Επί εποχής ψυχρού πολέμου, η C. I. A. συλλαμβάνει 3 κατασκόπους: ένα Ρώσο, έναν ανατολικό Γερμανό και ένα Πόντιο.
Αφού τους μετέφεραν στα κρατητήρια της C. I. A., ξεκίνησαν την ανάκριση πρώτα με τον Ρώσο, επειδή τον θεώρησαν ως τον πιο δύσκολο. Ξύλο, ανάκριση, βασανιστήρια. Μετά από 10 μέρες τα "ξέρασε" όλα.
Στη συνέχεια, σειρά είχε ο Γερμανός. Χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο και σ` αυτόν και στις 7 ημέρες "έσπασε" και αυτός.
Τελευταίος έμεινε ο Πόντιος. Ξεκίνησαν με την ίδια μέθοδο. Πέρασε μία εβδομάδα, δύο εβδομάδες, αλλά τίποτε, ούτε μιλιά ο Πόντιος. Οπότε έγινε συμβούλιο στην C. I. A., για να βρουν με ποιόν τρόπο θα "σπάσει" ο Πόντιος.
Αποφάσισαν να τοποθετήσουν κρυφές κάμερες στο κελί του και να αλλάξουν τον τρόπο ανάκρισης. Έτσι και έγινε. Την επομένη ημέρα, τον πηγαίνουν σε άλλη αίθουσα, του προσφέρουν ένα πολυτελές πρωινό, πούρα, τον καλοπιάνουν και στη συνέχεια πάνω που χαλάρωσε ο Πόντιος, του ζητούν να τους δώσει ονόματα. Πάλι όμως δεν είχαν αποτέλεσμα.
Εξοργισμένοι οι πράκτορες, τον σαπίζουν στο ξύλο και τον πετούν αναίσθητο στο καινούργιο του κελί. Μαζεύονται λοιπόν οι ειδικοί σ` αυτά τα θέματα, για να παρακολουθήσουν από τις κάμερες τι θα κάνει ο Πόντιος στο κελί του.
Μόλις λοιπόν συνήλθε ο Πόντιος, σηκώθηκε, πήρε φόρα και άρχισε να χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας:
- "Θυμήσου ρε μαλάκα. Θυμήσου, γιατί θα σε σαπίσουν στο ξύλο!"
Ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας δουλεύουν στη ΝΑΣΑ καθαρίζοντας πυραύλους.
Από τη πολύ κούρασή έχουν τρελαθεί στη δίψα και θέλουν κάτι να πιουν.
Βλέπουν ένα κουβά με ένα υγρό και κατεβάζουν ο καθένας από μισό.
Το βράδυ παίρνει τηλέφωνο ο Γιωρίκας τον Κωστίκα.
- "Βρε Κωστίκα, ξέρεις τι ήταν αυτό που ήπιαμε το μεσημέρι;"
- "Νερό, δεν ήταν βρε Γιωρίκα;"
- "Όχι Κωστίκα δεν ήταν νερό αλλά προωθητικό πυραύλων."
- "Ε! και τι έγινε δεν πάθαμε τίποτα."
- "Δεν πάθαμε τίποτα αλλά μην κλάσεις, γιατί εγώ τηλεφωνώ από Τόκιο!"
Η Παρθένα είχε ένα σπυρί στο δάχτυλο, οπότε πήγε στον Γιωρίκα ο οποίος ήταν πρακτικός γιατρός.
- "Γιωρίκα Γιωρίκα!" φωνάζει η Παρθένα, "έχω μεγάλο πρόβλημα."
- "Τι είναι καλέ Παρθένα" λέει ο Γιωρίκας.
- "Να" λέει η Παρθένα "έβγαλα ένα σπυρί στο δάχτυλο και δεν ξέρω τι να κάνω."
Οπότε λέει ο Γιωρίκας που ήταν πονηρός:
- "Κοίταξε Παρθένα θα κάνεις το εξής θα πλύνεις καλά το δάχτυλο με ένα σαπούνι που θα σου δώσω και μετά θα βάλεις το δάχτυλο μέσα στον μ... Ί σου και αυτό θα περάσει."
