Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Είναι ένας παππούς και πάει στη Μύκονο. Βρίσκει ένα ξενοδοχείο κοντά σε πλαζ γυμνιστών, παίρνει μια ξαπλώστρα και αράζει.
Κάποια στιγμή περνάει μια κοπέλα τσίτσιδη από μπροστά του, τη βλέπει και... "νταααν" του σηκώνεται. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα φτάνει δίπλα του μία άλλη κοπέλα ολόγυμνη και τον ρωτάει:
- Με καλέσατε;
Τα χάνει ο παππούς:
- Όχι κοπέλα μου, της λέει, δε σε κάλεσα.
- Μα πώς, λέει η κοπέλα και ανεβαίνει επάνω του και...
Τελειώνει η κοπελιά, φεύγει, συνέρχεται και ο παππούς από το σοκ. Μετά από λίγο, ο παππούς κλάνει και τσουπ σκάει δίπλα του ένας μαύρος.
- Με καλέσατε;
Τα χάνει ο παππούς.
- Όχι, παλικάρι μου, δε σε κάλεσα, του απαντάει.
- Μα πώς, λέει ο μαύρος, τον γυρίζει μπρούμυτα και...
Τελειώνει ο μαύρος, φεύγει, συνέρχεται και ο παππούς τα μαζεύει και πάει στη ρεσεψιόν όπου ζητάει λογαριασμό για να φύγει.
- Μα γιατί θέλετε να φύγετε, ρωτάει η ρεσεψιονίστ, δεν περνάτε καλά;
- Όχι κοπέλα μου, της απαντάει ο παππούς, δεν είδες τι έγινε;
- Μα και βέβαια είδα, δε σας άρεσε;
- Τι να μου αρέσει, κοπέλα μου; Μου σηκώνεται 1 φορά το μήνα και κλάνω 50 φορές την ημέρα...!
Ένας παππούς κερδίζει μία βδομάδα δωρεάν διακοπές σε ένα ακριβό ξενοδοχείο. Ξεκινάει το πρωί για την θάλασσα και βλέπει οτι υπήρχε εκεί κοντά παραλία γυμνιστών και αποφασίζει να την επισκεφθεί.
Όπως ήταν ξαπλωμένος γυμνός ανάσκελα και έβλεπε γυναικείες κορμάρες να περνάνε απο μπροστά του άρχισε σιγά σιγά να του σηκώνεται. Ξαφνικά βλέπει μια κουκλάρα να φτάνει.
- Γεια σας, του λέει.
- Γειά, λέει ο παππούς.
- Με ζητήσατε; του λέει η γκόμενα.
- Εγώ κορίτσι μου; Όχι, κάποιο λάθος κάνεις.
- Εσείς μπορεί όχι, αλλά η φύση ναί, λέει αυτή και κάθεται στη σηκωμένη του παππού.
Μετά απο λίγο ευχαριστημένος ο παππούς γυρνάει μπρούμυτα και λιαζότανε. Ξαφνικά του φεύγει μια πορδή και βλέπει έναν αράπη να πλησιάζει.
- Γεια σας, του λέει.
- Γειά, λέει ο παππούς.
- Με ζητήσατε; του λέει ο αράπης.
- Εγώ όχι, παιδάκι μου, κάποιο λάθος κάνεις.
- Εσείς μπορεί όχι, αλλά η φύση ναί, λέει και τον πιάνει ο αράπης και του πετάει τα μάτια έξω.
Νευριασμένος ο παππούς μετά απο το συμβάν που του έτυχε στη παραλία γυρνάει στο ξενοδοχείο για να φύγει.
- Μα γιατί δεν είστε ευχαριστημένος; του λέει ο ρεσεψιονίστ.
- Ακου να σου πω, του απαντάει ο παππούς με σοβαρό ύφος, στην ηλικία μου, μου σηκώνεται μια φορά το χρόνο αλλά κλάνω 20 φορές την μέρα!
Ήταν ένας Αμερικάνος, ένας Ιάπωνας και ένας Κινέζος σε ένα αεροπλάνο. Περνάνε πάνω από την Ιαπωνία και ο Ιάπωνας πετάει δύο μαχαίρια από το αεροπλάνο.
Αμερικάνος :
- Γιατί ρε, πέταξες τα μαχαίρια;
Ιάπωνας :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό τα πέταξα.
Περνάνε πάνω από την Κίνα και ο Κινέζος πετάει ένα μαχαίρι.
Αμερικάνος :
- Γιατί ρε, πέταξες το μαχαίρι;
Κινέζος :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό το πέταξα.
Περνάνε πάνω από την Αμερική και ο Αμερικάνος πετάει μία βόμβα.
Κινέζος :
- Γιατί ρε, πέταξες την βόμβα ;
Αμερικάνος :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό την πέταξα.
Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε κατέβηκε ο Αμερικάνος, ο Κινέζος και ο Ιάπωνας και άρχισαν να περπατάνε. Εκεί που περπατούσανε συναντάνε ένα κορίτσι να κλαίει.
Αμερικάνος :
- Γιατί κλαις κοριτσάκι;
Κορίτσι :
- Γιατί έπεσαν δύο μαχαίρια από τον ουρανό και σκότωσαν τον πατέρα μου.
Περπατάνε και συναντάνε ένα αγοράκι να κλαίει.
Ιάπωνας :
- Γιατί κλαις αγοράκι;
Αγόρι :
- Γιατί έπεσε ένα μαχαίρι από τον ουρανό και σκότωσε την μητέρα μου.
Περπατάνε και συναντάνε ένα αγόρι να γελάει.
Κινέζος :
- Γιατί γελάς αγοράκι;
Αγόρι :
- Γιατί εκεί που καθόμασταν και βλέπαμε τηλεόραση ο παππούς έκλασε και έπεσε το σπίτι.
Λέει μια μέρα η δασκάλα στη τάξη: Aύριο παιδιά μου θα φέρετε όλοι σας από ένα εργαλείο και θα μας πείτε σε τι χρησιμεύει.
Την επόμενη μέρα:
- Ελενίτσα τι μας έφερες;
- Κυρία έφερα ένα κατσαβίδι.
- Και τι είπε ο μπαμπάς σου ότι κάνει;
- Με αυτό κυρία βιδώνουμε τις βίδες και φτιάχνουμε πολλά ωραία πράγματα.
- Μπράβο Ελενίτσα! Κι εσύ Κωστάκη;
- Εγώ έφερα το σφυρί.
- Και τι είπε ο δικός σου μπαμπάς;
- Ότι με αυτό φτιάχνουμε αλλά και χαλάμε.
- Μπράβο και σε σένα Κωστάκη! Εσύ Τοτέ;
- Κυρία μπορώ να πάρω άλλα 5 παιδάκια;
- Τι να τα κάνεις Τοτέ;
- Είναι λίγο μεγάλο κυρία.
- Εντάξει.
Μετά από λίγο αγκομαχώντας ξαναμπαίνουν μέσα τα παιδάκια με ένα τεράστιο πράγμα.
- Τι είναι αυτό Τοτέ;
- Αυτό κυρία είναι ο ρυθμιστής των καρδιακών χτύπων του παππού μου.
- Και τι είπε ο παππούς όταν το πήρες;
- Ααααααααααχχχχχχχχχχ!
Παντρεύεται κάποιος και θέλει να κάνει εντύπωση στη γυναίκα του την πρώτη νύχτα του γάμου. Μετά την τελετή λοιπόν μπαίνει στην τουαλέτα και παίρνει 10 viаgrа! Μετά από μίση ώρα γυρίζουν τα μάτια του, αφρίζει το στόμα του και βγαίνει στο διάδρομο με το καυ** έξω! Μπαίνει στο σαλόνι που έβλεπε ο πεθερός του τηλεόραση, τον βάζει κάτω και του ρίχνει τρείς. Συνεχίζει τρελαμένος, φτάνει στην κουζίνα βρίσκει την πεθερά του και την ξεσκί***!
Ξαναπαίρνει φορά, πετυχαίνει τη γιαγιά στο Χολ και της πετάει τα μάτια έξω! Βγαίνει στον κήπο, πιάνει το σκυλάκι και το ξεκωλ****! Ξαναμπαίνει στο σπίτι, πάει στην κρεβατοκάμαρα που ήταν η γυναίκα του και της σπάει τη λεκάνη από το πολύ γαμ***! Στο τέλος πεθαίνει από υπερκόπωση...
Την επόμενη στην κηδεία πλησιάζει τον πεθερό του μια γειτόνισσα και του λέει:
"Συλλυπητήρια κύριε Θανάση, τι κακό σας βρηκε, απο γάμο σε κηδεία". Δε μας χέζεις κύρια Τούλα, ο μακαρίτης ξέσκ*** εμένα, τη γυναίκα μου, την κόρη μου, τη μανά μου, το σκυλάκι, του τραβήξαμε και εφτά μαλα**** για να κλείσει το φέρετρο...
Πριν μερικά χρόνια οι " κυρίες " των " κόκκινων φαναριών " περνούσαν κάθε μήνα από υγειονομικό έλεγχο .
Είχε φτάσει η συγκεκριμένη μέρα και όλα τα " κορίτσια " είχαν μαζευτεί έξω από το γραφείο του γιατρού και περίμεναν τη σειρά τους . Περνάει τυχαία έξω από το ιατρείο μια γριά , βλέπει τα "κορίτσια " μαζεμένα και ρωτάει μία .
