Η πόλη μας.
Ένας Κύπριος διηγείται την ιστορία της πόλης του σ` ένα φίλο του:
- Όταν ήμασταν μιτσιοί, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να παίζουν ε και καυλώναμεν, χώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εμεγαλώσαμεν λίαν, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιο τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να σούζουν τα βυζιά τους, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εμεγαλώσαμεν πολλάν, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να σούζουν τσου κώλους τους, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Αμαν εγινίκαμεν άντρες, επηέναμεν στην θάλασσαν για μπάνιον τσιε βλέπαμεν τσι κορούες να κάμνουν ηλιθεραπείαν, εκαυλώναμεν, εχώναμεν τους βίλλους μας στην άμμον... τσιε ξεκαυλώναμεν!
Έτσι εφκάλαμεν την πόλην μας Αμμόχωστον.
Τρεις άντρες, ένας ξυλουργός, ένας μαραγκός κι ένας παγωτατζής, περιπλανιόντουσαν στην έρημο διψασμένοι και κουρασμένοι.
Ξαφνικά βλέπουν έναν τεράστιο πύργο και τρέχουν να ζητήσουν λίγο φαγητό και νερό.
Χτυπάνε την πόρτα και βγαίνει μία πολύ όμορφη γυναίκα, η οποία τους ρωτάει:
- Τι θέλετε;
Εκείνοι απαντούν:
- Λίγο φαγητό για να πάρουμε δυνάμεις και μετά θα φύγουμε.
- Σύμφωνοι, λέει η γυναίκα, αλλά θα με αφήσετε να σας κόψω τα πουλιά σας.
- Εντάξει, λένε οι άντρες, εάν είναι να φάμε...
Αφότου έφαγαν παίρνει τον πρώτο σε ένα δωμάτιο και...
- Αααα!
Μόλις το άκουσαν οι άντρες τρομοκρατήθηκαν.
Παίρνει τον δεύτερο...
- Ιιιααααιιιξξ!
Όταν έρχεται και η σειρά του τρίτου την ρωτάει:
- Γιατί ήταν τόσο διαφορετικός ο ήχος που έβγαλε ο καθένας τους;
Εκείνη του απαντά:
- Ο πρώτος ήταν ξυλοκόπος και έτσι του το έκοψα με τσεκούρι, και του δεύτερου που ήταν μαραγκός του το έκοψα με πριόνι.
- Κι εγώ που είμαι παγωτατζής, θα μου το γλύφεις μέχρι να πέσει;
Είναι ένας παππούς και πάει στη Μύκονο. Βρίσκει ένα ξενοδοχείο κοντά σε πλαζ γυμνιστών, παίρνει μια ξαπλώστρα και αράζει.
Κάποια στιγμή περνάει μια κοπέλα τσίτσιδη από μπροστά του, τη βλέπει και... "νταααν" του σηκώνεται. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα φτάνει δίπλα του μία άλλη κοπέλα ολόγυμνη και τον ρωτάει:
- Με καλέσατε;
Τα χάνει ο παππούς:
- Όχι κοπέλα μου, της λέει, δε σε κάλεσα.
- Μα πώς, λέει η κοπέλα και ανεβαίνει επάνω του και...
Τελειώνει η κοπελιά, φεύγει, συνέρχεται και ο παππούς από το σοκ. Μετά από λίγο, ο παππούς κλάνει και τσουπ σκάει δίπλα του ένας μαύρος.
- Με καλέσατε;
Τα χάνει ο παππούς.
- Όχι, παλικάρι μου, δε σε κάλεσα, του απαντάει.
- Μα πώς, λέει ο μαύρος, τον γυρίζει μπρούμυτα και...
Τελειώνει ο μαύρος, φεύγει, συνέρχεται και ο παππούς τα μαζεύει και πάει στη ρεσεψιόν όπου ζητάει λογαριασμό για να φύγει.
- Μα γιατί θέλετε να φύγετε, ρωτάει η ρεσεψιονίστ, δεν περνάτε καλά;
- Όχι κοπέλα μου, της απαντάει ο παππούς, δεν είδες τι έγινε;
- Μα και βέβαια είδα, δε σας άρεσε;
- Τι να μου αρέσει, κοπέλα μου; Μου σηκώνεται 1 φορά το μήνα και κλάνω 50 φορές την ημέρα...!
Ήταν ένας Αμερικάνος, ένας Ιάπωνας και ένας Κινέζος σε ένα αεροπλάνο. Περνάνε πάνω από την Ιαπωνία και ο Ιάπωνας πετάει δύο μαχαίρια από το αεροπλάνο.
