Το top-ten των "καλύτερων" εχθρικών διαλόγων των τελευταίων ετών!Τσαμπουκάδες, δηλητηριώδεις ατάκες και νάζια μεταξύ επωνύμων. Πώς λέμε η αγάπη θέλει δύο για να ζεσταθεί; Ε, έτσι ακριβώς και ο καβγάς.
Δέσποινα Βανδή:
"Η Βίσση είναι τριάντα χρόνια στο τραγούδι και εγώ δεν είμαι ούτε τριάντα χρονών".
Aννα Βίσση:
"Με τις αντιγραφές περνάω από δύο διαθέσεις: από τη μια τρίβω τα χέρια μου και λέω "Ουάου με μιμούνται" και από την άλλη λέω "Τόσο χάλια είναι τα μαλλιά μου;"
Aννα Βίσση:
"Η Δέσποινα Βανδή όσο μπορεί με μιμείται. Εύχομαι σύντομα να βρει τον εαυτό της".
Δέσποινα Βανδή:
"Αν θυμίζω κάτι από αυτά που έκανε όλα αυτά τα χρόνια η κ. Βίσση και αυτό κρίνεται και επικρίνεται, δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό".
Λάκης Λαζόπουλος
"Να, ας πούμε ο Νότης, που σε μια αφίσα κουβαλάει στους ώμους του τον πλανήτη. Μα είναι δυνατόν να επικοινωνήσεις με κάποιον που εκλαμβάνει τον εαυτό του ως μεταφορέα του πλανήτη;"
Νότης Σφακιανάκης:
"Ειλικρινά μιλάω, δεν θέλω να εμπλακώ σε αυτά. Δεν με απασχολεί τι λέει ο Λαζόπουλος, δεν θέλω να ξέρω".
Στηβ Κακέτσης:
"Δεν ξέρει αυτό το άτομο (ο Σαπουντζιάν) ότι έχει ένα γιο στην ηλικία του (η Δημητρίου); Η Aντζελα έτσι επικυρώνει τον τίτλο που έχει, αυτόν της επιτίμου προέδρου των απροσάρμοστων παιδιών. Επιτέλους η Αντζελα πραγματοποίησε το όνειρό της να διαθέσει τον εαυτό της σε έναν άνθρωπο με ειδικές ανάγκες (στον Σαπουντζιάν)".
Aντζελα Δημητρίου:
"Και μανάβης να ήταν ο Νοράι θα τον λάτρευα, έτσι άψογα που φέρεται. Μην αρχίσετε πάλι να μου λέτε για διαμάντια και χρυσό. Δεν έχω ανάγκη εγώ από τέτοια".
Aντζελα Δημητρίου:
"Έκανα βόλτα στην πόλη και ξαφνικά βλέπω μπροστά μου μια ολόκληρη αφίσα με τον Τριαντάφυλλο μόνο του. Μόλις το είδα είπα: Ωχ, τι είναι αυτό; Και τώρα, στο κέντρο που εμφανίζεται ο Πανταζής με τη Σαμίου, δεν είναι ακριβώς ίδιος μαζί τους στην αφίσα ο Τριαντάφυλλος;"
Τριαντάφυλλος:
"Δεν ξέρω τι την πειράζει σε μένα. Αλλωστε, πράγματα που έχουν κάνει κάποτε οι ίδιοι δεν θα έπρεπε να τους φαίνονται παράξενα τώρα. Διότι η εκάστοτε καλλιτέχνιδα ζητούσε τα ίδια πράγματα την εποχή που είχε κάνει δύο και τρεις πλατινένιους. Λογικό είναι να τα δικαιούμαι κι εγώ τώρα που έχω κάνει τρεις πλατινένιους και πάω στον τέταρτο. Σε τι διαφέρουμε, δηλαδή, με την Aντζελα;"
Σταμάτης Γονίδης:
"O Καρράς είναι φουκαράς. Και καραγκιόζης".
Βασίλης Καρράς:
"Να τον έχει ο Θεός γερό και τίποτε άλλο".
