Στη Μόσχα η K. G. B. συνέλαβε τρεις κατασκόπους. Έναν ʼγγλο, ένα Γερμανό και ένα ... πόντιο. Τους μπουζουριάσανε στην ασφάλεια και αρχίσανε τις γνωστές μεθόδους "απόσπασης της αλήθειας..." Σε λίγες ώρες ο ʼγγλος είχε μαρτυρήσει τα πάντα στους ανακριτές του...
Μετά πήραν μέσα τον Γερμανό ο οποίος άντεξε λίγο παραπάνω στις περιποιήσεις. Πάντως σε δύο μέρες είχε αποκαλύψει τα πάντα. Για ποιόν δούλευε, ποια ήταν η αποστολή και οι συνεργάτες του...
Ήρθε κι η σειρά του πόντιου να ανακριθεί. Τον πήραν μέσα τα "τσακάλια" και τον αρχίσαν με το μαλακό:
- Θα μας πείτε για ποιόν δουλεύετε, κύριε;
Μιλιά ο πόντος.
Τον ξαναρωτάν. Τίποτα ο πόντιος. Τον αρχίζουν στο ξύλο, κουβέντα ο πόντιος. Τον βάλαν σε φωτιά, σε πάγο, τίποτα αυτός. Δεν έλεγε ν’ ανοίξει το στόμα του, κι αυτή η ιστορία πήρε πολλές μέρες.
Όλη την ημέρα τον βασανίζανε, και τον ρωτούσαν για ποιόν δουλεύει, όμως ο πόντιος ήταν παλικάρι...
Μια νύχτα ο δεσμοφύλακας έξω απ’ το κελί του πόντιου άκουσε κάτι περίεργα "γκουπ" και κάτι ψιθύρους. Έσκυψε στην κλειδαρότρυπα και βλέπει τον πόντιο, καταματωμένο, να παίρνει φόρα από τη μια άκρη του κελιού, να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο και να λέει:
- Θυμήσου ρε για ποιόν δουλεύεις ! ...
Ο ευγενέστατος και μορφωμένος καθηγητής της Θεολογίας επισκέπτεται το σπίτι του περίφημου ρχιμανδρίτη, ο οποίος είναι ίνδαλμά του. Κουστουμαρισμένος, σένιος, φρεσκοξυρισμένος και τα σχετικά, χτυπά την πόρτα και, μόλις αντικρίζει το νεωκόρο, του λέει μελιστάλαχτα:
"Καλημέρα σας και ο Θεός μαζί σας. Θα μπορούσα, ίσως, να έχω την τύχη και την ευτυχία να συνομιλήσω μετά του Σεβασμιότατου;".
"Μπα...", λέει ξερά ο νεωκόρος.
"Μάλιστα. Αντιλαμβάνομαι. Μάλλον δεν έχει χρόνο στη διάθεσή του.
Θα μπορούσα, τότε, λοιπόν, έστω να του υποβάλλω απλώς τα σέβη μου;".
"Μπα, όχι τώρα. Ξεκουράζεται...", ξαναλέει,
Ψιλοχύμα, ο νεωκόρος. Ο θεολόγος αποφασίζει να κάνει σχολιάκι:
"Ω, αντιλαμβάνομαι. Αντιλαμβάνομαι. Κανένα πρόβλημα.
Κανένα απολύτως. Θα επιστρέψω αργότερα, όταν ο Σεβασμιότατος δεν θα βρίσκεται στις αγκάλες του Μορφέως...".
Και ο νεωκόρος:
"Ποιου Μορφέως, ρε μεγάλε; Απ όσο ξέρω... Βαγγέλη τον λένε τον κηπουρό"!
Μερικοί φίλοι συνήθιζαν να βρίσκονται συχνά και να λένε ανέκδοτα για να περνάνε ευχάριστα την ώρα τους. Με το πέρασμα του χρόνου, είπαν τα ανέκδοτα που ήξεραν τόσες πολλές φορές το καθένα που τα είχαν μάθει πια απ έξω... Αποφάσισαν λοιπόν να τα αριθμήσουν για να μη τα επαναλαμβάνουνε συνεχώς... Απλά ήξεραν πιο ανέκδοτο αντιστοιχούσε στο κάθε αριθμό και αναφέροντας μόνο και μόνο τον αριθμό έσκαγαν στα γέλια. Μια μέρα βρέθηκαν όπως πάντα κι άρχισαν να λένε ανέκδοτα:
- Αριθμός 5, είπε ο πρώτος στη σειρά κι οι υπόλοιποι σκάσανε στα γέλια επιδοκιμάζοντας "Καλόοο, πολύ καλόοοο"!
