Ηταν κάποτε ο Γιωρίκας και συναντάει ένα φίλο του στο δρόμο που κρατούσε ένα βιβλίο.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι είναι αυτό το βιβλίο;
ΦΙΛΟΣ: Τι να σου λέω τώρα.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Πες βρε.
ΦΙΛΟΣ: Λογική.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι είναι λογική;
ΦΙΛΟΣ: Θα σου πω ένα παράδειγμα, έχεις ενυδρείο στο σπίτι σου;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι.
ΦΙΛΟΣ: Άρα σ` αρέσει το ψάρεμα;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι.
ΦΙΛΟΣ: Άρα και η θάλασσα.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ναι βρε.
ΦΙΛΟΣ: Άρα και οι γυναίκες με τα μπικίνι.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Εννοείται.
ΦΙΛΟΣ: Άρα είσαι άντρας.
Την άλλη μέρα στο σπίτι του Γιωρίκα (έχει αγοράσει το βιβλίο και το έχει στην τραπεζαρία) τον ρωτάει ο φίλος του ο Κωστίκας:
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Τι ειναι αυτό το βιβλίο;
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Τι να σου λέω τώρα που θα καταλάβεις εσύ.
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Πες μωρέ.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ενυδρείο έχεις σπίτι σου;
ΚΩΣΤΙΚΑΣ: Όχι.
ΓΙΩΡΙΚΑΣ: Ε, άρα είσαι π0υ$+η$ !
Είμαστε στην Γερμανική κατοχή. Τρεις πόντιοι ψάχνουν να κρυφτούν από τους γερμανούς. Δεν ξέρουν που να πάνε, οπότε καθώς τρέχουν βλέπουν ξαφνικά ένα πηγάδι. Λέει ο ένας:
- Παιδιά εγώ λέω να πέσουμε και να κρυφτούμε εκεί μέσα, έτσι δεν θα μας βρούνε.
- Μα τα πηγάδια κάνουν αντίλαλο έτσι όπως είναι άδεια, διαφωνεί ο δεύτερος, άμα μπούμε μέσα δεν θα κάνουν και θα μας καταλάβουν...
- Έλα βρε βλάκα, λέει ο τρίτος, άμα έρθουν από πάνω και αρχίσουν να μιλάνε, θα λέμε ακριβός ότι λένε και θα είναι σαν αντίλαλος.
Μπαίνουν λοιπόν οι πόντιοι μέσα στο πηγάδι. Κάποια στιγμή καταφθάνουν τρεις Γερμανοί και στέκονται από πάνω. Λέει ο ένας:
- Που να πήγαν αυτοί οι πόντιοι;
- Που να πήγαν αυτοί οι πόντιοι; (αντιλαλούν από κάτω τα ξεφτέρια...)
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; λέει ο δεύτερος γερμανός.
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; (λένε οι πόντιοι)
Οπότε γυρίζει άνετος ο τρίτος γερμανός και λέει:
- Έλα μωρέ ας ρίξουμε μια χειροβομβίδα και είτε είναι εκεί μέσα είτε όχι εμείς χεστήκαμε.
- Ρε μπας και πήγαν στο βουνό; ... λένε δυνατά οι πόντιοι...
Ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας πήγαν για κυνήγι. Ο Γιωρίκας με ένα ρόπαλο, ο Κωστίκας με ένα σωρό σύγχρονα όπλα. Κάθε μέρα όμως ο Γιωρίκας με το ρόπαλο σκότωνε κάτι ενώ ο Κωστίκας με τόσα όπλα τίποτε. Αγανακτισμένος ο Κωστίκας λέει στο Γιωρίκα:
- Καλά πως είναι δυνατόν εγώ με τόσα όπλα να μην σκοτώνω τίποτε και εσύ με ένα ρόπαλο να φέρνεις συνέχεια κάτι;
- Οπότε ο Γιωρίκας του λέει:
- "Α! είναι απλό, πάω μπροστά σε μία τρύπα και φωνάζω ΑΑΑΑΑΑ! και τότε το θηρίο φωνάζει ουουου! Βγαίνει έξω, το χτυπάω στο κεφάλι και το σκοτώνω."
- Πετάει λοιπόν ο Κωστίκας τα όπλα και παίρνει ένα ρόπαλο.
Την άλλη μέρα πάει ο Γιωρίκας στο καφενείο που είχαν ραντεβού και μαθαίνει πως ο Κωστίκας είναι στο νοσοκομείο. Τον βρίσκει στο νοσοκομείο οπότε ο Κωστίκας του λέει:
- "Να βράσω εσένα και τις μεθόδους σου. Πάω μπροστά σε μια τρύπα και φωνάζω αλλά δεν παίρνω απάντηση. Το ίδιο και στην δεύτερη. Στην τρίτη τρύπα ΑΑΑΑ! Εγώ, ουουου! Το θηρίο ΑΑΑΑ! Εγώ ουουου! Το θηρίο:
"ΑΑΑΑΑ"! και μετά βγήκε το τρένο και με πάτησε..."