Υπάρχουν 365 ημέρες .
Κοιμόμαστε 8 ώρες την ημέρα που μας κάνουν 122 ημέρες τον χρόνο .
Εάν αφαιρεθούν από τις 365 μας μένουν 243 .
Επίσης κάθε μέρα έχετε 8 ώρες ανάπαυσης που μας κάνουν άλλες 122 ημέρες .
Αν τις αφαιρέσουμε και αυτές μας μένει ένα υπόλοιπο 121 μέρες .
Υπάρχουν 52 Κυριακές τις οποίες δεν δουλεύεται .
Αν τις αφαιρέσουμε μας απομένουν , 69 μέρες .
Αν πάρετε και το Σάββατο απόγευμα σαν αργία μας κάνει 52 μισές μέρες ή 26 ακόμα ημέρες αργίας .
Έτσι μας μένει ένα υπόλοιπο 43 ημέρες .
Κάθε μέρα έχετε 1 ώρα παύση για φαγητό .
Αυτές οι ώρες αν προστεθούν μας κάνουν 16 ημέρες τον χρόνο .
Αν τις αφαιρέσουμε και αυτές μας έμειναν 27 ημέρες .
Παίρνεται άδεια κάθε χρόνο 21 ημέρες έτσι μας μένουν 6 μέρες .
Αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν 5 εθνικές αργίες κατά την διάρκεια του χρόνου μας μένει μόνο 1 μέρα .
Και μετα απο ολα αυτα ζητατε και αυξηση !
Ο νεαρός Παύλος κάλεσε τη μητέρα του για φαγητό. Η μητέρα, παρατήρησε ότι ο Μάκης, ο συγκάτοικος του γιόκα της, ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι. Από καιρό υποψιαζόταν ότι κάτι μπορεί να "παιζόταν" ανάμεσά τους και η ομορφιά του Μάκη ενίσχυσε αυτές τις υποψίες.
Όσο πέρναγε η ώρα και παρατηρούσε τον τρόπο που τα δυο παλικάρια συμπεριφέρονταν μεταξύ τους, όλο και περισσότερο αναρωτιόταν μήπως η σχέση τους έκρυβε κάτι παραπάνω από αυτή δύο τυπικών αρσενικών συγκατοίκων.
Διαβάζοντας τη σκέψη της ο Παυλάρας, της ξεκαθαρίζει αντρίκια:
- Ξέρω τι σκέφτεσαι, αλλά σε διαβεβαιώ ότι ο Μάκης κι εγώ είμαστε Καμιά βδομάδα μετά λέει ο Μάκης στον Πάυλο :
- Από τότε που ήρθε η μάνα σου για φαγητό, δεν μπορώ να βρω το τηγάνι. Δεν πιστεύω να το πήρε μαζί της;
- Το αποκλείω, αλλά για καλό και για κακό θα της στείλω ένα mail...
"Αγαπητη μητερα,
Δεν ισχυριζομαι οτι "πηρεσ" το τηγανι απο το σπιτι μου και δεν ισχυριζομαι οτι "δεν πηρεσ" το τηγανι απο το σπιτι μου. Το γεγονοσ ομωσ ειναι οτι εχουμε χασει το τηγανι απο την ημερα που ηρθεσ για φαγητο.
Με αγαπη
Παυλοσ"
Μερικές μέρες μετά, ο Παύλος έλαβε ένα mail από τη μαμά του που έγραφε:
"Αγαπητε γιε μου,
Δεν ισχυριζομαι οτι "κοιμασαι" με τον μακη και δεν ισχυριζομαι οτι "δεν κοιμασαι" με τον μακη. Το γεγονοσ ομωσ ειναι οτι αν ο μακησ κοιμοταν στο κρεβατι του, θα το ειχατε βρει μεχρι τωρα το τηγανι.
Με αγαπη
Η μαμα"
Τρεις άντρες, ένας ξυλουργός, ένας μαραγκός κι ένας παγωτατζής, περιπλανιόντουσαν στην έρημο διψασμένοι και κουρασμένοι.
Ξαφνικά βλέπουν έναν τεράστιο πύργο και τρέχουν να ζητήσουν λίγο φαγητό και νερό.
