Είναι ο Κωστήκας κι ο Γιωρίκας και πάνε στην Αμερική.
Όταν φτάνουν στο αεροδρόμιο, κανονίζουν να βρεθούν ξανά εκεί τον επόμενο χρόνο, να δουν τι έχει κάνει ο καθένας στη ζωή του. Περνάει ο ένας χρόνος, και συναντιούνται στο αεροδρόμιο. Φτάνει ο Κωστίκας, πάμπλουτος, ντυμένος με ARMANI, με Ferrari, γυναίκες γύρω του κ. Τ. Λ.
Έρχεται κι ο Γιωρίκας, λιγδιασμένος, άλουστος, μπίχλας.
Λέει στον Κωστίκα:
- Ρε Κωστίκα, πως έγινες έτσι τόσο πλούσιος, επιτυχημένος;
Του λέει κι ο Κωστίκας:
- Ε, να. Δούλευα σε μια επιχείρηση, όπου είχαμε πρόβλημα με τα ποντίκια. Ε κι εγώ, βρήκα μια πατέντα. Στερέωσα σε ένα κουτί δυο πιρούνια, το ένα από τη μια, το άλλο από την άλλη, και από κάτω, έβαλα μέσα στο κουτί μια λεπίδα και στις άκρες των πιρουνιών, έβαλα από τη μία ζαμπόν και από την άλλη τυρί. Οπότε, έρχονταν το ποντίκι κι έλεγε:
"Τυρί ή ζαμπόν, τυρί ή ζαμπόν", και κουνάγε δεξιά, αριστερά το κεφάλι του. Αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει και πέθαινε από την πείνα.
- Φοβερή πατέντα, του λέει ο Γιωρίκας και αφού τα είπαν κλείσαν ραντεβού ξανά για μετά από έναν χρόνο. Πάνε του χρόνου, λοιπόν, στο αεροδρόμιο, έρχετε ο Κωστίκας κι εμφανίζεται ο Γιωρίκας, τρεις φορές πιο πλούσιος απότον Κωστίκα.
- Τι έκανες ρε Γιωρίκα κι έγινες πλούσιος τόσο γρήγορα;
- Ε, να μωρέ, λέει ο Γιωρίκας, πήρα την ιδέα σου και την τροποποίησα λίγο. Στερέωσα στο κουτί δυο πηρούνια, κανονικά την λεπίδα, όμως δεν έβαζα τυρί και ζαμπόν. Οπότε έρχεται το ποντίκι, και κάνει:
"Πού είναι το τυρί; Πού είναι το ζαμπόν; Πού είναι το τυρί; Πού είναι το ζαμπόν;"
Ο πατέρας ακούει κρυφά το μικρό γιο να κάνει τη νυχτερινή του προσευχή:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τη γιαγια μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου."
Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Την άλλη μέρα ο παππούς πέθανε.
Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, και...
Δώσε χαιρετίσματα στην γιαγιά μου."
Την άλλη μέρα η γιαγιά πέθανε. Ο πατέρας παραξενεύτηκε για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
"Θεέ μου φύλαγε την μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα στον μπαμπά μου."
Τρελάθηκε ο πατέρας, ξύπνησε νωρίς, για να μην πέσει σε κυκλοφορία μεγάλη, πήγε δουλειά και γύρισε στο σπίτι μετά τα μεσάνυκτα. Ήταν ακόμα ζωντανός.
"Συγνώμη αγάπη μου", είπε, "αλλά ήταν μια δύσκολη μέρα στο γραφείο σήμερα."
"Εσύ είχες δύσκολη μέρα;" είπε η σύζυγος.
"Εγώ τι να πω, που πέθανε ο ταχυδρόμος μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας, το πρωί;"
Πάει ο Μπάμπης στα μπουζούκια και βλέπει τον Κόκκαλη. Τον πλησιάζει και του λέει:
- Κύριε Κόκκαλη, θέλω να μου κάνετε μια μεγάλη χάρη. Να, περιμένω την κοπέλα μου και θα ήθελα να την εντυπωσιάσω. Μπορείτε όταν έρθει να περάσετε μπροστά από το τραπέζι μας και να μου πείτε:
- Για σου ρε Μπάμπη παλιόφιλε μου;
- Aσε μας ρε φίλε. Και που σε ξέρω εγώ;
- Έχετε δίκιο Κύριε Κόκκαλη. Δεν με ξέρετε, μια εξυπηρέτηση θέλω ο φτωχός. Δεν σας κοστίζει τίποτα και για μένα σημαίνει πολλά. Η κοπέλα μου θα με πάρει από καλό μάτι για τις γνωριμίες που έχω.
