Μια μέρα ο μπαμπάς του Τοτού του δίνει ένα χιλιάρικο για ψώνια. Στο δρόμο συναντάει μια καλόγρια, η οποία του ζήτησε να κάνει μια εισφορά στο μοναστήρι, και έτσι ο Τοτός της έδωσε το χιλιάρικο.
Την άλλη μέρα πέρασε μ` ένα πεντοχίλιαρο. Τον βλέπει πάλι η καλόγρια, του ζητάει το πεντοχίλιαρο και ο Τοτός το δίνει. Την τρίτη ημέρα πέρασε με ένα δεκαχίλιαρο, ενώ ο πατέρας του τον ακολουθούσε να δει που πάνε τα λεφτά. Το δίνει ο Τοτός το δεκαχίλιαρο και ενώ πήγαινε να φύγει, του λέει η καλόγρια:
- "Αν με γαμ**εις, θα σου δώσω το χιλιάρικο που μου έδωσες προχτές, πίσω."
Αρχίζει να τη γαμάει ο Τοτός οπότε αυτή, κάποια στιγμή λέει:
- "Βάλτο κι άλλο και θα σου δώσω και το πεντοχίλιαρο."
Συνεχίζει ο Τοτός και όταν στο τέλος, του δίνει και το δεκαχίλιαρο ακούγεται ο πατέρας του, που παρακολουθούσε τη σκηνή, πίσω από το δέντρο:
- "Βάλε και κανένα αρ**δι μπας και πάρουμε το μοναστήρι!"
Ήταν 3 ερημίτες στην έρημο που ξεμείναν από νερό και τροφή.
Προκειμένου να πεθάνουν, χτυπάν την πόρτα ενός γυναικείου μοναστηριού.
Ανοίγει μία καλόγρια, η οποία τους λέει ότι ο μόνος τρόπος να τους αφήσουν να μπουν στο μοναστήρι, είναι να τους το κόψουνε.
Αυτοί είναι απελπισμένοι, οπότε δέχονται.
Μπαίνει ο πρώτος, ακούγεται ένα διαπεραστικό "Αααααα!" και μετά σιωπή.
Μπαίνει ο δεύτερος, ακούγονται για ώρα πολλές κραυγές "Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα!" και μετά σιωπή.
Μπαίνει ο τρίτος και πρίν του το κόψουν ρωτάει:
- Γιατί ο πρώτος που μπήκε έκανε:
"Αααααα!"
Και ο δεύτερος έκανε:
"Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα! Ααααα!";
- Α, του απαντάνε, γιατί ο πρώτος ήταν ξυλοκόπος και του το κόψαμε με το τσεκούρι, ενώ ο δεύτερος ήταν μαραγκός και του το κόψαμε με το πριόνι...
Αρχίζει να γελά αυτός και λέει:
- Και εγώ που είμαι παγωτατζής δηλαδή, θα μου το γλείφετε μέχρι να λιώσει;
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".
Πάει ένας στο περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- 500.000 κόλλες ούχου; λέει ο περιπτερας. Εδώ είναι περίπτερο, όχι εργοστάσιο. Εχω να σου δώσω 50 κόλλες αλλά 500.000 όχι. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στις αποθήκες πιο κάτω και ζήτα.
Πάει λοιπόν και αυτός στις αποθήκες βρίσκει έναν υπάλληλο και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Λέει ο υπάλληλος:
- 500.000; Δεν έχουμε τόσες. Πήγαινε στο εργοστάσιο πιο κάτω και ζήτα όσες θες.
Πάει λοιπόν ο φουκαράς μέχρι το εργοστάσιο. Βρίσκει εκεί έναν εργάτη και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- Πόσες;! λέει ο εργάτης. Φίλε μου, δεν έχουμε τέτοιο απόθεμα. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στην Αίγινα στο μοναστήρι του Αγιου Νεκτάριου και ζήτα όσες θες.