Ανδρέας Μικρούτσικος:
"Το ότι η εκπομπή μου είναι πρώτη αποδεικνύει πως σόου τύπου Ρούλας έχουν κουράσει".
Ρούλα Κορομηλά:
"Μου αρέσει που έχω γίνει μονάδα μέτρησης σε μια εποχή που είναι εύκολο να γίνεις σκέτο νούμερο".
Έφη Σαρρή:
"Από τη Βίσση θα ήθελα να έχω τη χάρη που έχει στην πίστα, από την Aντζελα τη λάμψη της, από την Καίτη θα ήθελα να έχω πει κάποια από τα τραγούδια της και από την Έφη τον Γκαλιάνο".
Δέσποινα Βανδή:
"Εμένα δεν μου άρεσαν ποτέ τα λαμέ, τα δαντελωτά, αυτά τα ρούχα που φωνάζουν από μακριά πως είσαι τραγουδίστρια. Φορώντας όμως ένα Γκούτσι, και νομίζω ήμουν η πρώτη που τα φόρεσε, ξεχωρίζεις με τη γοητεία του απλού".
Μάνος Χατζιδάκις:
"Αλίκη μου, δεν μπορώ να σου γράψω τραγούδια, γιατί ακόμα πληρώνω ακριβά το Νιάου νιάου βρε γατούλα".
Αλίκη Βουγιουκλάκη:
"Ναι, Μάνο μου, αλλά το πληρώθηκες και ακριβά".
Ήτανε ένας άνδρας με μία κιθάρα μέσα στο τρένο, και τραγούδαγε συνέχεια:
- "Θέλω να πεθάνω, θέλω να πεθάνω..."
Είχε σπάσει τα νεύρα όλων. Κάνανε παράπονα. Ήρθε ο ελεκτής και του λέει:
- Αν δεν σταματήσεις αμέσως θα πετάξω έξω την βαλίτσα σου!
Ο άντρας όμως με την κιθάρα συνέχιζε να τραγουδάει...
- "Θέλω να πεθάνω, θέλω να πεθάνω..."
Καταλαβαίνει ο ελεκτής ότι ο άνθρωπος δεν του έδινε σημασία, παίρνει την βαλίτσα του και την πετάει από το παράθυρο.
Ο άνδρας συνεχίζει το τραγούδι, απλά αλλάζει τους στίχους:
- "Δεν ήτανε δικιά μου, δεν ήτανε δικιά μου..."
Ο ελεκτής τον προειδοποιεί ότι αν συνεχίσει να τραγουδά, θα τον πετάξει και αυτόν έξω από το τρένο!
Αυτός όμως τον χαβά του, συνεχίζει:
- "Δεν ήτανε δικιά μου, δεν ήτανε δικιά μου..."
Ο ελεκτής δεν μπορεί να κρατήσει άλλο τα νεύρα του, σταματάει το τρένο και τον πετάει έξω!
Και τότε ξανακούει τον άνδρα να τραγουδάει:
- "Εδώ είναι το χωριό μου, εδώ είναι το χωριό μου..."
Πότε θα εφευρεθούν ;
01. ABS για ποδήλατα.
02. Αερόσακοι για αεροπλάνα.
03. Imobilizer για αναπτήρες.
04. Τσίχλα με γεύση ασπιρίνης.
05. Φορτιστής για μπαταρίες με μπαταρίες.
06. Ηλεκτρικός νυχοκόπτης.
07. Καλαμάκια με μπαταρίες.
08. Κοντέρ ταχύτητος για όπισθεν.
09. Κλειδαριά ενεργοποιούμενη με παλαμάκια.
10. Τηλεφωνικός κερματοδέκτης χωρίς καλώδιο.
11. Ασύρματο καλώδιο.
12. Κρασί διαίτης.
13. Στεγνές λεκάνες τουαλέτας.
14. Ανακυκλώσιμα προφυλακτικά.
15, Πυρίμαχα σπίρτα.
16. Αποσμητικό χώρου με άρωμα βενζίνας.
17. Ακουστικά βαρηκοίας που να δουλεύουν με βενζίνα.
18. Κολώνια φωσφορίζουσα.
