Είναι βράδυ...
Ένας τύπος είναι με το αυτοκίνητο του σε ερημικό μέρος και παρατηρεί ότι είναι έτοιμος να μείνει από βενζίνη...
- Πω πω ! τι κάνω τώρα...
Ξαφνικά βλέπει μία πινακίδα που λέει "ΠΑΝΩΧΩΡΙ - ΚΑΤΩΧΩΡΙ"
Ας τραβήξω σκέφτεται για Κατωχώρι που είναι και κατηφόρα... Παίρνει την κατηφόρα και πράγματι μετά από λίγο το αυτοκίνητο μένει από βενζίνα...
Ο δρόμος είναι σκοτεινός...
Στο βάθος του δρόμου το μόνο φωτεινό σημείο... Μία πινακίδα που έλεγε "ΒAR"
- Oυφ πάλι καλά, σκέφτεται. Κάποιος θα μου πει που να βρω βενζίνη...
Μπαίνει μέσα στο μαγαζί και παρατηρεί μία περίεργη εικόνα... Αρκετός κόσμος μέσα αλλά όλοι σιωπηλοί, νωχελικοί, μόνο ο barman, αργά αργά σκουπίζει ένα ποτήρι...
- Συγνώμη κύριε, λέει του barman. Έχω μείνει από βενζίνη και επειδή είμαι ξένος...
- Ξ Ε Ν Ο Σ είπες; Παιδιά ένας ξένος, φώναξε δυνατά...
- Ξ Ε Ν Ο Σ; αποκρίθηκαν όλοι, ΝΑ ΤΟΝ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ, ΝΑ ΤΟΝ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ!
- Παναγία μου!, σκέφτεται ο τύπος. Τι συμβαίνει εδώ;...
- Ξ Ε Ν Ο Σ, Ξ Ε Ν Ο Σ, ΝΑ ΤΟΝ ΓΑΜΗΣΟΥΜΕ! φωνάζανε όλοι και πετώντας καρέκλες, τραπέζια, πάνε όλοι καταπάνω του...
Ο τύπος αρχίζει να τρέχει και βγαίνει από το μαγαζί... Όλοι από πίσω να τον κυνηγάνε και να φωνάζουνε:
- Ξ ε ν ο σ, ξ ε ν ο σ, να τον γαμησουμε!
Ο τύπος έχει τρομοκρατηθεί...
Ξαφνικά ο δρόμος φωτίζεται όλος! Ανοίγουν πόρτες, παράθυρα, κόσμος βγαίνει μέσα από τα σπίτια, πηδάνε από τα παράθυρα και να φωνάζουνε όλοι:
- Ξ ε ν οσ, ξ ε ν οσ, να τον γαμησουμε!
Ο τύπος τα έχει κάνει πάνω του, τρέχει απεγνωσμένα, βλέπει μία πινακίδα που λέει "ΠΡΟΣ ΠΑΝΩΧΩΡΙ"
- Κάποιον άνθρωπο θα βρω εκεί να με βοηθήσει, σκέφτεται και τρέχει με όση δύναμη έχει...
Από πίσω του ο όχλος έχει γίνει τεράστιος και όλοι να ουρλιάζουν:
- Ξ ε ν οσ, ξ ε ν ο σ, να τον γαμησουμε!
Ξαφνικά φτάνει στα σύνορα του χωριού, "ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΠΑΝΩΧΩΡΙ", έλεγε η πινακίδα...
- Θεέ μου σώθηκα! σκέφτεται, αφού βλέπει κόσμο να στέκεται εκεί...
Γυρνάει πίσω του και βλέπει τον κόσμο που τον κυνήγαγε να έχει σταματήσει και να επιστρέφουν προς το χωριό τους... O τύπος πέφτει εξαντλημένος στην αγκαλία ενός γέρου...
- Δεν θα το πιστέψετε τι μου συνέβει.. πάει να πει ο τύπος και ο γέρος τον αγκαλιάζει στροργικά και του λέει:
- Γιατί να μην σε πιστέψω αγόρι μου... Είμαι 87 χρονών και εχουν δει πολλά τα μάτια μου αλλά ένα είναι σίγουρο... Όσα χρόνια θυμάμαι εδώ στο χωριό, πάντα οι Κατωχωρίτες τρέχουν και εμείς γαμάμε...