Παραξενεμένος αυτός πάει στην Αίγινα. Πηγαίνει στο μοναστήρι, χτυπάει την πόρτα, του ανοίγει ένας μοναχός και του λέει:
- Πάτερ, θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Του λέει ο μοναχός:
- Περίμενε.
Χτυπάει παλαμάκια ο μοναχός και εμφανίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα μοναχές, μοναχοί, παπαδοπαίδια κουβαλώντας κασόνια με κόλλες ούχου. Του λέει λοιπόν ο μοναχός:
- Ορίστε οι 500.000 κόλλες που ζήτησες.
Παθαίνει πλάκα αυτός και γεμάτος απορία λέει στον μοναχό:
- Καλά πάτερ μου, πήγα σε αποθήκες, σε εργοστάσια, και κόλλες δεν πήρα, εσύ που τις βρήκες τόσες πολλές;
- Τέκνο μου, του λέει, ξέρεις που ήρθες; Ξέρεις τι είναι εδώ;
- Όχι, δεν ξέρω, του απαντά ο άλλος.
- Εδώ είναι του Αγιου Νεκτάριου του πολυΟΥΧΟΥ.
Ο εξομολόγος έχει επισκεφθεί το μοναστήρι όπου ζουν 4 καλόγριες. Η εξομολόγηση αρχίζει:
- Εγώ πάτερ, μία ημέρα σκέφτηκα το σώμα ενός άνδρα, λέει η πρώτη καλόγρια.- Πήγαινε γρήγορα στον ιερό νιπτήρα να πλύνεις το κεφάλι σου με τον αγιασμό που είναι μέσα, λέει ο εξομολόγος.- Εγώ πάτερ μία μέρα στο λεωφορείο ακούμπισα κατά λάθος το χέρι μου στο μπροστινό μέρος ενός άνδρα, λέει η δεύτερη καλόγρια.- Πήγαινε γρήγορα να πλύνεις τα χέρια σου στον ιερό νιπτήρα με τον αγιασμό. Ξαφνικά βλέπει ο πάτερ την τέταρτη καλόγρια να προσπερνά την τρίτη και την ρωτάει:
- Γιατί εσύ άλλαξες θέση;- Αχ πάτερ μου, σε παρακαλώ, άσε με να κάνω τις γαργάρες μου, πριν πλύνει αυτή τον κώλο της.
Για το μοναστήρι και μη έχοντας άλλη επιλογή κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Για το μοναστήρι, αδελφή, έμπα να σε πάω, με βγάζει ο δρόμος μου.
Μπαίνει, λοιπόν και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, ωραία ντυμένη, με ακριβά
Κοσμήματα και όλα τα συναφή. Περίεργη καθώς ήταν η καλόγρια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς μου, υποθέτω ότι αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε θα σας
Κόστισε ακριβούτσικα.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια βουβάθηκε και κάνει να γυρίσει από την άλλη και να σου βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, θα σας κόστισε, φαντάζομαι.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Ενώ είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά, έφθασαν στο μοναστήρι. Πριν κατέβει, η καλόγρια κάνει άλλη μια ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με άλλη μια φορά για την αδιακρισία μου αλλά θα είχα την περιέργεια να μάθω αν αυτή η Mercedes σας κόστισε πολύ;
- Μπα, ίσα-ίσα μια εβδομάδα ερωτικών βραδιών.
Η καλόγρια ευχαρίστησε την ευγενική κοπέλα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και πάει και κλείνεται στο κελί της.
Κάποια στιγμή ακούει να της χτυπάν την πόρτα.
- Ποιος είναι;
- Ανοιξε , αδελφή Μαρία, ο πατήρ Ευάγγελος είμαι.