19. Υποβρύχιο σεσουάρ.
20. Χειροκίνητο αλυσοπρίονο.
21. Ψυγείο θέρμανσης.
22. Αλεξίπτωτο ενεργοποιούμενο με την πρόσκρουση.
23. Σοκολάτα με άρωμα λεμονιού.
24. Air condition για μοτοσυκλέτες.
25. Σταχτοδοχεία για μοτοσυκλέτες.
26. Ζώνες ασφαλείας για μοτοσυκλέτες.
27. Πυρηνικός ανιχνευτής ραδιενέργειας.
28. Οινόπνευμα χωρίς αλκοόλ.
29. Τηλεχειριστήριο για τηλεχειριστήριο.
30. Μεταχειρισμένα βεγγαλικά.
31. Φορητοί δρόμοι.
32. Ηλιακός φακός.
33. Ηχομονωμένα ηχεία.
34. Βοηθητικές ρόδες για αυτοκίνητα.
35. Aρωμα χωρίς μυρωδιά.
36. Αδιάβροχα σφουγγάρια.
37. Αδιάβροχο χαρτί υγείας.
38. Το μεγαλύτερο μικροτσίπ του κόσμου.
39. Aθραυστα παγάκια.
40. Καθαριστήρες για τηλεόραση.
Ζωνιανα.
Ε: Σε ένα αμάξι είναι ένας από τα Ζωνιανά, ένας από τα Ανώγεια και ένας από τα Λιβάδια Μυλοποτάμου. Ποιός οδηγεί; Α: Η ασφάλεια. Ε: Πώς φαίνεται ότι έχει εξαπλωθεί η παγκοσμιοποίηση; Α: Μπαίνουν τα ΕΚΑΜ στα Ζωνιανά και παραλύει η οικονομία της Ολλανδίας. Ε: Πώς λέγονται τα Ζωνιανά στα Ισπανικά; Α: Villabafo. Ε: Γιατί στα Ζωνιανά έχουν την καλύτερη ομάδα πόλο; Α: Γιατί παίζουν όλοι φουνταριστοί. Ε: Πώς λέγονται οι λύκοι που ζουν στα βουνά των Ζωνιανών; Α: Τσιγαριλύκοι. Ε: Πώς λέγεται το γήπεδο μπάσκετ των Ζωνιανών; Α: Στάδιο Ειρήνης Και Φυτείας Ε: Γιατί στα Ζωνιανά είναι όλοι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού; Α: Γιατί έχουν ως έμβλημα το τρίφυλλο. Ε: Γιατί το γήπεδο των Ζωνιανών είναι ακατάλληλο για αγώνες; Α: Γιατί κάπνισαν όλο το χόρτο και ρούφηξαν τις γραμμές. Ε: Τι στολίζουν στα Ζωνιανά τα Χριστούγεννα; Α: Χασισόδεντρο. Ε: Ποιό είναι το αγαπημένο τραγούδι στα Ζωνιανά; Α: Πίνω μπάφους και παίζω Προ. Ε: Τι κοινό έχουν τα Ζωνιανά και μια εκκλησία; Α: Και στα δύο όταν μπαίνεις κάνεις τον σταυρό σου. Ε: Ποιό είναι το αγαπημένο άθλημα των Ζωνιανών; Α: Το μπάφκετ. Ε: Γιατί στα Ζωνιανά έχουν τα πιο γρήγορα γαϊδούρια; Α: Γιατί με το χόρτο που βόσκουν γίνονται καθαρόαιμα κούρσας
Ένας παππούς είχε ένα 2όροφο σπίτι.
Σκέφτηκε λοιπόν να νοικιάσει τον πάνω όροφο για να έχει ένα ετξρά εισόδημα. Αφού έβαλε αγγελία στην εφημερίδα, μετά από μερικές ημέρες του απάντησαν κάτι φοιτητές. Όταν οι φοιτητές είδαν το σπίτι ενθουσιάστηκαν και ήθελαν να το νοικιάσουν. Ο παππούς συμφώνησε αλλά με μια προϋπόθεση να μην κάνουν φασαρία. Η συμφωνία έκλεισε και την επόμενη ημέρα οι φοιτητές μετακόμισαν στο σπίτι.