- Αριθμός 128, λέει ο δεύτερος. Νέα γέλια, νέες επιδοκιμασίες "Καλόοοο, πολύ καλόοοο!"
Ένας Πόντιος που καθότανε δίπλα και τους άκουγε τους πρότεινε να πει κι αυτός ένα ανέκδοτο κι εκείνοι δεχτήκαν:
- Μουνί! λέει ο Πόντιος...
- Μα αυτό δεν είναι ανέκδοτο, του λένε.
- Ναι! Όμως είναι καλόοοοο, πολύ καλόοοοο.
Γράμμα Πόντιας μητέρας:
Αγαπημένε μου γιε Γιωρίκα,
- Σου γράφω λίγες γραμμές, για να δεις ότι ζω.
- Συγχώρεσε με που δακτυλογραφώ την επιστολή, αλλά, όπως ξέρεις, δεν ξέρω ούτε να διαβάζω ούτε να γράφω.
Επίσης δακτυλογραφώ αργά, γιατί κι εσύ διαβάζεις αργά.
- -Δεν θα βρεις το σπίτι, όταν επιστρέψεις, γιατί μετακομίσαμε.
Δεν ξέρω να σου πω την νέα μας διεύθυνση, γιατί οι προηγούμενοι ένοικοι πήραν μαζί τους το οδόσημο και τον αριθμό, ώστε να μην αλλάξουν τη διεύθυνσή τους.
- Ο πατέρας σου έχει μια νέα μοναχική δουλειά και από κάτω του βρίσκονται 500 άτομα.
Κόβει το γκαζόν στο νεκροταφείο. Την προηγούμενη βδομάδα έβρεξε μόνο 2 φορές. Την πρώτη έβρεχε για 3 μέρες και την δεύτερη έβρεχε για 4 μέρες.
- Θυμάσαι τον φίλο σου τον Κωστίκα; Ε, πάει πέθανε. Πέθανε ο πατέρας του και ζήτησε να θαφτεί στην θάλασσα. Ο Κωστίκας πνίγηκε ενώ έσκαβε τον τάφο του.
Στο ψυγείο έβαλα ένα άδειο κουτί γάλα για να πίνεις τον καφέ σου μέτριο χωρίς γάλα, όπως σου αρέσει.
Η αγαπημένη σου μητέρα.
ΥΓ : Θα σου έστελνα και μερικά χρήματα, αλλά ήδη έκλεισα τον φάκελο.
Είναι ένας γύφτος σε ένα μπαρ και πίνει τα ποτά του ανέμελος, όταν μπαίνει ένας Κινέζος.
Με κάποια μικροαφορμή αρχίζει ο Κινέζος να δέρνει τον γύφτο με διάφορες τεχνικές καράτες. Τον ρίχνει αναίσθητο και φεύγοντας λέει στον μπάρμαν:
- Όταν σηκωθεί, πες του ότι αυτή ήταν η τεχνική "Κόκκινος Δράκος"!
Ξανά την επόμενη μέρα πάλι ο γύφτος στο μπαρ.
Ξαναμπαίνει ο Κινέζος, "Για γιου τιν τσίν!" Πάρτον πάλι κάτω τον γύφτο!
Λέει πάλι ο Κινέζος στον μπάρμαν:
- Πες του γύφτου μόλις σηκωθεί, ότι ήταν η τεχνική "Κίτρινος Δράκος".
Την επομένη πάλι το ίδιο, την μεθεπομένη πάλι το ίδιο...
Μπαίνει λοιπόν μια μέρα με φόρα ο Κινέζος να πλακώσει τον γύφτο. Κοιτάει και πουθενά ο γύφτος.
Έρχεται ο γύφτος από πίσω, και ακούγεται ένα γκουππππ!
Αναίσθητος ο Κινέζος!
Και λέει ο γύφτος στον μπάρμαν:
- Πες του Κινέζου όταν σηκωθεί, που δεν το νομίζω, "Λαμαρίνα Από Ντάτσουν"!