Αμερικάνος :
- Γιατί ρε, πέταξες τα μαχαίρια;
Ιάπωνας :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό τα πέταξα.
Περνάνε πάνω από την Κίνα και ο Κινέζος πετάει ένα μαχαίρι.
Αμερικάνος :
- Γιατί ρε, πέταξες το μαχαίρι;
Κινέζος :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό το πέταξα.
Περνάνε πάνω από την Αμερική και ο Αμερικάνος πετάει μία βόμβα.
Κινέζος :
- Γιατί ρε, πέταξες την βόμβα ;
Αμερικάνος :
- Είναι παράδοση στην χώρα μου, για αυτό την πέταξα.
Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε κατέβηκε ο Αμερικάνος, ο Κινέζος και ο Ιάπωνας και άρχισαν να περπατάνε. Εκεί που περπατούσανε συναντάνε ένα κορίτσι να κλαίει.
Αμερικάνος :
- Γιατί κλαις κοριτσάκι;
Κορίτσι :
- Γιατί έπεσαν δύο μαχαίρια από τον ουρανό και σκότωσαν τον πατέρα μου.
Περπατάνε και συναντάνε ένα αγοράκι να κλαίει.
Ιάπωνας :
- Γιατί κλαις αγοράκι;
Αγόρι :
- Γιατί έπεσε ένα μαχαίρι από τον ουρανό και σκότωσε την μητέρα μου.
Περπατάνε και συναντάνε ένα αγόρι να γελάει.
Κινέζος :
- Γιατί γελάς αγοράκι;
Αγόρι :
- Γιατί εκεί που καθόμασταν και βλέπαμε τηλεόραση ο παππούς έκλασε και έπεσε το σπίτι.
Το τσιμπούρι.
- Εδώ και τριανταπέντε μέρες, ρε Συμέλα μου, το παπάρι μου είναι συνέχεια σηκωμένο! Κάτι συμβαίνει, θα πάω σε γιατρό να με εξετάσει!
- Τι λες βρε Γιωρίκα, πρώτη φορά μου συμβαίνει να με ικανοποιείς, τόσες φορές και ασταμάτητα κι εσύ θέλεις να μου χαλάσεις την ευχαρίστηση;
- Δεν γίνεται γυναίκα, δεν αντέχω άλλο, πρέπει να πάω στο γιατρό!
Με τα πολλά, πάει σε γιατρό ο Γιωρίκας να εξεταστεί.
- Γιατρέ, εδώ και καιρό μου είναι συνεχώς σηκωμένη!
- Κατέβασε το παντελόνι σου να σε εξετάσω, λέει ο γιατρός.
Τον ψαχουλεύει από εδώ, τον ψαχουλεύει από εκεί..
- Μη στενοχωριέσαι του λέει, ένα τσιμπούρι σου δημιουργεί την όλη φάση.
Παίρνει ένα τσιμπιδάκι και του το αφαιρεί. Μόλις πήρε το τσιμπούρι, το παπάρι του Γιωρίκα ήρθε στα ίσια του.
- Γιατρέ, ευχαριστώ, τώρα αισθάνομαι καλύτερα. Πες μου τι σου χρωστάω;
- Τίποτα, άσε το τσιμπούρι και φύγε!
Στο στρατόπεδο της Αυλώνας μοιραζόταν άδειες για τους φαντάρους. Ο Κώστας, ο Τάσος και ο Γιώργος πήραν άδεια για μια μέρα.
Λέει ο Τάσος: Μάγκες, θα πάμε στο μπου***λο για να βγάλουμε το άχτι μας.
- Έγινε λένε και οι άλλοι.
Πήγαν πρώτα σε ένα μπαράκι και πλακώθηκαν στα ουίσκι. Οι δύο δε μέθυσαν πολύ αλλά ο τρίτος έγινε τύφλα.
Πήγαν λοιπόν στο μπο***λο και ζητούν από τη τσατσά να τους βρει τρείς ωραίες γκόμενες.
Εντάξει απαντάει εκείνη.
Πηγαίνει να φωνάξει τις που**νες αλλά ήταν μόνο δύο. Κάθισε και σκέφτηκε ότι αφού ο ένας είναι μεθυσμένος να του βάλουνε μια κούκλα και ίσως να μην καταλάβει τίποτα. Έφτασε η ώρα και γά**σαν όλοι τους. Την άλλη μέρα συζητούσαν για τις γκόμενες και το νυχτερινό όργιο.