Πάει λοιπόν η Παρθένα και κάνει ότι της είπε ο Γιωρίκας. Την άλλη μέρα εμφανίστηκε έξω από το σπίτι της Παρθένας ο Γιωρίκας περπατώντας σιγά σιγά σαν συγκαμένος. Εκείνη την στιγμή τον βλέπει η Παρθένα και τον ρωτά:
- "Γιωρίκα τι έπαθες;"
- "Θυμάσαι τι είχες εσύ στο δάχτυλο;"
- "Ναι" απαντάει η Παρθένα.
- "Ε! να αυτό που είχες εσύ στο δάχτυλο εγώ το έβγαλα στον π... Ο μου."
- "Αμάν!" φωνάζει η Παρθένα "τρέχα γρήγορα Γιωρίκα να κάνεις την θεραπεία και πες και στην Σουμέλα να σε βοηθήσει."
- "Σε Παρθένα" λέει ο Γιωρίκας "η Σουμέλα έφυγε ταξίδι και σκεφτόμουν μήπως μπορείς να με βοηθήσεις εσύ."
Οπότε σκέφτεται η Παρθένα και του απαντά:
- "Τι να σου πω Γιωρίκα εφόσον πρόκειται για θεραπεία και επειδή είσαι καλό παιδί έλα μέσα."
Ο Γιωρίκας όμως δεν κρατιότανε και άρχισε να την γ... Ει μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο.
- "Γιωρίκα, Γιωρίκα" ξαναφωνάζει η Παρθένα "κλείσε γρήγορα το παράθυρο μην μας δει κανένας και νομίσει ότι γ... Στε κιόλας."
Μια φορά ήταν ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας στο αμάξι του Γιωρίκα. Περνούσε η ώρα μέχρι που λέει ο Κωστίκας στο Γιωρίκα:
- "Ρε Γιωρίκα θέλω να κατουρήσω σταμάτησε το αυτοκίνητο να κατέβω λίγο."
- "Εντάξει Κωστίκα. Κάνε λίγο υπομονή, και σε λίγο όταν θα συναντήσουμε καμία πινακίδα θα σταματήσω, έτσι ώστε να κατουρήσεις με την ησυχία σου, χωρίς να σε δει κανένας και γίνεις ρεζίλη."
Προχώρησαν 1χλμ περίπου. Ο Κωστίκας από μακριά βλέπει μια ταμπέλα της Νέας Δημοκρατίας και λέει απελπισμένος στο Γιωρίκα:
- "Να Γιωρίκα μια ταμπέλα της ΝΔ. Σταμάτα να κατουρήσω εδώ!"
- "Τι λες ρε μαλάκα; Η ΝΔ είναι το κόμμα μου, αποκρίνεται ο Γιωρίκας."
- "Καλά, εγώ σέβομαι την άποψη σου αλλά δεν αντέχω άλλο, θα τα κάνω απάνω μου!"
Δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει ο Γιωρίκας και βλέπει το αυτοκίνητο να είναι σταματημένο μπροστά σε μια ταμπέλα του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή ακούει των Γιωρίκα να λέει:
- "Ορίστε Κωστίκα, κάτουρα εδώ."
- "Μα τι λες τώρα; Το ΠΑΣΟΚ είναι το κόμμα μου."
Ο Γιωρίκας βάζει το αμάξι μπροστά και προχωράει παραπέρα. Μετά απο 3χλμ δρόμο ο Γιωρίκας βλέπει μια ταμπέλα του ΚΚΕ και λέει αμέσως στον Κωστίκα ο οποίος τα κρατούσε με το ζόρι ακόμα:
- "Να Κωστίκα κάτουρα εδώ με την ησυχία σου. Εξάλλου το λέει κιόλας Κωστίκα Κάτουρα ΕΛΕΥΘΕΡΑ(ΚΚΕ)."
Ο Γιωρίκας μπουκάρει στην κρεβατοκάμαρα και βρίσκει την γυναίκα και έναν άγνωστο τύπο ημίγυμνους πάνω στο κρεβάτι. Βουτάει τον τύπο από τον σβέρκο και τον ταρακουνάει άγρια ζητώντας εξηγήσεις.