Και απαντάει η καλόγρια:
- Πατήρ Ευάγγελε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου με γεύση μέντας;
Ήταν ένας δημοσιογράφος που έκανε ρεπορτάζ για τη ζωή των μοναχών στο ¶γιο Όρος. Αφού τακτοποιήθηκε στο κελί του ξεκίνησε από τα βασικά. Τι τρώνε οι μοναχοί τι ώρες κοιμούνται κτλ. Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα ώσπου ένα βράδυ μέσα στα άγρια μεσάνυχτα του έρχεται να κατουρήσει. Σηκώνεται λοιπόν ο δημοσιογράφος και πηγαίνει στις τουαλέτες που ήταν κοινόχρηστες. Βγαίνοντας στον διάδρομο πηγαίνοντας προς τις τουαλέτες βλέπει από μια μισάνοιχτη πόρτα όλους τους καλόγερους μαζεμένους γύρω από ένα τραπέζι να έχουν βγάλει έξω τις που***ς τους να τις έχουν ακουμπήσει στο τραπέζι και ένα ποντίκι να γυρίζει γύρω- γύρω.
Μένοντας άφωνος από το περιστατικό και χωρίς να θέλει να γίνει αδιάκριτος συνεχίζει το δρόμο του. Στο διπλανό δωμάτιο όμως κοντοστέκεται αφού ακούει βογκητά ευχαρίστησης. Από την μισάνοιχτη πόρτα βλέπει έναν καλόγερο να πηδάει μια φοβερή γκόμενα. Μένοντας άφωνος από το περιστατικό και χωρίς να θέλει να γίνει αδιάκριτος συνεχίζει το δρόμο του. Στο επόμενο δωμάτιο όμως ακούει βογκητά πόνου και από την μισάνοιχτη πόρτα βλέπει ένα καλόγερο γυμνό και άλλους δύο να τον μαστιγώνουν. Αποφασίζει να μην μπουκάρει μέσα αλλά το πρωί μια- και δυο πάει και βρίσκει τον ηγούμενο της μονής.
- «Μα καλά τι πράγματα είναι αυτά?» αναφωνεί έξαλλος. «Έρχομαι στον οίκο του Θεού και βλέπω όργια! Όλοι οι μοναχοί καθισμένοι με τα πουλιά τους ακουμπισμένα σ’ ένα τραπέζι, ένας καλόγερος να πηδάει μια γκομενάρα, κι ένας άλλος δύστυχος να μαστιγώνεται!» «Μην βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα αγαπητέ μου», του λέει ο ηγούμενος.
- «Εμείς εδώ στο μοναστήρι για να μην πλήττουμε από την καθημερινότητα έχουμε φτιάξει ένα παιχνίδι».
- «Λοιπόν σας ακούω».
- «Να , μαζευόμαστε γύρω από ένα τραπέζι βγάζουμε τα πουλιά μας έξω, πάνω στο τραπέζι τρέχει ένα ποντίκι σε όποιου την πούτσα κάτσει το ποντίκι μπαίνει στο διπλανό δωμάτιο και πηδάει την γκόμενα» «Και στο άλλο δωμάτιο τι γίνεται?» τον ρωτάει απορημένος ο δημοσιογράφος «Στο άλλο δωμάτιο πάει εκείνος που έκανε την πουστιά να βάλει τυρί στην πο***α του»
Ένας Πόντιος καλόγερος βγαίνει με άδεια, έρχεται στην Αθήνα, γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει και στο τέλος, κουρασμένος, κάθεται σ` ένα καφενείο. Μία κυρία απ` το διπλανό τραπέζι τον ρωτάει:
- Είσαι πραγματικός καλόγερος;
- Να σου πω: ράσα φοράω, σε μοναστήρι μένω, σε όλες τις αγρύπνιες και τις ακολουθίες πάω, νηστεύω, προσεύχομαι, έχω γέροντα. Νομίζω ότι είμαι πραγματικός καλόγερος... Εσύ τι είσαι;
- Εγώ, είμαι λεσβία... Απ` το πρωί που θα σηκωθώ μέχρι το βράδυ που θα πάω για ύπνο όλο γυναίκες σκέφτομαι. Και στον ύπνο μου όλο γυναίκες ονειρεύομαι. Και για σεξ, μόνο γυναίκες θέλω...
