Σε ένα στέκι όπου μαζεύονται εργένηδες, μέσα στη φασαρία και στο κακό, πετάγεται ένας και λέει:
- Ρε παιδιάααα, ... Παιδιά, σταματάνε όλοι και τον προσέχουν. Δεν κανονίζουμε το Σαββατοκύριακο να πάμε καμιά εκδρομούλα σε κανένα νησάκι εδώ κοντά Πανικός από κάτω, όλοι φωνάζουν, λένε μπράβο, βιάζονται να πουν τι θα φέρει ο καθένας για να οργανωθούνε, κεφτεδάκια, κασετόφωνα, στρώματα θαλάσσης, ρακέτες κτλ. Όλοι είναι μέσα στην τρελή χαρά, ώσπου πετάγεται ένας απ αυτούς και λέει:
- Εγώ παιδιά λυπάμαι, αλλά δεν θα μπορέσω να έρθω. Πολύ θα γούσταρα να είμαστε όλοι μαζί, αλλά να... Αυτό το Σαββατοκύριακο φεύγει ο Ηλίας και δεν θα μπορέσω να έρθω...
- Καλά μωρέ δεν πειράζει, του λένε οι άλλοι, θα ξανακανονίσουμε να πάμε και θα έχουμε την ευκαιρία να είμαστε όλοι μαζί. Τέλοσπάντων, έρχεται το Σαββατοκύριακο, η εκδρομή γίνεται, περνάνε όλοι τέλεια. Την επόμενη εβδομάδα στο ίδιο πάλι μέρος, οι ίδιοι πάλι άνθρωποι. Ο ίδιος φασαριόζος πετάει πάλι την ιδέα:
- Ρε παιδιά, ωραία περάσαμε την προηγούμενη βδομάδα στην Αίγινα, δεν κανονίζουμε αυτό το Σαββατοκύριακο να πάμε προς Πήλιο μεριά; Όλοι χαρές, κακό, «μπράβο, καλή ιδέα...», αρχίζουν πάλι τα σχέδια. Οπότε ο ίδιος που και την προηγούμενη εβδομάδα δεν μπόρεσε να παρευρέθη, πετάγεται:
- Ρε παιδιά, συγνώμη και πάλι, αλλά και αυτή τη φορά δεν θα μπορέσω να έρθω μαζί σας. Το Σαββατοκύριακο φεύγει ο Ηλίας...
- Ε, καλά μωρέ, και τι έγινε άμα φεύγει ο Ηλίας; λένε ενοχλημένοι μερικοί. Τέλοσπάντων δεν δόθηκε συνέχεια, η εκδρομή και πάλι έγινε, και όλοι το καταευχαριστήθηκαν. Την τρίτη συνεχόμενη εβδομάδα στο στέκι, ξαναπροτείνετε εκδρομή, για Ιόνιο πλευρά αυτή τη φορά και δεν υπάρχει κανένας να διαφωνεί, πλην του γνωστού και μη εξαιρετέου. Πετάγεται για άλλη μια φορά λοιπόν και λέει; -Παιδιά χίλια συγνώμη, αλλά και πάλι δεν γίνεται να ακολουθήσω, γιατί το Σαββατοκύριακο φεύγει ο Ηλίας.
- Αμάν ρε, μας έπρηξες μ αυτόν τον Ηλία, φωνάζει ο τύπος που ξεσηκώνει και τους άλλους για τις εκδρομές. Ποιος στο διάολο είναι και δεν σε αφήνει να ρθεις μαζί μας; -Τι να σου πω, ποιος ακριβώς είναι ούτε και γω δεν ξέρω. Εγώ την γυναίκα του πηδάω.
Η ανακάλυψη...
Mια φορά υπήρχε ένας επιστήμονας ο οποίος είχε ανακαλύψει κάτι συγκλονιστικό!
Έκανε μια διάλεξη για να παρουσιάσει την ανακάλυψη του στον κόσμο.
Μαζεύονται όλοι για την διάλεξη, και πάνω στο έδρανο υπήρχε ένας βάτραχος.
- Πήδα, λέει ο επιστήμονας στον βάτραχο.
Ο βάτραχος πηδάει.
Το κόβει το ένα πόδι ο επιστήμονας...
- Πήδα, λέει.
Ο βάτραχος πηδάει.
Του κόβει και το δεύτερο πόδι...
- Πήδα, λέει στον βάτραχο.
Ο βάτραχος πηδάει.
Του κόβει και το τρίτο πόδι...
- Πήδα, λέει στον βάτραχο.
Ο βάτραχος πηδάει.
