Για το μοναστήρι και μη έχοντας άλλη επιλογή κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Για το μοναστήρι, αδελφή, έμπα να σε πάω, με βγάζει ο δρόμος μου.
Μπαίνει, λοιπόν και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, ωραία ντυμένη, με ακριβά
Κοσμήματα και όλα τα συναφή. Περίεργη καθώς ήταν η καλόγρια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς μου, υποθέτω ότι αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε θα σας
Κόστισε ακριβούτσικα.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια βουβάθηκε και κάνει να γυρίσει από την άλλη και να σου βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, θα σας κόστισε, φαντάζομαι.
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Ενώ είχε ήδη νυχτώσει για τα καλά, έφθασαν στο μοναστήρι. Πριν κατέβει, η καλόγρια κάνει άλλη μια ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με άλλη μια φορά για την αδιακρισία μου αλλά θα είχα την περιέργεια να μάθω αν αυτή η Mercedes σας κόστισε πολύ;
- Μπα, ίσα-ίσα μια εβδομάδα ερωτικών βραδιών.
Η καλόγρια ευχαρίστησε την ευγενική κοπέλα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και πάει και κλείνεται στο κελί της.
Κάποια στιγμή ακούει να της χτυπάν την πόρτα.
- Ποιος είναι;
- Ανοιξε , αδελφή Μαρία, ο πατήρ Ευάγγελος είμαι.
Και απαντάει η καλόγρια:
- Πατήρ Ευάγγελε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου με γεύση μέντας;
Πεθαίνει ένας τυπάκος και πάει καρφί κόλαση, και παρουσιάζεται στον Διάβολο:
- Ρε συ, πολύ σκυθρωπός φαίνεσαι, λέει ευχάριστα ο Διάβολος.
- Ε, όσο να είναι κόλαση, ξέρω και τις φήμες, λέει ο τυπάκος εμβρόντητος. Μετανιώνω για όσα έκανα για να καταλήξω εδώ...
- Ίσως να μην είναι και τόσο άσχημα όσο νομίζεις... Να σου πω, καπνίζεις;
- Ε, κάνα πακετάκι την ημέρα, το κάπνιζα...
- Τις Δευτέρες έχουμε μέρα καπνίσματος με τα καλύτερα τσιγάρα, από όλο τον κόσμο, και για καρκίνο τι να φοβηθείς; Ήδη νεκρός είσαι!
Ο τύπος ανακουφίζεται λίγο.
- Πίνεις; ξαναρωτά ο Διάβολος.
- Ε, κάνα ουισκάκι πάντα το χτύπαγα κάτω.
- Τις Τρίτες είναι μέρα ποτού, με τα καλύτερα και ποιο ακριβά
Ποτά του κόσμου. Για συκώτια μη φοβάσαι, νεκρός είσαι...
Ο τύπος παίρνει λίγο τα πάνω του πλέον!
- Τζογάρεις;
- Για να είμαι ειλικρινής, μετανιώνω που άφησα την οικογένεια μου στο δρόμο, εξαιτίας του πάθους μου για το καζίνο, αλλά ναι τζογάριζα...
- Τετάρτες στρώνουμε χαρτάκι και όσοι 8ελουν μπαρμπουτάκι - και να χρεοκοπήσεις στα @@@ σου...
Ο τύπος τώρα μέσα του λεει:
"Ρε δεν είναι κι άσχημα, καλά που ήρθα εδώ"...
- Κανά τσιγαριλίκι έκανες; Πες αλήθεια.
- Ναι, έπινα κανένα που και που...
- Πέμπτες ημέρα ναρκωτικών, οι καλύτερες κόκες από Κολομβία, τα πάντα... Και να εθιστεις τι σε νοιάζει. Νεκρός είσαι.
Ο τύπος πλέον είναι με χαμόγελο πλατύ και στα όρια της ευτυχίας...
Ο διάβολος σκύβει προς το μέρος του και τον ρωτά:
- Να σου πω, μεταξύ μας, τον έπαιρνες που και που από πίσω;
- Α, σατανά μου, όλες τις αμαρτίες έχω κάνει, αλλά αυτό ΠΟΤΕ.
- Χμμμ... τότε οι Παρασκευές θα είναι ζόρικες...
Τέσσερις γυναίκες, μια ξανθιά και τρεις μελαχρινές πέθαναν και πήγαν στον παράδεισο. Πριν μπουν μέσα ρωτάει ο Αγιος-Πέτρος μια απ΄ τις μελαχρινές:
- Μήπως όσο ήσουν ζωντανή έπιασες πέος;
- Για να είμαι ειλικρινής, Αγιε Πέτρο μου, απαντάει εκείνη, ακούμπησα έναν λίγο.
- Βλέπεις εκείνη τη στέρνα; της λέει εκείνος. Πήγαινε γρήγορα πλύνε καλά το χέρι σου και μπες στον παράδεισο.
Ύστερα ρωτάει την επόμενη μελαχρινή:
- Εσύ μήπως έπιασες πέος;
- Αγιε μου, εδώ που φτάσαμε είναι κρίμα να σας πω ψέματα. Έπιασα και με τα δυο μου τα χέρια και μάλιστα πολλές φορές.
- Ντροπή σου ξετσίπωτη, της λέει εκείνος. Πήγαινε στη στέρνα, τρίψε γερά τα χέρια σου και μετά μπες στον Παράδεισο.
Πηγαίνει να ρωτήσει την τελευταία μελαχρινή, αλλά πετιέται έξαλλη η ξανθιά και λέει:
- Δεν πιστεύω, Αγιε μου, να με βάλεις να πλύνω το στόμα μου εκεί που θα έχει πλύνει πρώτα αυτή τον κώλο της;