Μετά απο λίγο φεύγει η γυναίκα. Ο καλόγερος έχει πέσει σε σκέψεις. Ένα ζευγάρι έρχεται και κάθεται δίπλα του. Κι αυτοί σε λίγο τα ίδια:
- Είσαι πραγματικός καλόγερος;
Και ο Πόντιος καλόγερος:
- Νόμιζα ότι ήμουνα, αλλά άλλαξα γνώμη. Νομίζω, είμαι λεσβία.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλόγρια που είχε πάει στην πόλη για κάποιες δουλειές και έχασε το τελευταίο λεωφορείο για το μοναστήρι. Μην έχοντας άλλη επιλογή αποφασίζει να κάνει οτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Που πηγαίνετε μοναχή;
- Για το μοναστήρι, απαντάει η καλόγρια.
- Μπές μέσα να σε πάω, της λέει η οδηγός.
Μπαίνει, λοιπόν μέσα η καλόγρια και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, καλοντυμένη, περιποιημένη και με ακριβά κοσμήματα.
Η καλόγρια γεμάτη περιέργεια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς, αν μου επιτρέπεται…. πόσο σας κόστισε αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια αναστατώθηκε, γυρίζει από την άλλη και βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, πόσο σας κόστισε αν επιτρέπεται;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Είχε περάσει η ώρα και πλησίαζαν στο μοναστήρι. Η καλόγρια όμως είχε λυσσάξει από περιέργεια και ήθελε πριν κατέβει να κάνει μια τελευταία ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με αν γίνομαι αδιάκριτη αλλά θα ήθελα να μάθω πόσο σας κόστισε αυτή η πολυτελής Mercedes που οδηγάτε.
- Μπα, ίσα-ίσα λίγες μόνο ερωτικές βραδιές.
Η καλόγρια, αν και αναστατωμένη, ευχαρίστησε την κυρία που την εξυπηρέτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και κλείνεται στο κελί της. Μετά από κάποια ώρα κάποιος της χτυπά την πόρτα.
- Ποιος είναι; ρώτησε η μοναχή.
- Εγώ είμαι αδελφή Τερέζα, ο πάτερ Νεκτάριος.
Και του απαντάει η καλόγρια:
- Πάτερ Νεκτάριε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου!
Ήταν μια φορά ένα αεροπλάνο, που πετούσε πάνω από τα Ιμαλάια, όταν ξαφνικά έπαθε βλάβη και έπεσε στην κορυφή του βουνού. Ένας από τους επιβάτες ξύπνησε σε ένα μοναστήρι και βλέπει από πάνω του ένα μάτσο μοναχούς. Ξεπροβάλλει ο αρχηγός τους, ο οποίος του λέει:
- Φίλε μου, θα σε ταΐσουμε, θα σε ποτίσουμε, θα σε περιποιηθούμε μέχρι να γίνεις καλά, αρκεί να μην βεβηλώσεις την παρθένα κόρη μου. Αλλιώς θα υποστείς τα τέσσερα κινέζικα βασανιστήρια..
- Εντάξει, λέει ο τύπος.
Την επόμενη μέρα λοιπόν, καθώς έκανε την βόλτα του στον κήπο του μοναστηριού, βλέπει μπροστά του την πανέμορφη, κούκλα κόρη του αρχηγού. Ε δεν άντεξε, και με διάφορες γαλιφιές κλπ. την κουτούπωσε!
Ξυπνάει λοιπόν την επόμενη μέρα αλυσοδεμένος στην στέγη του μοναστηριού, δίπλα από έναν τεράστιο γκρεμό. Διαβάζει μια ταμπέλα που λέει:
"1ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Τα χέρια σου είναι δεμένα με αλυσίδες".. Μόλις το αντιλαμβάνεται αυτό ο τύπος ξεσπάει σε γέλια, σκάφτοντας ότι αυτά για αυτόν είναι παιχνιδάκι.. Οπότε με μια κίνηση, ΤΣΟΥΠ! σπάει τις αλυσίδες..
