Skip to main content
Ο Γιωρίκας, ναυτικός από τα γεννοφάσκια του, αποφάσισε να παντρευτεί το καλύτερο κορίτσι του χωριού. Στην πρώτη τους νύχτα μαζί, της δείχνει το "τέρας" του και της λέει πως είναι μοναδικό στον κόσμο. Αυτή φυσικά τον πιστεύει.
Ο καιρός περνάει, ο Γιωρίκας μπαρκάρει για ένα ταξίδι Αμερική.
- Βραζιλία και όταν γυρνάει σπίτι του μετά από μήνες, βλέπει την γυναίκα του. Ορεξάτος όπως ήταν την πάει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί αυτή του λέει:
- Γιωρίκα μ , δεν μου είχες πει πως αυτό είναι μοναδικό στον κόσμο;
- Ναι, μόνο εγώ έχω τέτοιο...
- Εγώ όμως ξέρω ότι έχει και ο Κωστίκας ένα τέτοιο.
- Α, κοίτα ο Κωστίκας δεν είχε, αλλά ήμασταν μαζί στρατό και επειδή εγώ είχα δύο του έδωσα το ένα...
- Μα καλά βρε Γιωρίκα, ήταν ανάγκη να του δώσεις το *καλύτερο*;
Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".
Ηταν ένας Έλληνας, ένας Ιταλός και ένας Πόντιος.
Πηγαίνανε στη ζούγκλα με αμάξι και στο δρόμο το αμάξι χάλασε.
Καθώς σκεφτόντουσαν πως θα το φτιάξουν, τους πιάσανε οι ιθαγενείς.
- Θα σας χαρίσουμε την ζωή, και θα σας αφήσουμε να φύγετε, είπε ο αρχηγός, αν μας πείτε έναν καλό λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να ζήσετε.
- Έχω οικογένεια και παιδιά, άρχισε ο Έλληνας. Πως θα αφήσω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα;
- Εντάξει, είσαι ελεύθερος να φύγεις, είπε ο αρχηγός.
- Είμαι μοναχογιός, είπε ο Ιταλός. Πως θα αφήσω μόνους τους, τους κακόμοιρους τους γονείς μου;
- Εντάξει, είσαι ελεύθερος να φύγεις, είπε ο αρχηγός.
Και λέει και ο Πόντιος:
- Μου χάλασε το αμάξι, και πρέπει να το φτιάξω!