Το βράδυ, την ώρα που ο παππούς έπεσε για ύπνο και έλεγε ότι οι νοικάρηδες του ήταν ήσυχα παιδιά, άκουσε από πάνω μια μπάντα να παίζει. Πήρε το μπαστούνι του ανέβηκε σιγά-σιγά τη σκάλα και χτυπάει το κουδούνι.
- Τι έγινε ρε παιδιά; Σας είπα να μην κάνετε φασαρία και εσείς εδώ έχετε συναυλία!
- Μην ανησυχείς παππού. Δεν είναι τίποτα. Επειδή έχουμε ένα συγκρότημα και αύριο έχουμε μια συναυλία, κάνουμε τελευταία πρόβα για να παίξουμε καλά αύριο. Μετά τη συναυλία θα ηρεμήσουμε.
- Αν είναι έτσι εντάξει λέει ο παππούς και κατεβαίνει κάτω.
Την επόμενη ημέρα πάλι τα ίδια. Ξανανεβαίνει πάνω ο παππούς και τους ρωτάει τι έγινε. Οι φοιτητές δικαιολογήθηκαν λέγοντας ότι η συναυλία αναβλήθηκε για την επόμενη ημέρα και κάνουν τελευταία πρόβα.
Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν για 1 εβδομάδα, 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και πάντα η δικαιολογία ήταν ότι οι φοιτητές έχουν τελευταία πρόβα για την συναυλία που θα γίνει την επόμενη ημέρα.
Κάποια στιγμή ο παππούς σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω. Πέρασε 1 εβδομάδα, 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και ο παππούς δεν έδωσε σημεία ζωής.
Κάποια στιγμή οι φοιτητές αναρωτήθηκαν τι έγινε ο παππούς, μήπως από τις αϋπνίες πέθαινε.
Έτσι αποφασίζουν να κατέβουν κάτω για να δουν μήπως έπαθε τίποτα ο παππούς.
Μπαίνουν μέσα στο σπίτι κοιτάνε στο σαλόνι, πουθενά ο παππούς. Κοιτάνε στο υπνοδωμάτιο πουθενά ο παππούς. Κοιτάνε στην κουζίνα πουθενά ο παππούς. Τέλος κοιτάνε και στο μπάνιο.
Εκεί βλέπουν τον παππού να κάθετε στην τουαλέτα και τραβάει μαλακία.
- Ρε παππού, δεν ντρέπεσαι στην ηλικία σου να τραβάς μαλακία;
- Δεν είναι τίποτα παιδιά μου τελευταία πρόβα είναι. Αύριο θα ανέβω επάνω να γα**σω!
Ήταν ένας τύπος που γενικά μπούκωνε αλλά δεν πήγαινε ποτέ σε μαγαζιά!
