Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος σε κεντρικό ξενοδοχείο του Κιλκίς ( περιοχή που ζουν οι περισσότεροι Πόντιοι στην Ελλάδα ) έγινε το καθιερωμένο ετήσιο συνέδριο των απανταχού Ποντίων .
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο πρόεδρος Γιωρίκας Ουσταμπασίδης έθεσε το θέμα ότι οπωσδήποτε πρέπει οι Πόντιοι να κάνουν κάτι να μείνουν στην ιστορία . Αμέσως οι σύνεδροι έβαλαν κάτω το κεφάλι και άρχισαν να σκέφτονται . Ξαφνικά πετάγεται ένας σύνεδρος και λέει " να ανακαλύψουμε μία καινούργια ήπειρο " . Χαμός από τις ζητωκραυγές ΜΠΡΑΒΟ Αυτό είναι ΖΗΤΩ . Όμως ο πρόεδρος λέει :
" Ρε παιδιά με την εξέλιξη της τεχνολογίας και τους δορυφόρους που υπάρχουν γύρω απ τη Γη και μια μικρή αττώλη να δημιουργηθεί θα το μάθουμε αμέσως . Aλλο βρείτε "
Πάλι οι σύνεδροι το κεφάλι κάτω , βαθύτερη σκέψη . Aλλος σύνεδρος πετάγεται και λέει :
" Να πάμε στο φεγγάρι "
Αμέσως όλοι οι άλλοι τον επέπληξαν λέγοντάς του ότι αυτό το έχουν κάνει οι Αμερικανοί εδώ και 30 χρόνια . Aλλο , άλλο σκεφτείτε :
" φώναξε ο πρόεδρος από το βήμα . Κάτω πάλι τα κεφάλια οι Πόντιοι και πάλι σκέψη . Μετά από πολύ ώρα πετάγεται ένας σύνεδρος και λέει :
" Να πάμε στον Ήλιο "
. Αμέσως ο αντιπρόεδρος σηκώνεται και λέει :
" Δεν υπάρχει περίπτωση θα καούμε πριν φτάσουμε δεν βλέπεις πως καίει ο Ήλιος κάθε μέρα ; "
Τότε σηκώνεται ο πρόεδρος και λέει :
" Θα πάμε νύχτα ! "
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Κωστίκα ήταν ότι είχε γίνει ρεζίλι διότι συνεχώς έκλανε.
Όταν τον κάλεσαν στο σινεμά δέχτηκε ευχαρίστως γιατί το έργο ήταν πολεμικό και δε θα ακουγόταν! Έτσι λοιπόν βολεύτηκε στη θέση του όσο καλύτερα μπορούσε γιατί ακριβώς δίπλα του ήταν κάποιος που ροχάλιζε με μεγάλο θόρυβο. Πάνω στις πιστολιές λοιπόν ο Κωστίκας έκλανε με την ησυχία του χωρίς να τον καταλάβει κανείς. Ήρθε όμως η στιγμή που του ήρθε μια μεγάλη κλανιά αλλά δεν έπεσε ούτε μια σφαίρα. Ευτυχώς για αυτόν όμως πάνω που δε μπορούσε να κρατηθεί άλλο, οι εχθροί ετοιμάστηκαν να ανατινάξουν ένα τρένο. Όταν λοιπόν ανατινάχτηκε, ο εκκωφαντικός θόρυβος της έκρηξης κάλυψε τον επίσης εκκωφαντικό θόρυβο της κλανιάς του. Απο όλη αυτή φασαρία όμως ο διπλανός του Κωστίκα ξύπνησε και λέει:
- "Τι έγινε ρε παιδιά τι φασαρία είναι αυτή;"
- "Τίποτα απλώς ανατίναξαν ένα τρένο", τον καθησύχασε ο Κωστίκας.
- "Σκατά κουβαλούσε αυτό το τρένο και βρώμισε έτσι;"
Η νεόπλουτη κυρία έχει μόλις αγοράσει μια βίλα και έχει φωνάξει τον Πόντιο διάσημο εργολάβο Γιωρίκα ,για να του αναθέσει την ανακαίνιση της βίλας.
- Αυτό το δωμάτιο θα το ήθελα μπλε .
- Βεβαίως , μην ανησυχείτε , απαλό μπλε , γράφει στα χαρτιά του και τρέχοντας πάει στο παράθυρο και φωνάζει :
- Το πράσινο από πάνω!
Προχωρούν στο επόμενο δωμάτιο και η πλούσια του λέει :
- Αυτό το δωμάτιο θα το ήθελα ροζ!
- Κανένα πρόβλημα . Μην ανησυχείτε , ροζ γράφει ο Γιωρίκας και τρέχει πάλι στο παράθυρο :
- Ρε σεις , σας είπα το πράσινο από πάνω!
Στο τρίτο δωμάτιο η κυρία ζητάει απαλό κίτρινο .
- Κανένα πρόβλημα . Μην ανησυχείτε , απαλό κίτρινο , γράφει ο Γιωρίκας και τρέχει πάλι στο παράθυρο :
- Ρε σεις , σας είπα το πράσινο από πάνω!
