Ένα ωραίο πρωινό, ξενικά η Κοκκινοσκουφίτσα για μια βόλτα στο δάσος με το ποδηλατάκι της.
Καθώς προχωρούσε, συναντά τον λύκο, ο οποίος την πετάει από το ποδηλατάκι της και το καταστρέφει.
Παιδί του δάσους όπως ήταν η Κοκκινοσκουφίτσα, πάει κλαίγοντας στον αρκούδο.
- "Ο λύκος μου έσπασε το ποδηλατάκι μου", του λέει.
Ξεκινάει λοιπόν ο αρκούδος για να βρει το λύκο. Αφού τον βρίσκει, τον σπάει στο ξύλο και τον υποχρεώνει να φτιάξει το ποδηλατάκι της Κοκκινοσκουφίτσας.
Την επόμενη μέρα, ξανά η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος με το ποδηλατάκι της, ξανασυναντά τον λύκο.
Αυτός της ξανασπάει το ποδήλατο και το οποίο βέβαια ξαναφτιάχνει, αφού τον υποχρεώνει πάλι ο αρκούδος.
Αυτό συνεχίστηκε για μία εβδομάδα περίπου, μέχρι που η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ξαναεμφανίστηκε. Πάει λοιπόν ο λύκος τώρα στο σπίτι της. Χτυπάει την πόρτα.
- "Ποιος είναι;" ρωτάει η Κοκκινοσκουφίτσα.
- "Η γιαγιά σου παιδάκι μου είμαι".
- "Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αφτιά;"
- "Για ν? ακούω καλύτερα παιδάκι μου".
- "Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα;"
- "Για να τρώω καλύτερα παιδάκι μου"
- "Γιαγιά, και γιατί έχεις τόσο κόκκινα μάτια;"
- "Από την οξυγονοκόλληση παιδάκι μου!"
Πού είναι ο Θεός;
Ήταν δύο αδελφάκια 8 και 10 χρόνων τόσο ζωηρά, που έμπλεκαν διαρκώς σε μπελάδες. Κάθε φορά που γινόταν κάτι περίεργο στη μικρή πόλη όπου ζούσαν, οι γονείς τους ήταν σίγουροι πως τα παιδιά τους ήταν ανακατεμένα με κάποιον τρόπο. Οι άνθρωποι είχαν πια χάσει την υπομονή τους ώστε αποφάσισαν κάποια μέρα να στείλουν τα παιδιά στον ιερέα της εκκλησίας της πόλης τους, μήπως και κατάφερνε να τα συνετίσει. Ο ιερέας συμφώνησε και τους ζήτησε να του στείλουν πρώτα τον μικρό και μετά το μεγαλύτερο. Όταν, λοιπόν, πήγε ο οκτάχρονος στην εκκλησία, κάθισε σε ένα σκαμνί απέναντι από τον ιερέα, ο οποίος κοιτάζοντάς τον για λίγο στα μάτια, τον ρωτάει:
- Που είναι ο Θεός;
Τίποτα ο μικρός. Ο ιερέας τον ξαναρωτάει:
- ΠΟΥ είναι ο Θεός;
Πάλι τίποτα ο μικρός. Δίνοντας μεγαλύτερη ένταση στη φωνή του, ο ιερέας ξαναρωτάει το μικρό κουνώντας με στόμφο το δείκτη του χεριού του:
- Που ειναι ο θεοσ;
Αυτή τη φορά, ο πιτσιρίκος σηκώνεται απότομα από το σκαμνί και τρέχει βολίδα για το σπίτι του όπου πάει και κλείνεται μέσα στη ντουλάπα του δωματίου του. Το βλέπει αυτό ο μεγαλύτερος αδερφός και αφού ανοίγει τη ντουλάπα ρωτάει το μικρό τι συνέβη.
- ʼσε! του λέει εκείνος. Αυτή τη φορά είμαστε στ’ αλήθεια ΠΟΛΥ μπλεγμένοι! Έχασαν το Θεό και νομίζουν ότι εμείς τον κρύβουμε!
Είναι ένας Κερκυραίος, ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης, που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι. Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι.
- "Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω", λέει το τζίνι.
- "Ψαράς είμ εγώ, ψαράς είν ο πατέρας μου, ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός. Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια.", λέει ο Λευκαδίτης.
- "Έγινε!", λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή.
- "Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα, έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα., λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος. Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων, το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή.
- "Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους;", ρωτά ο Κεφαλλονίτης.
- "Να, είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό, 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί," λέει το τζίνι.
- "Εντάξει. Γέμισε το με νερό τώρα!", λέει ο Κεφαλλονίτης.