Χτυπάνε την πόρτα και βγαίνει μία πολύ όμορφη γυναίκα, η οποία τους ρωτάει:
- Τι θέλετε;
Εκείνοι απαντούν:
- Λίγο φαγητό για να πάρουμε δυνάμεις και μετά θα φύγουμε.
- Σύμφωνοι, λέει η γυναίκα, αλλά θα με αφήσετε να σας κόψω τα πουλιά σας.
- Εντάξει, λένε οι άντρες, εάν είναι να φάμε...
Αφότου έφαγαν παίρνει τον πρώτο σε ένα δωμάτιο και...
- Αααα!
Μόλις το άκουσαν οι άντρες τρομοκρατήθηκαν.
Παίρνει τον δεύτερο...
- Ιιιααααιιιξξ!
Όταν έρχεται και η σειρά του τρίτου την ρωτάει:
- Γιατί ήταν τόσο διαφορετικός ο ήχος που έβγαλε ο καθένας τους;
Εκείνη του απαντά:
- Ο πρώτος ήταν ξυλοκόπος και έτσι του το έκοψα με τσεκούρι, και του δεύτερου που ήταν μαραγκός του το έκοψα με πριόνι.
- Κι εγώ που είμαι παγωτατζής, θα μου το γλύφεις μέχρι να πέσει;
Ένας Ελληνοαμερικάνος επισκέπτεται τον αδερφό του, βοσκό στην Κρήτη. Έχει μαζί του κι ένα σκύλο ράτσας Αλάσκας. Τον βλέπει ο βοσκός και παρακαλά.
- Aσε μου ρε αδερφέ το σκύλο εδώ, εγώ θα τον έχω στην περιποίηση, και τέτοιο σκύλο δε βρίσκω εδώ ενώ εσύ θα ξαναβρείς!
- Ναι! του λέει κι ο ξενιτεμένος άλλά θέλω να ζει σαν ... Άνθρωπος! Εμείς στην Αμερική είμαστε πολύ φιλόζωοι!
- Να μην στεναχωριέσαι! Στη μάντρα ή στο σπίτι θα τον έχω πάντα μαζί μου και μόνο κρέας και γάλα θα τρώει! Με τα πολλά λύγισε ο Αμερικάνος στη θέληση του αδερφού του. Περνάνε δέκα χρόνια, μοιραία πεθαίνει ο σκύλος. Τηλεφωνά ο βοσκός στον αδερφό του, και παίρνει την απάντηση.
- Α!είπαμε σαν άνθρωπος! θα τον κηδέψεις χριστιανικά.
- Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Πές το στον παπά του χωριού να το κάνει!
Πάει ο βοσκός στον παπά του λέει ότι θέλει χριστιανική κηδεία για το λυκόσκυλο και του λέει ο παπάς:
- Σήφη, την τσικουδιά να την λιγοστέψεις! ήντα ναι αυτά που μου ζητάς!
- Μα ο αδερφός μου λέει... Παίρνει το κινητό (ναι! το νου σας! όλοι οι βοσκοί στην Κρήτη είχαν κινητά πριν τους δικηγόρους! ζωοκλοπές βλέπετε!) και μιλά με τον αδερφό του.
- Δώσε μου τον παπά! - λέει εκείνος: Έλα παπα-Λάμπρο με ακούς; δυόμισυ χιλιάδες δολάρια σου στέλνω για την κηδεία του σκύλου αλλά να γίνει όπως πρέπει! εντάξει;
- Εντάξει! εντάξει.
Κλείνει το κινητό ο παπάς και λέει του Σήφη.
- Καλά ρε κουμπάρε! γιατί δεν μου λές από την αρχή ότι ο σκύλος σου... Ήταν Ορθόδοξος;
Η εποχή των Barbeques αρχίζει! Να σας θυμίσουμε την συνηθισμένη διαδικασία αυτηνής της καλοκαιρινής μαγειρικής.
To Barbecue:
Σε αυτήν την δραστηριότητα τα ταλέντα της μαγειρικής ενός αληθινού άνδρα.
Μόλις ένας άνδρας δηλώσει εθελοντής να κάνει αυτό το είδος μαγειρικής, η αλυσίδα γεγονότων ακολουθεί ως εξής:
Ο ανδρασ
1. Ο άνδρας βγάζει την ψησταριά και τα κάρβουνα.