Έτρωγε κουμπιά και άραζε στο pc ή πήγαινε σε κανένα δάσος, γενικά χαλαρά! Μια μέρα μίλαγε με ένα φίλο του raver ο οποίος πήγαινε συνέχεια σε παρτάκια σε μαγαζιά! Με τα πολλά τον έπεισε να πάει μαζί του για να δει πώς είναι! Πάνε Σαββατόβραδο σε ένα μαγαζί στο οποίο ο barman ήτανε dealer! Του έδινες τα λεφτά και σου δίνε το κουμπί στα κρυφά κάτω απ το bar! Μπουκώσανε και οι δύο και μετά από λίγο αρχίσανε να τα σπάνε! Ο τύπος είχε ενθουσιαστεί και χοροπηδούσε σαν κατσίκι! Χόρευε με όλες τις γυναίκες, τους αγαπούσε όλους και έκανε σαν τρελός! Πήγαινε συνέχεια στον φίλο του και του λέγε τι ναι αυτό που έχανα τόσο καιρό! Από τότε κάθε Σάββατο ο τυπάς πήγαινε clubbing με τον φίλο του! Ένα Σάββατο παίρνει τηλέφωνο τον φίλο του για να κανονίσουν αλλά ο φίλος του είχε κανονίσει να βγει με μια γκόμενα! Έτσι πήγε μόνος του και πήγε από νωρίς για να τα σπάσει για πολύ ώρα! Πάει στον barman τον οποίο πλέον είχε γνωρίσει και του λέει το κλασικό Ένα ποτό και ένα απ τα άλλα! Δίνει τα λεφτά τρώει το κουμπί και πίνει το ποτό του! Περνάει κανένα μισάωρο και τίποτα! Ξαναπάει στο bar και παραγγέλνει μια απ τα ίδια! Περνάει άλλη μια ώρα και ακόμα τίποτα! Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες και δεν είχε ακούσει τίποτα! άρχισε να στραβώνει με τον barman και με όλο τον κόσμο που διασκέδαζε και αυτός ακόμα δεν είχε ακούσει τίποτα! Με τα πολλά ξαναπάει στον barman και του λέει να του δώσει άλλο ένα! Το τρώει κι αυτό, περνάει καμιά ώρα και τίποτα! Έχει φάει ο τύπος 3 κουμπιά και έχουν περάσει 4 ώρες και έχει στραβώσει πολύ άσχημα! Θέλει να πλακώσει τον barman, νομίζοντας ότι τον έχει δουλέψει και γενικά αγριοκοιτάζει όλο τον κόσμο! Ξαναπάει στο bar και λέει στραβωμένος στον barman να του βάλει άλλο ένα αλλά δεν πρόκειται να το πληρώσει γιατί έχει σκάσει τόσα λεφτά και δεν έχει ακούσει τίποτα! Τον βλέπει στραβωμένο ο barman και αγχώνετε μην γίνει καμιά φασαρία και έτσι του δίνει δύο! Έχουν περάσει συνολικά 4-5 ώρες, ο τύπος έχει φάει 5 κουμπιά και δεν έχει ακούσει τίποτα και εκτός αυτού έχει αρχίσει να τον πιάνει η κοιλιά του! άρχισε να κλάνει και είχε διπλώσει απ τον πόνο! Δεν άντεχε άλλο και ξεκίνησε να πάει τουαλέτα! Με το που πάει να κάνει ένα βήμα όμως κλείνει η μουσική, ανάβουν τα φώτα και γίνεται πέσιμο από τους μπάτσους! Παίζει ένας πανικός μες το μαγαζί και οι μπάτσοι φωνάζουν μην κουνηθεί κανένας! Ο τυπάς όμως δεν μπορεί να κρατηθεί και τρέχει στην τουαλέτα! Τον βλέπουν οι μπάτσοι και λένε αυτός είναι πιάστε τον! Μπαίνει ο τύπος τουαλέτα και με το που κλειδώνει την πόρτα αρχίζουν οι μπάτσοι να κοπανάνε απ έξω! Ήτανε και φορτωμένος με κάτι μαύρα και την κοπανάει απ το παράθυρο! Εκείνη την στιγμή οι μπάτσοι σπάνε την πόρτα και τον βλέπουν να βγαίνει απ το παράθυρο και δίνουν σήμα απ έξω και αρχίζει κυνηγητό! Εν το μεταξύ ο τύπος δεν είχε προλάβει να χέσει και δεν μπορούσε να κρατηθεί! Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε πέρναγε δρόμους, ανέβαινε σκάλες, κατέβαινε σκάλες, πήδαγε μάντρες και οι μπάτσοι πίσω του! Έπαιζε τρελό κυνηγητό και εκτός αυτού δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να χέσει! Ανέβαινε εξωτερικές σκάλες, πέρναγε μέσα από πυλωτές, διέσχιζε δρόμους αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει! Σε μία φάση μπαίνει σε ένα πάρκο πηδάει ένα θάμνο και δεν μπορούσε άλλο να κρατηθεί και κατεβάζει τα παντελόνια του να χέσει! Εκείνη τη στιγμή νιώθει ένα χέρι στον ώμο του, γυρνάει και βλέπει φακούς και τους μπάτσους από πάνω του και ακούει μια φωνή απ το βάθος.. "Ρε φίλε, σήμερα έκανες τα πάντα! Όχι να χέσεις και στην πίστα!"