Του κόβει και το τέταρτο πόδι...
- Πήδα, λέει στον βάτραχο.
Τίποτε ο βάτραχος.
- Πήδα! λέει ο επιστήμονας πιο δυνατά...
Τίποτε ο βάτραχος.
- Πήδα, λέει φωνάζοντας πια ο επιστήμονας...
Τίποτε ο βάτραχος.
- Εδώ ήθελα να καταλήξω, λέει ο επιστήμονας. Aμα κόψουμε και τα τέσσερα πόδια από έναν βάτραχο, ο βάτραχος κουφαίνεται...!
Είναι ένας μανάβης και ακούει μια φωνή από ψηλά:
"Πούλα το μανάβικο για 200.000 ευρώ.".
Παραξενεύεται αυτός γιατί δεν πίστευε στον θεό, αλλά βάζει το μαγαζί για πούλημα και το πουλάει σε έναν τύπο ακριβώς 200.000 ευρώ.
Ακούει πάλι την φωνή από ψηλά:
"Πήγαινε στο Λας Βέγκας και παίξε 21".
Πάει σε ένα καζίνο στο Λας Βέγκας, αρχίζει να παίζει και ακούει:
"Πόνταρέ τα όλα."
Με φόβο το κάνει και αυτό. Κρυφοκοιτάζει τα χαρτιά του γκρουπιέρη και βλέπει ότι έχει 16, ενώ αυτός έχει 17.
Χαίρεται που κέρδισε και δεν θα χάσει τα λεφτά του, αλλά ακούει πάλι την φωνή:
"Τράβα και άλλο χαρτί."
"Μα τον νικάω κατά ένα νούμερο."
"Τράβα άλλο ένα χαρτί."
Τραβάει αυτός και τί βλέπει; Ασσος. Ανακουφίζεται.
"Τράβα άλλο ένα χαρτί", λέει πάλι η φωνή.
"Μα τί λες τώρα; Αφού νικάω και έτσι."
"Τράβα άλλο ένα χαρτί,"
Ξανατραβάει, πάλι άσσος!
Ακούει πάλι την φωνή:
"Τράβα ένα χαρτί ακόμα!"
"Είσαι σίγουρος;"
"Τράβα ένα χαρτί!"
Τραβάει, άσσος.
"Τράβα ένα χαρτί ακόμα!"
Τρέμει το χέρι του, τραβάει ένα ακόμα χαρτί. Κι αυτό άσσος!
Πετάγεται πάνω καταχαρούμενος και ακούει πάλι την φωνή:
"Απίστευτο!"
Ο άνθρωπος νοίκιασε ένα σπίτι και στ η βδομάδα πάνω τηλεφωνεί στο σπιτονοικοκύρη.
"Έλα να δεις τα χάλια του σπιτιού.", του λέει. Καταφθάνει ο σπιτονοικοκύρης. "Τι πρόβλημα υπάρχει;", ρωτάει. "Παρατήρησε.", του λέει ο άνθρωπος και βγάζει απ το ψυγείο ένα κομμάτι τυρί, το οποίο και ακουμπάει κοντά σε μια ρωγμή ενός τοίχου. Σε μισό λεπτό προβάλλει ένα ποντικάκι, οσμίζεται το τυρί, το τρώει κι εξαφανίζεται. "Ε, εντάξει,", λέει ο ιδιοκτήτης, "και στα πιο καθαρά σπίτια θα βρεις κανένα ποντικάκι!".
"Περίμενε.", του λέει ο νοικάρης και ακουμπάει κοντά στη σχισμή ένα μεγαλύτερο κομμάτι τυρί. Σε λίγο βγαίνουν πέντε-έξι ποντίκια, πλακώνουν το τυρί, το τρώνε και ξαναφεύγουν. "Εντάξει,", λέει λίγο ντροπιασμένος ο ιδιοκτήτης, "το ποντικάκι θα βρήκε ταίρι και θα κάναν μερικά μικρά. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο.".
"Περίμενε.", ξαναλέει ο νοικάρης και αφήνει κοντά στον τοίχο όλο το κεφάλι το τυρί. Σε λίγο αρχίζουν να ξεχύνονται απ τη ρωγμή δεκάδες ποντίκια και να κατατρώνε το τυρί και μαζί τους πετάγεται κι ένα ψάρι, που πέφτει στο πάτωμα και σπαρταράει. "Απίστευτο!", κάνει ο σπιτονοικοκύρης. "Ένα ψάρι!".
"ʼσε,", λέει ο νοικάρης, "για την υγρασία θα σου πω μετά!".