Η γυναικα
2. Η γυναίκα πλένει την σχάρα.
3. Η γυναίκα πάει στο μπακάλικο.
4. Η γυναίκα πάει στο χασάπικο.
5. Η γυναίκα πάει στο ζαχαροπλαστείο.
6. Η γυναίκα ετοιμάζει την σαλάτα και τα λαχανικά.
7. Η γυναίκα ετοιμάζει τα κρέατα για το ψήσιμο.
8. Η γυναίκα βάζει σε ένα δίσκο τα κρέατα με τα σχετικά μπαχαρικά και τα εργαλεία του ψησίματος.
9. Η γυναίκα φέρνει την σχάρα καθαρή και το δίσκο στον άνδρα που είναι ξαπλωμένος δίπλα στην ψησταριά απολαμβάνοντας την μπύρα του.
10. Ο άνδρας βάζει το κρέας πάνω στην σχάρα.
11. Η γυναίκα μπαίνει στο σπίτι να στρώσει το τραπέζι.
12. Η γυναίκα ρίχνει μια ματιά στα λαχανικά που βράζουν.
13. Η γυναίκα ετοιμάζει το επιδόρπιο.
14. Η γυναίκα ξανά βγαίνει έξω να πει στον άνδρα της ότι καίγεται το κρέας.
15. Ο άνδρας βγάζει το κρέας που παράψήθηκε από την σχάρα και το πάει στην γυναίκα του.
16. Η γυναίκα ετοιμάζει τα πιάτα και τα βάζει στο τραπέζι.
17. Ο άνδρας βάζει να πιούνε.
18. Η γυναίκα ξεστρώνει το τραπέζι και ετοιμάζει τον καφέ.
19. Η γυναίκα σερβίρει τον καφέ και το επιδόρπιο.
20. Μετά το γεύμα, η γυναίκα μαζεύει το τραπέζι και το τραπεζομάντιλο.
21. Η γυναίκα πλένει τα πιάτα και συμμαζεύει την κουζίνα.
22. Ο άνδρας αφήνει την ψησταριά όπως είναι γιατί ακόμη καίγονται τα κάρβουνα.
23. Ο άνδρας ρωτάει την γυναίκα του αν χάρηκε που δεν μαγείρεψε σήμερα.
24. Με ένα απορημένο ύφος ο άνδρας βγάζει συμπέρασμα ότι οι γυναίκες δεν είναι ποτέ ευχαριστημένες.
Μετα-Πυρηνική Ζωή Κι Ασφάλεια:
1. Ποτέ μην μπεις σε ανελκυστήρα σε κτίριο που το χτύπησε πυρηνική βόμβα, χρησιμοποίησε τις σκάλες.
2. Αν πετάς στον αέρα, θυμήσου να κυλίσεις όταν χτυπήσεις στο έδαφος.
3. Αν πάρεις φωτιά, απέφυγε την βενζίνη κι άλλα εύφλεκτα υλικά.
4. Μην προσπαθείς να επικοινωνήσεις με πεθαμένους - θα σε οδηγήσει μόνο σε ψυχολογικά προβλήματα.
5. Το φαγητό θα είναι σπάνιο, θα τρως ότι βρεις. Μάθε να αναγνωρίζεις τα φαγητά που θα είναι διαθέσιμα μετά την βόμβα: Πατάτες πουρέ, κρέας σε σκόνη, κτλ.
6. Βάλε το χέρι σου μπροστά από το στόμα σου όταν φταρνίζεσαι, τα εσωτερικά όργανα θα είναι σπάνια στην μετά-πυρηνική εποχή.
7. Προσπάθησε να είσαι κομψός, να πέφτεις μόνο με προσχεδιασμένους τρόπους.
8. Τα χαρτονομίσματα των εκατό δολλαρίων έχουν την ίδια θρεπτική αξία με αυτά του ενός δολλαρίου, αλλά είναι λιγότερο ανθυγιεινά λόγω της περιορισμένης κυκλοφορίας.
9. Μάζεψε κούκλες από τώρα, κάποια ανταλλακτικά θα παρουσιάσουν έλλειψη στην μετά-πυρηνική εποχή.
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."