Ο Τζο ο Καουμπόυ για να πάει στο Φορτ-Γουόρθ έπρεπε να περάσει την έρημο της Νεβάδα.
Πήρε νέο άλογο, πολλές προμήθειες, έκανε τον σταυρό του και ξεκίνησε. Στον δρόμο όμως του την πέφτουν ληστές και του παίρνουν τα πάντα. Μετά από μέρες μισοπεθαμένοι, αυτός και το άλογό του, έσερναν τα βήματά τους στην άμμο, όταν κάτι γυάλισε στα 2 μέτρα. Πλησιάζει, το πιάνει... Ένα μισοσκουριασμένο σπαθί από τον εμφύλιο.
Το μαζεύει καθώς δεν είχε άλλο όπλο, και άρχισε να το χρησιμοποιεί σαν μπαστουνι. Στο άλογο του δεν ανέβαινε, γιατί και αυτό τα χάλια του είχε.
Την άλλη μέρα η τύχη του χαμογέλασε. Κάτι κινήθηκε μπροστά του. Ένα φίδι!
Τραβάει το σπαθι και μένει κόκκαλο.
- Μην με σκοτώσεις, λέει το φίδι. Είμαι μάγος και αν με αφήσεις να ζήσω θα σου πραγματοποιήσω 3 ευχές.
- Ωραία. Πρώτον, θέλω εγώ και το άλογό μου να είμαστε οι πιο ωραίοι, χορτάτοι και δυνατοί στην γη.
Την ίδια στιγμή, παφ, καπνός και ο Τζο έγινε 2 μέτρα ψηλός, ξανθός, γαλανομάτης, και το άλογο του τεράστιο και πανέμορφο.
- Δεύτερον θέλω πλούτη, πολλά πλούτη.
Πάφ, καπνός και εμφανίζεται ένα κάρο φορτωμένο με χρυσάφι και διαμάντια.
- Και τρίτον, θέλω να αποκτήσω το πράγμα του αλόγου μου.
- Είσαι σίγουρος, ρωτάει ο μάγος.
- Ναι ρε, έχεις αντίρρηση; λέει ο Τζο κουνώντας με νόημα το σπαθί του.
- Ότι πεις. Εσύ είσαι το αφεντικό, λέει το φίδι, το κάνει και εξαφανίζεται.
Δένει ο Τζο το κάρο στο άλογο, ανεβαίνει και αυτός και ξεκινάνε για την πόλη.
Φτάνοντας στην πόλη, μπαίνει στο πρώτο σαλούν και σταματούν τα πάντα. Μουσική, κουβέντες ακόμα και ανάσες!
Πιάνει τον μπάρμαν από τον γιακά και του λέει:
- Κέρνα τους όλους, και στείλε στο καλύτερο δωμάτιο 6 γκόμενες, και μια κάσα σαμπάνιες.
Ανεβαίνει πάνω, ανοίγει τις πόρτες με κλωτσιές, διαλέγει το καλύτερο δωμάτιο.
Έρχονται οι γκόμενες, και ο Τζο χαμογελάει.
Αρχίζει να ξεκουμπώνει το πουκάμισο, αποκαλύπτοντας θώρακα και κοιλιακούς. Αναστενάζουν οι γκόμενες.
Βγάζει παντελόνι και φανελάκι, κοντεύουν να λιποθυμήσουν οι γκόμενες από την έξαψη.
Βγάζει το μποξεράκι... Τρελά γέλια από το βάθος του δωματίου.
"Ρε γαμώτο, τί έγινε τώρα; Οι γκόμενες κοντεύαν να λιποθυμήσουν, τί συνέβη;"
Κοιτά κάτω.
- ΌΧΙ, ρε γαμώτο! Ξέχασα ο μαλάκας ότι το άλογο μου ήταν φοράδα!
Ο Τοτός κάνει πάρτυ στο σπίτι του για τα γενέθλια του. Η μητέρα του είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει λιχουδιές για τα παιδιά. Εκείνη την ώρα έρχεται ο πατέρας του Τοτού από τη δουλειά και λέει στη γυναίκα του.
