η κύρια, από πίσω είμαι παρθένα. - Με το γαριδάκι που έχω κύρια δεν θα καταλάβαιτε τίποτα. Αυτή το σκέφτεται λίγο και συμφωνεί. Αφού τη γαμάει και από κώλο, χαιρετιούνται και ο Μπόμπος φεύγει. Ενώ έφευγε χαρούμενη η κύρια που είχε μαζέψει τόσα λεφτά, τη συναντάει ο διευθυντής και της λέει:
- Τι γίνεται κύρια Παπαδοπούλου, σας έδωσε ο Μπόμπος τα χρήματα του μισθού σας που του έδωσα να σας φέρει;
Πάει κάποιος στη δουλειά του ύστερα από δύο μήνες και τον ρωτάει το αφεντικό του:
- Που ήσουν ρε τόσες μέρες και έχουμε πνιγεί στη δουλειά;
- Ασε ρε αφεντικό, πέθανε η μάνα μου.
- Έλα ρε, και πώς πέθανε;
- Ασε, είναι μεγάλη ιστορία.
- Για πες μου.
- Είναι μεγάλη ιστορία σου λέω.
- Δεν πειράζει, πες μου.
- Ακου, πήγε να απλώσει τα ρούχα στην ταράτσα, γλιστράει και πέφτει.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τραμπολίνο για τα παιδιά και πιάστηκε από τα παράθυρα.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τρομπολίνο για τα παιδιά και πιάστηκε από τη ζγόρνα.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τραμπολίνο για τα παιδιά και πιάστηκε από το καλώδιο της κεραίας.
- Και τι έγινε, σκοτώθηκε;
- Όχι. Είχαμε το τραμπολίνο για τα παιδιά και βγαίνει ο πατέρας μου έξω με την καραμπίνα Μπαμ! Μπαμ!Μπαμ! Γαμώ το κέρατο σου θα μου διαλύσεις όλο το σπίτι!
Δυο τύποι μοιράζονται ένα διώροφο σπίτι. Ένα βράδυ λοιπόν, κατά τις 3 τα ξημερώματα, ο από πάνω αρχίζει να παίζει ντραμς. ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ, ΝΤΟΥΠ ΝΤΟΥΠ - ΝΤΑΠ... Ανεβαίνει ο από κάτω έντρομος, με τα σώβρακα. Ο από κάτω :
" Καλά ρε μαλάκα τρελάθηκες ; Ξέρεις τι ώρα είναι ;"
Ο από πάνω :
"Τελευταία πρόβα! Αύριο έχω συναυλία με το συγκρότημα. Σου υπόσχομαι ότι δε θ επαναληφθεί."
Ο από κάτω σκέφτεται, άντε, αφού δε θ επαναληφθεί, δε γαμιέται και φεύγει. Το επόμενο βράδυ, χαράματα, ο από πάνω αρχίζει και κοπανάει τα ντραμς, βαβούρα, ΓΚΑΠ - ΓΚΟΥΠ, της πουτάνας. Ξυπνάει ο από κάτω, ανεβαίνει πάνω και βάζει τις φωνές :
"Ρε μαλάκα δουλεύω αύριο το πρωί γαμώ το κέρατο μου! Τι κοπανάς; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα παίξουμε τελικά, σήμερα αναβλήθηκε η συναυλία." Ο άλλος φεύγει, αφού πρώτα αποσπά την υπόσχεση ότι αυτή η κατάσταση δε θ επαναληφθεί. Φυσικά το επόμενο βράδυ, γύρω στις 4, ο από πάνω αρχίζει να βαράει τα ντραμς, πανικός, κόλαση, ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ, ανεβαίνει ο από κάτω με τη τσίμπλα στο μάτι. "
Τι θα γίνει ρε; Θα μας αφήσεις να κοιμηθούμε καμιά φορά ή να φωνάξω τους μπάτσους; Ο από πάνω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα ξαναπαίξουμε, γιατί μας γούσταρε το αφεντικό του club." Το επόμενο βράδυ (κλασσικά), ο από πάνω αρχίζει να τα χώνει στα ντραμς, ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ - ΝΤΑΠ ΝΤΟΥΠΑ ΝΤΟΥΠΑ - ΝΤΑΠ, με τις ώρες. Από τον από κάτω ούτε φωνή, ούτε ακρόαση... Περνάνε δυο ώρες, ο από πάνω παίζει ακόμα, ο από κάτω νεκρική σιγή. "Ρε, μπας κι έπαθε τίποτα ;"
, σκέφτεται ο τύπος, και κατεβαίνει κάτω να δει αν ο άλλος είναι εντάξει. Κοιτάει στο υπνοδωμάτιο, το κρεβάτι άστρωτο, ο τύπος πουθενά. Κοιτάει στην κουζίνα, τίποτα. Κοιτάει στο σαλόνι, τίποτα. Βλέπει φως στο μπάνιο, πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τον από κάτω να τραβάει μαλακία. Ο από πάνω :
" Καλά, δε ντρέπεσαι στην ηλικία σου;"
Ο από κάτω :
" Τελευταία πρόβα! Αύριο θα σε γαμ***!"