Ύστερα, κοιτώντας πιο κάτω, βλέπει μια τεράστια κοτρόνα και μια ταμπέλα που λέει:
"2ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Μια πέτρα είναι πάνω στην κοιλιά σου". Ξεσπά ξανά σε γέλια, και με την ίδια ευκολία σηκώνει την πέτρα και την πετάει στον γκρεμό.
Κάτω όμως από την πέτρα βλέπει ένα άλλο ταμπελάκι που λέει:
"3ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Το αριστερό σου αρχ*** είναι δεμένο πάνω στην πέτρα"
. Φυσικά, για να ... σώσει την οικογένεια, πηδάει στον γκρεμό, όπου και βλέπει μια άλλη ταμπέλα που γράφει:
"4ο ΚΙΝΕΖΙΚΟ Βασανιστήριο: Το άλλο σου αρχ*** είναι δεμένο πάνω στην στέγη!"
Καλημέρα σας κυρίες μου, είπε ο Σέρλοκ Χολμς όταν συνάντησε στο δρόμο τρεις κυρίες να τρώνε απολαυστικά από μια μπανάνα η κάθε μια.
- Είναι γνωστές σου; τον ρώτησε ο Dr. Watson.
- Όχι, απάντησε ο Χολμς, ποτέ δεν έχω ξανασυναντήσει την καλόγρια, την πουτάνα και την νιόπαντρη που μόλις πέρασαν.
- Θεέ και κύριε, απόρησε ο Watson, πως τα κατάλαβες όλα αυτά;
- Στοιχειώδες αγαπητέ μου, απάντησε με το γνωστό του χαμόγελο ο δαιμόνιος ντεντέκτιβ. Η καλόγρια κρατούσε τη μπανάνα με το ένα χέρι και με το άλλο την έκοβε κομματάκια και την έβαζε στο στόμα. Η πουτάνα πάλι την κράταγε με τα δύο της χέρια και την έβαζε βαθιά στο στόμα της αφού πρώτα έγλυφε την κορφή με τη γλώσσα της.
- Εκπληκτικός συλλογισμός, παρατήρησε ο Watson, και η τρίτη πως κατάλαβες ότι ήταν νιόπαντρη;
- Πανεύκολο αγαπητέ μου ! τον αποστόμωσε ο Χολμς. Με το ένα χέρι κράταγε τη μπανάνα και με το άλλο έσπρωχνε το κεφάλι της προς αυτή.
Βρισκόμαστε στις πύλες του παραδείσου ημέρα Τετάρτη που ο Αγιος Πέτρος αξιολογεί τις αμαρτίες κάποιων καλογριών πριν μπουν στον παράδεισο.
Είναι λοιπόν δέκα καλόγριες στη σειρά και ρωτάει ο Αγιος Πέτρος την πρώτη:
- Για πες μας εσύ Αννούλα τι αμαρτίες έχεις;
- Εγώ θυμάμαι στα νιάτα μου είχα δει κρυφά το πέος του ψάλτη, μόνο αυτό έχω κάνει.
- Για τιμωρία βλέπεις αυτό το καζάνι με καυτό νερό, θα πας και θα πλύνεις τα μάτια σου.
- Για πες μας εσύ Ιωάννα τι αμαρτίες έχεις;
- Εγώ όταν ήμουνα μικρή το έπιασα κιόλας το πέος του ψάλτη.
- Για τιμωρία εσύ θα βάλεις το χέρι σου μέσα στο καυτό νερό.
Ακούγεται μία φωνή από το βάθος από την τελευταία στην ουρά:
- Συγνώμη Αγιε μου, μπορώ να περάσω τώρα;
- Όχι τέκνο μου, θα έρθει η σειρά σου.