- Τι γίνεται κορίτσι μου εδώ και είστε όλες μαζεμένες . Επειδή η κοπέλα ντράπηκε να της πει την αλήθεια της λέει :
- Καραμέλες μοιράζουν γιαγιά . Τότε λέει και η γιαγιά :
- Θα μείνω κι εγώ να πάρω . Και έμεινε στην ουρά . Μετά από λίγη ώρα έρχεται και της γιαγιάς η σειρά . Μόλις τη βλέπει ο γιατρός γουρλώνει τα μάτια του και γεμάτος έκπληξη τη ρωτάει .
- Κι εσύ γιαγιά ; Και η γιαγιά :
- Γιατί παιδάκι μου δεν έχω ψυχή εγώ ; - Ναι βρε γιαγιάκα αλλά εσύ δεν έχεις ούτε δόντια .
- Δεν πειράζει παιδάκι μου εγώ τις γλύφω .
Μια μέρα καθόταν στην ...
Μία μέρα καθόταν στην αυλή ο παππούς μαζί με τον εξάχρονο εγγονό του και χαζεύανε. Κάποια στιγμή ο παππούς βγάζει ένα μπουκάλι κρασί και τραβάει μία γουλιά. Βλέποντας αυτό ο πιτσιρικάς του λέει:
- Παππού, μου δίνεις και μένα μία γουλιά;
- Δε μου λες μικρέ! Αν τραβήξεις το πουλί σου μπορεί να φτάσει στον κώλο σου;
- Όχι, απαντά ο μικρός.
- Τότε είσαι πολύ μικρός για να πιεις κρασί.
Λίγο αργότερα ο παππούς βγάζει ένα πούρο και αρχίζει να καπνίζει.
- Παππού, μου δίνεις και μένα ένα τσιγάρο; ρωτάει ο μικρός.
- Δε μου λες μικρέ! Αν τραβήξεις το πουλί σου μπορεί να φτάσει στον κώλο σου;
- Όχι, απαντά ο μικρός.
- Τότε είσαι πολύ μικρός για να καπνίσεις τσιγάρο.
Απογοητευμένος ο εγγονός μπαίνει μέσα στο σπίτι και σε λίγο βγαίνει κρατώντας ένα ποτήρι γάλα και κουλουράκια.
- Μικρέ μου δίνεις ένα κουλουράκι; ρωτάει ο παππούς.
Και ο μικρός απαντά:
- Δε μου λες παππού! Αν τραβήξεις το πουλί σου μπορεί να φτάσει στον κώλο σου;
- Ναι, βέβαια! λέει ο παππούς.
- Τότε άντε και γαμ**ου γιατί η γιαγιά μου είπε ότι τα κουλουράκια είναι μόνο για μένα.
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."
Πριν από πολλά πολλά χρόνια, όταν ήμουν 25 ετών, παντρεύτηκα μία γυναίκα χήρα.
Αυτή η χήρα είχε μία μεγάλη κόρη. Ο πατέρας μου ερωτεύτηκε την κόρη της χήρας και σύντομα παντρεύτηκαν. Το γεγονός αυτό έκανε τον πατέρα μου γαμπρό μου, και από τότε άλλαξε η ζωή μου. Η θετή μου κόρη έγινε και μητριά μου (αφού είναι η γυναίκα του πατέρα μου). Τα πράγματα περιεπλάκησαν όταν η γυναίκα μου γέννησε ένα αγοράκι. Ο μικρός γιος μου (εγγονός του πατέρα μου) έγινε και κουνιάδος του πατέρα μου (αφού είναι αδελφός της γυναίκας του). Aρα έγινε και θείος μου (γεγονός που με λύπησε πολύ). Διότι αφού είναι θείος μου, είναι και αδελφός της κόρης της χήρας (της γυναίκας του πατέρα μου), η οποία φυσικά είναι και μητριά μου (αφού είναι και γυναίκα του πατέρα μου). Η γυναίκα του πατέρα μου (η μητριά μου), κατόπιν γέννησε έναν γιο (πράγμα που μας έβαλε σε ακόμα μεγαλύτερους μπελάδες). Αυτός πλέον είναι ο εγγονός μου (αφού είναι ο γιος της θετής μου κόρης). Η γυναίκα μου (η χήρα) είναι μητέρα της μητριάς μου. Συνεπώς, δεν είναι μόνο γυναίκα μου, είναι και γιαγιά μου. Αφού δε η γυναίκα μου είναι και γιαγιά μου, τότε εγώ είμαι και εγγονός της. Kάθε φορά που τα σκέπτομαι όλα αυτά, τρελαίνομαι. Διότι ως σύζυγος της γιαγιάς μου, είμαι αναγκαστικά και ο παππούς μου !