Αφού τον έπρηξε ο Μπάμπης τελικά ο κος Κόκκαλης ενέδωσε...
- Ωραία, θα σου κάνω τη χάρη. Κάτσε στο τραπέζι σου και όταν έρθει, μετά από λίγο θα περάσω.
- Χίλια ευχαριστώ κύριε Κόκκαλη! Με σώζετε!
Κάθεται λοιπόν ο Μπάμπης και λίγο αργότερα έρχεται και η κοπέλα του. Τους πλησιάζει ο Σωκράτης που λέτε και λέει:
- Για σου ρε Μπάμπη! Τι κάνεις φίλε μου;
Και του απαντάει ο Μπάμπης:
- Αϊ γ--σου ρε μ--α, πάλι δανεικά θέλεις;
Ένας Κύπριος, ένας Κουβανός και ένας Σκωτσέζος μια μέρα κάθονταν σε ένα εστιατόριο στην κορυφή ενός ουρανοξύστη.
Ο Σκωτσέζος παράγγειλε μια μπουκάλα μεγάλη ουίσκι 20 λίτρων πίνει 1-2 γουλιές και την πετάει από το παράθυρο. Ο Κύπριος του φωνάζει Ρε κουμπάρε γιατί το πέταξες, στην Κύπρο η μπουκάλα είναι 20 λίρες και αυτός απαντά ... Ότι το έχουν σαν το νερό στην Σκωτία
Ο Κουβανός παράγγειλε ένα πούρο 50 εκ ρουφάει μια δυο φορές τον καπνό και τον πετάει από το παράθυρο. Ξανά το ίδιο του φωνάζει Ρε κουμπάρε γιατί το πέταξες, στην Κύπρο το πούρο αυτό είναι 15 λίρες και αυτός απαντά ... Ότι το έχουν σαν τους στύλους (πασσάλους) της ηλεκτρικής στην κουβά
Ο Κύπριος σκεφτόταν τι να κάνει, τι να κάνει και ξαφνικά έρχεται ένα γκαρσόνι από την Σρι Λάνκα τον αρπάζει και τον πετάει από το παράθυρο, ο Κουβανός και ο Σκωτσέζος άρχισαν να φωνάζουν, τι έκανες ρε κουμπάρε και ο Κύπριος ατάραχα τους λέει ρε κουμπάρε εμείς τούτους έχουμε τους όπως τους λυμπούρους (μυρμήγκια) στην Κύπρο.
Είναι που λέτε μια ξανθιά, μια μελαχρινή και μια κοκκινομάλλα, οι οποίες έχουν ναυαγήσει σε ένα ερημονήσι. Η απέναντι ακτή απέχει 100 μίλια, πολύ μεγάλη απόσταση.
Αλλά, μια και δεν έχουν καθόλου φαγητό και νερό πρέπει να προσπαθήσουν να τη διασχίσουν αλλιώς θα πεθάνουν. Κανονίζουν, λοιπόν να φύγει μια από αυτές και να πάει να φέρει βοήθεια. Ξεκινάει λοιπόν η κοκκινομάλλα, η οποία κάνει δέκα μίλια, νιώθει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και γυρίζει πίσω. Μετά αποφασίζουν να δοκιμάσει η μελαχρινή, η οποία ήταν σε καλύτερη φυσική κατάσταση. Πράγματι, έκανε 15 μίλια, αλλά κουράστηκε και αυτή και γύρισε πίσω. Έτσι, απέμεινε η ξανθιά. Βλέποντας ότι είναι η μόνη ελπίδα που είχαν, η ξανθιά ξεκίνησε με όλες της τις δυνάμεις, έκανε 95 μίλια, και ξεθεωμένη είπε:
- Αποκλείεται να τα καταφέρω.
Και γύρισε πίσω.