- Γυναίκα έχω ορμές και θέλω να κάνουμε έρωτα τώρα αμέσως.
- Μα αντρούλη, έχουμε πάρτυ, καλεσμένους και θα γίνουμε ρεζίλι.
- Δεν αντέχω ούτε λεπτό και πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα βολέψουμε.
- Δηλαδή σαν τι;
- Να, εσύ θα κοπείς λίγο με το μαχαίρι, θα σπάσουμε και ένα πιάτο και θα πούμε ότι έσπασε ένα πιάτο και κόπηκες όταν μάζευες τα σπασμένα και ότι θα πάμε πάνω για να στο δέσω.
Πράγματι κόβεται λίγο η μητέρα του Τοτού, πετάνε και ένα πιάτο κάτω για να σπάσει. Ακούει ο Τοτός το θόρυβο και τρέχει στην κουζίνα.
- Τι έγινε;
- Τίποτα σημαντικό, απαντάει ο πατέρας του, έσπασε ένα πιάτο η μαμά σου και κόπηκε όταν τα μάζευε και θα πάμε πάνω να το δέσουμε.
- Καλά, λέει ο Τοτός και ξαναγυρίζει στους φίλους του, ενώ οι γονείς του πήγανε επάνω.
Η ώρα περνούσε, οπότε ο Τοτός ανησύχησε και πήγε επάνω να τι γίνεται. Περνώντας έξω από την κρεβατοκάμαρα των γονιών άκουσε βογκητά. Σκύβει και βλέπει τους γονείς του να κάνουν έρωτα. Αμέσως αλλάζει χρώμα και γίνεται άσπρος, κατεβαίνει με τα τέσσερα τα σκαλοπάτια, τρέχει κλείνει τη μουσική και γυρίζει προς τους φίλους του και τους λέει:
- Μην τολμήσει κανένας να σπάσει πιάτο γιατί θα τον γαμήσει ο πατέρας μου.
Μια φορά ένας γερός αποφάσισε να νοικιάσει το ισόγειο της μονοκατοικίας που έμενε.
Στην αγγελία που έβαλε, απάντησε ένα μουσικό συγκρότημα χέβυ μέταλ και έτσι έπιασαν το σπίτι.
Ένα βράδυ, ο γέρος ξύπνησε από δυνατή μουσική και φωνές, και κατέβηκε κάτω για να δει τι γίνετε.
- Σιγά ρε παιδιά κάντε ησυχία να κοιμηθούμε λέει ο γερός.
- Μια τελευταία πρόβα κάνουμε, αύριο δίνουμε συναυλία, είπαν αυτοί, και ο γέρος έφυγε.
Την επόμενη μέρα και πάλι τα ίδια, η δυνατή μουσική και ο γέρος ξανακατεβαίνει κάτω, τους φωνάζει πάλι, και αυτοί πάλι του λένε:
- Μια τελευταία πρόβα κάνουμε ,αύριο δίνουμε συναυλία.
Μετά από δύο μέρες και πάλι το ίδιο με τους χεβιμεταλάδες να δίνουν ρέστα και τον γέρο να κατεβαίνει και πάλι να τους λέει να σταματήσουν και να ακούει από αυτούς το ίδιο:
- Αυτή είναι η τελευταία μας πρόβα αύριο δίνουμε συναυλία.
Την επόμενη μέρα ξανά το ίδιο, με τη μουσική στο τέρμα και το σπίτι να κουνιέται ολόκληρο, ο γέρος όμως άφαντος!
- Ρε λες και να έπαθε τίποτα ο γέρος; είπε ο ένας, και αποφάσισαν να ανέβουν πάνω για να δουν μήπως έπαθε κάτι. Μόλις μπήκαν μέσα είδαν το γέρο να τραβάει μαλακία.
- Κύριε Κώστα τι κάνετε εκεί; ρωτάει ο ένας. Και ο γέρος απαντάει:
- Τελευταία πρόβα αύριο σας γάμησα!.