- Σας παρακαλώ είναι ανάγκη.
- Τι ανάγκη πια έχεις και βιάζεσαι τόσο πολύ;
- Να, θέλω να τιμωρηθώ πριν την Μάρθα που έχει σειρά τώρα, να κάνω τις γαργάρες μου πριν βάλει μέσα τον κώλο της...
Είναι ένα μοναστήρι στην έρημο. Ένα απόγευμα δέχεται επίθεση από κάτι ληστές Που το καταλαμβάνουν το λεηλατούν και βιάζουν τις καλόγριες. Τρέχει λοιπόν Ένας να ειδοποιήσει τους μοναχούς του πλησιέστερου μοναστηριού. Φτάνει Λοιπόν στο μοναστήρι και χτυπάει απεγνωσμένα την πόρτα.
- Θέλω να δω τον ηγούμενο θέλω να δω τον ηγούμενο!
- Τι τον θες τον ηγούμενο τέτοια ώρα;
- Θέλω να δω τον ηγούμενο θέλω να δω τον ηγούμενο!
Τον πάνε στον ηγούμενο Ηγούμενος: Τι έγινε;
- Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι!
- Ναι Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι και το κατέλαβαν!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι και το κατέλαβαν!
- Ναι Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν και το Λεηλάτησαν!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν και το Λεηλάτησαν!
- Ναι πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το λεηλάτησαν Και βίασαν τις μοναχές!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το Λεηλάτησαν και βίασαν τις μοναχές!
- Ναι Πάτερ, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το λεηλάτησαν Και βίασαν τις μοναχές εκτός από την αδελφή Μαρία!
Ηγούμενος: Τι, οι ληστές επιτέθηκαν στο μοναστήρι, το κατέλαβαν, το Λεηλάτησαν και βίασαν τις μοναχές εκτός από την αδελφή Μαρία!
- Ναι Πάτερ!
Ηγούμενος: Και γιατί εκτός από την αδελφή Μαρία;
- Εεεεε, δεν ήθελε.
Ένας δημοσιογράφος κάνει μια έρευνα για τα μοναστήρια της χώρας του. Μετά λοιπόν από αρκετό χρόνο οδοιπορικού καταλήγει σε μια μόνη, σ` ένα απομακρυσμένο μέρος, όπου δεν πατάει ψυχή. Οι μοναχοί τον υποδέχονται θερμά και τον φιλοξενούν το βράδι.
Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ο δημοσιογράφος σηκώνεται για να πάει στην τουαλέτα. Στο δρόμο ακούει φωνές και βογκητά από ένα κτίριο. Πλησιάζει και μένει άφωνος απ` αυτό που βλέπει. Όλοι οι μοναχοί να στέκονται όρθιοι μπροστά από μια μεγάλη τραπεζαρία, να έχουν βγάλει τις πούτσες τους πάνω στο τραπέζι και ένα ποντίκι να τρέχει γύρω γύρω.
Οι φωνές όμως που άκουγε γίνονταν πιο έντονες στο διπλανό δωμάτιο. Μπαίνει μέσα και τι βλέπει. Έναν μοναχό να πηδάει μια θεογκόμενα. Ο δημοσιογράφος κουφαίνεται μ` αυτά που βλέπει.
Είναι δυνατό να γίνονται τέτοια πράγματα σ` ένα μοναστήρι, αναρωτιέται, μέχρι που μπαίνει και στο δίπλα δωμάτιο κι εκεί βγαίνει από τα ρούχα του. Βλέπει δύο μοναχούς να έχουν κρεμάσει ένα τρίτο και να τον μαστιγώνουν.
Την επόμενη μέρα πάει έξαλλος να βρει τον ηγούμενο και να του κάνει τα παράπονα του:
- "Καλά δε ντρέπεστε άγιοι άνθρωποι σαν και σας, που πρέπει να κατευθύνετε τον κόσμο, να κάνετε τέτοια αίσχη κάθε βράδι!"