Η κυρία κοντεύει να σκάσει από περιέργεια και τον ρωτάει :
- Καλά ρε συ Γιωρίκα σε ποιους φωνάζεις τόση ώρα :
- Κυρία μου μην ανησυχείτε έχει έρθει το συνεργείο μου για το γκαζόν στον κήπο σας και τους δίνω οδηγίες για την τοποθέτηση !
Γιατί Γιωρίκα μου ;
Ο Χανς ( Γερμανός ) , ο Ρομπέρτο ( Ιταλός ) και ο Γιωρίκας εργάζονται σε μία οικοδομή . Την ώρα του διαλείμματος για φαγητό , παίρνουν τα καλαθάκια τους , κάθονται στην άκρη και ...
Λέει ο Χανς ανοίγοντας το δικό του " Όχι πάλι λουκάνικα βαρέθηκα . Αν και αύριο έχει λουκάνικα θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει ο Ρομπέρτο το δικό του και λέει " Όχι πάλι σπαγγέτι φτάνει . Αν και αύριο έχει σπαγγέτι θα αυτοκτονήσω "
Ανοίγει και ο Γιωρίκας το δικό του και βλέποντας το σάντουιτς που είχε μέσα λέει " Αύριο αν έχει πάλι σάντουιτς αυτοκτονώ "
Την άλλη μέρα την ώρα πάλι του διαλείμματος , ο Χανς ανοίγει το καλαθάκι του βλέπει μέσα τα λουκάνικα και πέφτει στο κενό από τον 13ο όροφο της οικοδομής . Ο Ρομπέρτο βλέποντας τη μακαρονάδα κάνει το ίδιο .
Ο Γιωρίκας ανοίγει το καλάθι , βλέπει το σάντουιτς κοντοστέκεται , αλλά τελικά πέφτει και αυτός .
Την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο την ώρα που γινόταν η κηδεία των τριών φίλων η γυναίκα του Χανς κλαίγοντας φώναζε :
" Γιατί Χανς μου το έκανες αυτό ; Δεν μου έλεγες ότι δεν θέλεις άλλα λουκάνικα να σου έφτιαχνα κάτι άλλο ; " .
Η γυναίκα του Ρομπέρτο μία απ τα ίδια
" Γιατί Ρομπέρτο μου δεν έλεγες ότι τέρμα τα μακαρόνια φτιάξε μου κάτι άλλο " .
Η γυναίκα του Γιωρίκα απαρηγόρητη φώναζε " Γιατί Γιωρίκα μου , γιατί κολώνα του σπιτιού μου , γιατί μου το κάνες αυτό Γιωρίκα μου , γιατί Γιωρίκα μου , ΜΟΝΟΣ σου τα έφτιαχνες τα σάντουιτς Γιωρίκα μου "
Ο Γιορίκας, οδηγός μιας νταλίκας, τρέχει στην εθνική και γεμάτος χαρά τραγουδάει:
"Με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Ξαφνικά, βλέπει μια καλόγρια να του κάνει ωτοστόπ! Σταματάει κι εκείνη τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του. Ο Γιορίκας γλείφεται και ξαναγλύφεται κοιτάζοντας την και κάποια στιγμή της λέει:
"Τι ωραίο στήθος είναι αυτό που έχεις; μπορώ να το πιάσω λίγο;"
"Μια στιγμή τέκνο μου να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος" λέει εκείνη.
"Όχι, όχι, απαγορεύεται" του λέει αφού την έχει ξεφυλλίσει. Εκείνος απτόητος συνεχίζει να τραγουδάει "με λένε Γιορίκα και οδηγώ νταλίκα"
. Σε λίγο της λέει ξανά:
"Τι ωραίο κυλοτάκι φοράς; μπορώ να το χαϊδέψω λίγο;"
" μια στιγμή τέκνο μου -λέει εκείνη- να δω αν το επιτρέπει η Βίβλος".
"Οχι,οχι απαγορεύεται κι αυτό"
. Ξανά το ρίχνει στο τραγούδι ο Γιορίκας! Σε λίγο της λέει:
"Τι ωραίο ποπό που έχεις, μπορώ να τον πιάσω λίγο; "
Ξανά ξεφυλλίζει η καλόγρια τη Βίβλο ψάχνοντας να βρει αν το επέτρεπε! Γεμάτη χαρά του λέει:
"Ααα, αυτό το επιτρέπει!" Κι ο Γιορίκας δεν χάνει την ευκαιρία, πιάνει τον ποπό της, κατεβαίνουν και απο το αυτοκίνητο κάνουν τη "δουλειά"
Τους και γεμάτος χαρά ξεκινάνε για τον προορισμό τους. Όταν πια έφτασαν και η καλόγρια τον χαιρέτησε, ο Γιορίκας τη ρωτάει:
"Δεν μου είπες πώς σε λένε όμως και περάσαμε τόσα πολλά μαζί!".
Και η καλόγρια απαντά:
"Με λένε Μικέ και πάω σε μασκέ!".