Δύο ξανθοί καουμπόηδες κάθονται σε ένα σαλούν και τα πίνουν.
Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας τύπος μέσα λέγοντας:τους μισώ τους κωλοινδιάνους(κρατώντας ένα κεφάλι ινδιάνου παραμάσχαλα)Θα δώσω $1000 σε όποιον μου φέρει το κεφάλι ενός ινδιάνου.
Οι δύο ξανθοί αλληλοκοιτάζονται και φεύγουν για να κυνηγήσουν ινδιάνους. Μετά απο λίγο βλέπουν έναν ινδιάνο. Ο ένας αρπάζει μια πέτρα και του την πετάει στο κεφάλι αφήνωντας τον αναίσθητο. Για κακή τους τύχη όμως ο ινδιάνος κατρακυλάει σε μια ρεματιά.
Τον ακολούθούν και τελικά τον βρίσκουν στο κάτω μλερος της ρεματιάς. Ο ένας βγάζει ένα μαχαίρι για να πάρει το τρόπαιο και ο άλλος του λέει:
- Μεγάλε για κοίτα εδώ λίγο.
- Όχι τώρα δεν μπορώ.
- Μα κοίτα σου λέω.
- Παράτα μας ρε φίλε. Έ΄χω $1000 στα χέρια μου.
- Σε παρακαλώ, κοίτα!
Ο άλλος γυρνάει και βλέποντας 5000 ινδιάνους μονολογεί:Ω, θεέ μου, θα γίνουμε εκατομμυριούχοι!
Ήταν μια φορά, κάτι πειρατές, αυτοί (όπως όλοι οι πειρατές) μετά από κάθε πειρατεία το γλένταγαν. Εκεί που ήταν όλοι σκνίπα, αρχίζει ο τραυλός (αυτόν είχαν πάνω στο κατάρτι) να φωνάζει «κα κα κα κα κ α!» άστα να πάνε μέχρι να πει καράβι, έρχεται πάνω τους ένα και τους βυθίζει.
Μετά από κάτι χρόνια, το ίδιο σκηνικό, καινούργιο καράβι πάλι ο τραυλός στο κατάρτι, πάλι στο γλέντι αρχίζει να φωνάζει, «κα κα κα κ α κα!». Μέχρι να πει καράβι, βρεθήκανε στον πάτο πάλι. Κάτι χρόνια μετά, πάλι το ίδιο σκηνικό, άλλο καράβι ! πάλι ο τραυλός στο κατάρτι αρχίζει, «κα κα κ α κα κα». Πετάγεται ο καπετάνιος, πάνω στην σούρα του Μα…κες όλοι στην θάλασσα έρχεται καράβι πάνω μας! Τρέχουν όλοι πανικόβλητοι και βουτάνε στη θάλασσα ( σου λένε ας γλιτώσουμε εμείς, ποιος σκέπτεται το καράβι) και τότε ακούνε τον τραυλό να λέει «κα κα κα κα καρχαρίες ρε μα…. Κεεεες!
"Αγαπητή Αμπυ, Ο σύζυγός μου είναι ψεύτης και άπιστος. Με κεράτωνε από την αρχή, και δεν το παραδέχεται με τίποτε. Ενώ όλοι ξέρουν ότι με κερατώνει αυτός ισχυρίζεται ότι δεν συμβαίνει τίποτε.
Είναι τόσο ταπεινωτικό. Ακόμη, από όταν έχασε την δουλειά του, πριν από 6 χρόνια, δεν έχει καν ψάξει να βρει καινούργια. Το μόνο που κάνει όλη μέρα είναι να καπνίζει πούρα, να βολτάρει με τους φίλους τους, ενώ εγώ πρέπει να δουλεύω για να πληρώνω τους λογαριασμούς. Από τότε που η κόρη μας έφυγε για το κολλέγιο ούτε καν προσποιήται ότι με συμπαθεί, και λέει διαδίδει ότι ίσως και να είμαι λεσβία. Τι να κάνω;Μπερδεμένη Καρδιά"
"Αγαπητή Μπερδεμένη Καρδιά, Σοβαρέψου και παράτα τον!Αμαν πια. Δεν τον χρειάζεσαι. Είσαι Γερουσιαστής από την Ν. Υόρκη και είσαι στην κούρσα για Πρόεδρος των ΗΠΑ. Φέρσου όπως ταιριάζει στην θέση σου!"
Κάποτε, ένας μάγκας, πηγαίνει σ` ένα καφενείο μαζί με τους φίλους του, για να παίξει λίγο τάβλι, ώστε να περάσει η ώρα. Πηγαίνει λοιπόν, κάθεται και περιμένει μέχρι να έρθει ο καφετζής να πάρει παραγγελία.
- "Τι θα πάρετε παρακαλώ;"
- "Που `σαι φίλε, θέλω ένα καφεδάκι περιποιημένο. Δε θέλω να είναι ούτε πολύ γλυκός, αλλά ούτε και πολύ πικρός. Τσακ στη μέση.
Δε θέλω να έχει ούτε πολλές φουσκάλες, αλλά ούτε και λίγες. Τσακ στη μέση. Το φλιτζάνι στο οποίο θα το βάλεις, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλο, αλλά ούτε και πολύ μικρό. Τσακ στη μέση."
Ο καφετζής αγανακτισμένος φεύγει.
- "Ε! Φίλε που πας, δε τελείωσα ακόμα. Ακου λοιπόν. Μαζί με το καφέ θέλω και κουλουράκια. Τα οποία, δε θέλω να είναι ούτε πολύ μεγάλα, αλλά ούτε και πολύ μικρά. Τσακ στη μέση. Δε θέλω να έχουν ούτε πολύ σουσάμι, αλλά ούτε και λίγο. Τσακ στη μέση. Και τώρα σπάσε, είσαι ελεύθερος."
- "Μάλιστα κύριε", απαντάει πυρ και μανία ο καφετζής.
Η ώρα περνούσε και ο μάγκας περίμενε το καφέ του με ανυπομονησία. Το μαγαζί άδειασε και ο μάγκας δεν είχε πάρει ακόμα το καφέ του. Έτσι λοιπόν, μετά από περίπου μιάμιση ώρα, λέει στο καφετζή:
- "Ε! Φίλε! Τι θα γίνει με το καφέ;"
Και ο καφετζής του απαντάει:
- "Ακου μεγάλε! Δε σε έχω γραμμένο ούτε πολύ δεξιά, αλλά ούτε και πολύ αριστερά. Τσακ στη μέση.", δείχνοντας του το μπλοκάκι με τις παραγγελίες.