Και ο ηγούμενος ήρεμα ήρεμα του απαντάει:
- "Τέκνον μου πρέπει να καταλάβεις ότι είμαστε κι εμείς άνθρωποι και έχουμε κάποιες ανάγκες. Έτσι λοιπόν έχουμε φτιάξει ένα παιχνίδι για τη διασκέδαση μας."
- "Δηλαδή; Γίνετε πιο κατανοητός."
- "Να, κάθε βράδι συγκεντρωνόμαστε όλοι στην τραπεζαρία, βγάζουμε τις πούτσες μας έξω και βάζουμε ένα ποντίκι να τρέχει γύρω. Σ` όποιον πάει και σταματήσει, ο τυχερός πάει στο διπλανό δωμάτιο και γαμάει την γκόμενα."
- "Καλά και στο τρίτο δωμάτιο τι κάνετε;"
- "Στο τρίτο δωμάτιο στέλνουμε εκείνον που έχει κάνει πουστιά και έχει βάλει τυρί πάνω στην πούτσα του."
Οι τρεις γιοί μιας ηλικιωμένης κυρίας αποφασίζουν να της κάνουν δώρα για να την ευχαριστήσουν .
Ο πρώτος της φτιάχνει ένα σπίτι πραγματικό παλάτι με 14 δωμάτια .
Ο δεύτερος της αγοράζει μια Mercedes και προσλαμβάνει και οδηγό .
Ο τρίτος μια και ήξερε πόσο θρήσκα ήταν η μητέρα του της αγοράζει ένα παπαγάλο που προηγούμενα σπούδαζε σε μοναστήρι και ξέρει όλη την Αγία γραφή απ έξω ! Αρκεί να του πουν το νούμερο ενός κεφαλαίου και το λέει όλο απ έξω !
Μετά από λίγο καιρό περνούν τα παρακάτω γράμματα από την μητέρα τους .
Στον πρώτο :
Μίλτο μου , Το σπίτι που μου αγόρασες είναι πολύ ωραίο και μεγάλο , αλλά εγώ ζω σε ένα δωμάτιο ενώ πρέπει να το καθαρίζω όλο !
Στον δεύτερο :
Γεράσιμε, σε ευχαριστώ για το αυτοκίνητο , αλλά γέρασα και δεν ταξιδεύω ! Μένω συνέχεια σπίτι και αυτός ο οδηγός είναι τόσο αγενής !
Στον τρίτο :
Αγαπημένε μου Κώστα ! Το κοτόπουλο ήταν νοστιμότατο !
Μια φορά ήταν ένας τουρίστας που ταξίδευε με λεωφορείο. Μια μέρα λόγο παρατεταμένης στέρησης ρωτά τον εισπράκτορα για το που μπορεί να βρει μια γυναίκα. Ο εισπράκτορας του λέει:
- Εδώ πιο κάτω είναι ένα μοναστήρι και οι καλόγριες βγαίνουν για να ποτίσουν τα χωράφια. Εσύ θα πας εκεί κοντά και άμα δεις καμία που να έχει απομακρυνθεί απο τις άλλες βγες απότομα μπροστά της και πες:
- "Είμαι απεσταλμένος του Θεού και έχω εντολή να σε γαμήσω." και αυτή θα σου κάτσει.
Έτσι ο τουρίστας αφού ευχαρίστησε τον εισπράκτορα στην επόμενη στάση πάει στο μοναστήρι βλέπει μια απομακρυσμένη καλόγρια πετάγεται μπροστά της και κάνει ότι του είχε πει ο εισπράκτορας.
Αφού τελείωσε είχε τύψεις και λέει στην καλόγρια:
- Συγνώμη δεν είμαι απεσταλμένος του Θεού, σου είπα ψέματα.
Και η καλόγρια του απαντά:
- Μη στεναχωριέσαι! και εγώ ο εισπράκτορας είμαι.