Ο Κώστας λέει: Καλά εγώ είχα μια ξανθιά σαν βασίλισσα και κάναμε τα πάντα.
Ο Τάσος: Σιγά τ αυγά, η δικιά μου ήταν μαύρη αράχνη και μου έκανε κάτι κόλπα που με τρελάνανε.
Ο Γιώργος: Τι λέτε ρε μα**κες; Εγώ μόνο δεν γά**σα δηλαδή;
- Γιατί ρε; ρωτάνε απορημένοι οι φίλοι του.
Ο Γιώργος: Ξέρω εγώ; Μάλλον πρέπει ρε παιδιά η δικιά μου να ήταν μάγισσα!
- Μάγισσα; Τι μάγισσα ρε;
- Ναι ρε! Φανταστείτε ότι όταν ξαπλώσαμε δε μίλησε καθόλου, αλλά μόλις της τον έβαλα έκανε ένα φφφφφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ και έφυγε από το παράθυρο πετώντας.
Στο δημοτικό η δασκάλα λέει στους μαθητές της:
- Παιδιά, ελάτε να κάνουμε ένα τεστ εξυπνάδας!
Στην συνέχεια ρωτάει έναν:
- Ριχάρδο, πες μου ποιο είναι αυτό το ζωάκι: Περπατά στα κεραμίδια, έχει μουστάκι, κάνει νιάου και έχει και μια ελιά στη μυτούλα του! Απαντά ο μαθητής:
- Δεν ξέρω κυρία!
Και η δασκάλα του λέει:
- Μα είναι η γάτα, την ελιά έβαλα απλά να σε μπερδέψω.
Στην συνέχεια...
- Πέτρο, πες μου εσύ: έχει φτερό, ράμφος και από κάτω ένα κουκούτσι;
Απαντά ο Πέτρος:
- Πού να ξέρω κυρία, και με κουκούτσι από κάτω; Δύσκολα τα πράγματα!
Του απαντά η δασκάλα:
- Είναι το πουλί, βρε παιδί μου, το κουκούτσι έβαλα έτσι απλά να σε μπερδέψω! Τώρα εσύ Τοτέ, ρώτα με ΕΣΥ κάτι!
Ξεκινά ο Τοτός και λέει λοιπόν:
- Τι είναι μακρύ, είναι κόκκινο και στρογγυλό στην κορυφή, έχει δυο μπάλες από κάτω και αρέσουν στις γυναίκες να το βάλουν στο στόμα;
Τσαντίζεται η δασκάλα και του λέει:
- Τοτέ, έξω από την τάξη! ΤΩΡΑ!
Ήρεμος ο Τοτός της λέει της δασκάλας:
- Όχι κυρία... είναι το ΚΡΑΓΙΟΝ, τις μπάλες τις έβαλα απλά για να σας μπερδέψω!
Παντρεύεται κάποιος και θέλει να κάνει εντύπωση στη γυναίκα του την πρώτη νύχτα του γάμου. Μετά την τελετή λοιπόν μπαίνει στην τουαλέτα και παίρνει 10 viаgrа! Μετά από μίση ώρα γυρίζουν τα μάτια του, αφρίζει το στόμα του και βγαίνει στο διάδρομο με το καυ** έξω! Μπαίνει στο σαλόνι που έβλεπε ο πεθερός του τηλεόραση, τον βάζει κάτω και του ρίχνει τρείς. Συνεχίζει τρελαμένος, φτάνει στην κουζίνα βρίσκει την πεθερά του και την ξεσκί***!
Ξαναπαίρνει φορά, πετυχαίνει τη γιαγιά στο Χολ και της πετάει τα μάτια έξω! Βγαίνει στον κήπο, πιάνει το σκυλάκι και το ξεκωλ****! Ξαναμπαίνει στο σπίτι, πάει στην κρεβατοκάμαρα που ήταν η γυναίκα του και της σπάει τη λεκάνη από το πολύ γαμ***! Στο τέλος πεθαίνει από υπερκόπωση...
Την επόμενη στην κηδεία πλησιάζει τον πεθερό του μια γειτόνισσα και του λέει:
"Συλλυπητήρια κύριε Θανάση, τι κακό σας βρηκε, απο γάμο σε κηδεία". Δε μας χέζεις κύρια Τούλα, ο μακαρίτης ξέσκ*** εμένα, τη γυναίκα μου, την κόρη μου, τη μανά μου, το σκυλάκι, του τραβήξαμε και εφτά μαλα**** για να κλείσει το φέρετρο...