- Να σας εξηγήσω κύριε, του λέει αυτός τρέμοντας. Στο από πάνω διαμέρισμα κάναμε ένα πάρτι. Κάποια στιγμή παίζαμε στριπ πόκερ και έμεινα με το σώβρακο. Αλλά όταν ρεφάρισα και κέρδισα ξανά το παντελόνι μου, κάποιος για πλάκα το πέταξε από το μπαλκόνι κάτω και προσγειώθηκε στο μπαλκόνι σας. Κατέβηκα και εγώ κάτω και είπα της γυναίκας σας να μου το δώσει. Και την ώρα που το έπαιρνα, μπήκατε εσείς! Έτσι έγινε, αλήθεια σας λέω.
- Έτσι έγινε μωρή; ρωτάει αγριεμένος ο Γιωρίκας την γυναίκα του.
- Έτσι έγινε Γιωρίκα μου, του λέει αυτή. Δεν τον ξέρω τον κύριο!
- Τέλος πάντων. Σε πιστεύω. Αλλά σήκω φύγε τώρα μην σε πλακώσω στις σφαλιάρες.
Ο τύπος έφυγε σφαίρα από το σπίτι, ήρθε το βράδυ και έπεσε το αντρόγυνο να κοιμηθεί. Αλλά κατά τις τρεις το πρωί, σηκώνεται ο Γιωρίκας επάνω κι άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο φωνάζοντας:
- Όχι ρε γαμώτο! Τώρα το θυμήθηκα!.
- Τι έγινε Γιωρίκα μου;, ρωτάει παραξενεμένη η γυναίκα του.
- Τώρα το θυμήθηκα ρε γαμώτο! Μένουμε σε μονοκατοικία..!
Ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια και για να τα πουν. Πάει ο πρώτος στο σπίτι του δεύτερου. Μόλις έφτασε εκεί ο Κωστίκας, ο Γιωρίκας του ζητά να καθίσουν στο τραπέζι και ζητάει από τη γυναίκα του να σερβίρει.
- Να σερβίρεις εσύ, του απαντάει εκείνη. Ντροπιασμένος αυτός σέρβιρε εκείνος το τραπέζι. Μετά ζητάει από τα παιδιά του να προσφέρουν έναν καφέ στον καλεσμένο τους.
- Να τον προσφέρεις εσύ, απαντούν εκείνα.
Φεύγοντας κανονίζουν να βρεθούν την άλλη μέρα στο σπίτι του Κωστίκα. Μόλις φτάνει εκεί, η γυναίκα και τα παιδιά του Κωστίκα μόνο τεμενάδες που δεν έκαναν στον Γιωρίκα. Του πρόσφεραν γλυκά καφέδες γέμισαν το τραπέζι με τα καλύτερα φαγητά και γενικώς τον περιποιήθηκαν πολύ. Στο τέλος ο Γιωρίκας λέει στον Κωστίκα.
- Νιώθω πολύ άσχημα γιατί χθες η γυναίκα μου και τα παιδιά μου μόνο που δεν σε έφαγαν και εσείς με περιποιηθήκατε τόσο πολύ που δεν ξέρω τι να πω από την ντροπή μου. Πώς τα καταφέρνεις;
- Δεν είναι τίποτα, απαντάει ο Κωστίκας. Απλά έρχομαι μια μέρα στο σπίτι και είχε ανέβει ο σκύλος πάνω στον καναπέ και του λέω να κατέβει. Δεν κατέβηκε και του βγάζω μια κίτρινη κάρτα. Την άλλη μέρα ήταν πάλι πάνω στον καναπέ και του είπα να κατέβει. Δεν κατέβηκε και του βγάζω δεύτερη κίτρινη κάρτα. Την 3η μέρα που τον είδα πάνω στον καναπέ πήρα την καραμπίνα και τον σκότωσα.
- Και μετά; ρωτάει ο Κωστίκας.
- Τους βλέπεις όλους αυτούς; Λέει ο Κωστίκας δείχνοντας την οικογένειά του. Έχουν όλοι από 2 κίτρινες κάρτες..!