Η γήινη αποστολή φτάνει στον Αρη. Γνωρίζεται με τους Αρειανούς και αρχίζει να ρωτάει διάφορα πράγματα. Σε κάποια στιγμή, ο αρχηγός της αποστολής ρωτάει τον Αρειανό πώς κάνουν παιδιά.
"Να", του λέει αυτός. Παίρνει, λοιπόν, την Αρειανή, ακουμπάνε τα δάχτυλά τους σε κάτι οπές ενός μηχανήματος, μετά φτύνουν μέσα και σε πέντε λεπτά, τσουπ, από την άλλη άκρη, βγαίνει ένα μικρό Αρειανάκι.
"Εσείς, πώς κάνετε παιδιά;", ρωτάει μετά ο Αρειανός. Ο αρχηγός, που έχει μια αστροναύτισσα μπουκιά και συχώριο στην αποστολή, την... πείθει (άλλο που δεν ήθελε κι αυτή) να τους... δείξουν. Γδύνονται, λοιπόν, και... βάζουν τα δυνατά τους. Κάνουν ότι κάνουν, τελειώνουν και ντύνονται. Ο Αρειανός περιμένει λίγη ώρα, κοιτάζοντας απορημένος. Μετά ρωτάει την
Αστροναύτισσα:
"Και τώρα; Το παιδί;".
"Ποιο παιδί;", ρωτάει η
Αστροναύτισσα. "Το παιδί, ρε παιδί μου. Πότε θα βγει το παιδί;".
"Α, αυτό εννοείς. Μα, το παιδί αργεί. Σε εννιά μήνες περίπου"
, του απαντά αυτή. Και ο Αρειανός:
"Σε εννιά μήνες; Καλά. Και τότε, γιατί... χτυπιόταν έτσι αυτός ο μαλάκας;"!
Ηταν η μικρή Αννούλα στο σχολείο (δημοτικό), και κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι για να βγούν τα παιδιά διάλλειμα.
Ετσι όπως έπαιζε η Αννούλα με τις φίλες της ακούει ένα "Ψίτ!". Γυρνάει και βλέπει έναν τύπο γύρω στα 40, να της γνέφει πίσω απο έναν θάμνο. Πλησιάζει και της λέει ο τύπος:
- Αν με αφήσεις να χαϊδέψω τα μαλλάκια σου, θα σου δώσω ένα γλειφιτζούρι.
- Ε, καλά, εντάξει...
Της δίνει το γλειφιτζούρι και ενώ η Αννούλα το απολάμβανε, εκείνος της χαϊδευε τα μαλλιά. Χτυπάει όμως το κουδούνι και φεύγει η Αννούλα. Στο επόμενο διάλειμμα, πάλι τα ίδια. Αυτή τη φορά της λέει:
- Αν με αφήσεις να χαϊδέψω την πλατούλα σου, θα σου δώσω κι άλλο γλειφιτζούρι.
- Ε, καλά, εντάξει...
Της δίνει κι άλλο γλειφιτζούρι κι ενώ η Αννούλα το έτρωγε, εκείνος της χαϊδευε την πλάτη. Χτυπάει όμως το κουδούνι και φεύγει η μικρή Αννούλα. Στο επόμενο διάλειμμα, τα ίδια.
- Αν με αφήσεις να χαϊδέψω τα μπουτάκια σου, θα σου δώσω κι άλλο γλειφιτζούρι.
- Ε, καλά, εντάξει...
Κι ενώ η Αννούλα το έτρωγε, εκείνος της χαϊδευε τα μπουτάκια. Χτυπάει όμως το κουδούνι και φεύγει η μικρή Αννούλα. Έτσι όπως έμπαινε μέσα στο σχολείο, τη ρωτάει η φίλη της η Ελενίτσα:
- Βρε Αννούλα, δε μου λες, ποιός είναι αυτός που πας και κάθεσαι μαζί του στα διαλείμματα;
- Ασε με Ελενίτσα κι έχω τα νεύρα μου! Μέχρι να με γαμήσει, θα πάθω ζάχαρο!