Ο μικρός και ο γείτονας!
Ήταν ένας μικρός που έπαιζε στην αυλή του σπιτιού του με μια μπάλα.
Ξαφνικά του πέφτει στην διπλανή αυλή. Έτσι πήγε να την πάρει.
Φτάνοντας στην αυλή λέει στον γείτονα:
"Μπορώ να πάρω την μπάλα μου;"
Ο γείτονας του λέει:
"Φυσικά αλλά πρόσεχε"
Παρατηρώντας ο μικρός την αυλή λέει:
"Τι είναι αυτό;"
Και ο γείτονας απαντάει:
"Ένα ποτιστήρι."
"Αχα χα χα ο πατέρας μου έχει 3.",λέει ο μικρός και φεύγει
Μετά από λίγο του ξαναπέφτει η μπάλα και πηγαίνει να την πάρει.
"Μπορώ να την πάρω; ",λέει ο μικρός
"Ναι!", απαντάει ο γείτονας
Ξανακοιτώντας την αυλή λέει : Τι είναι αυτό;"
"Τσάπα.", λέει ο γείτονας
"Α χα χα χα ο πατέρας μου έχει 3!"
Ο γείτονας άρχισε να νευριάζει.
Μετά από λίγο του ξαναπέφτει και όταν πήγε ο γείτονας κατουρούσε και του λέει:
" Ξέρεις τι είναι αυτό; Πουλάκι. Μην μου πεις ότι ο πατέρας σου έχει 3;"
Και απαντάει ο μικρός:
"Όχι αλλά είναι 3 φορές αυτό!"
Το γυφτάκι της ιστορίας μας έχει τρομακτικό ταλέντο στη ζωγραφική.
Μπορεί στα μαθήματα να μη τα κατάφερνε αλλά για τη ζωγραφική του όλοι έχουν να πουν στο σχολείο. Φανταστείτε ότι σε μια εργασία που τους έβαλε ο δάσκαλος στο σχολείο να ζωγραφίσουν ένα περιστέρι το έκανε τόσο ζωντανό λες και ήταν έτοιμο να πετάξει.
Ο δάσκαλος αποφασίζει να πάει στον πατέρα του για να του πει για το γιό του να μπει σε κάποια σχολή ζωγραφικής για να αξιοποιηθεί το ταλέντο του.
Όταν έφτασαν κοντά στο τσαντίρι ο γύφτος άρχισε να φωνάζει στο γιό του.
- Τα σε πιάσω ρε κολοπεντι τα σου ντείξω εγκω.
Το γυφτάκι κρυβόταν πίσω από το δάσκαλο.
- Ντύρτω ντάσκαλε το κωλόπαιντο ντύρτω.
- Μα τι λες του λέει ο δάσκαλος το παιδί σου είναι ένας ανερχόμενος ζωγράφος πρέπει να το προσέξεις!
- Τα το σαπίσω στο ξύλο, συνεχίζει ο γύφτος.
- Μα γιατί; ρωτάει ο δάσκαλος.
- Χτες το κωλόπαιδο ζωγράφισε ένα μου** στη σόμπα και εγώ έκαψα τον πού*** μου και ο πατέρας μου τη γλώσσα του!
Μια γερμανίδα τουρίστρια νοικιάζει ένα τζιπάκι και ξεκινάει τις περιπλανήσεις στον Ψηλορείτη.
Κάποια στιγμή φτάνει κοντά σε ένα μητάτο (μαντρί) και βλέπει απ έξω το Σήφη, έναν κρητίκαρο, θηρίο, τριχωτό με μια μουστάκα ! Να η τουρίστρια παθαίνει την πλάκα της, τον γουστάρει με χίλια οπότε τον πλησιάζει γεμάτη πάθος και του λέει: Όου μαν, άι γουόντ γιου του φακ μι. Τότε εκείνος της λέει νευριασμένος: φύγε μωρή από παέ μη σε γα**σω!
Η τουρίστρια συνεχίζει την περιπλάνηση της και έξω από ένα χωριό σταματάει για πιπί, σε λίγο την πλησιάζουν τέσσερα Κρητικόπουλα και πετάνε τις ματζαφλάρες έξω, έτοιμα να της δείξουν την Κρητική φιλοξενία, αυτή τρομοκρατημένη αρχίζει να φώναζε: νάιν - νάιν (όχι-όχι στα γερμανικά). Και το Μανωλιό που ήξερε λίγα αγγλικά τους λέει: κοπέλια, φωνάξτε άλλους πέντε από το καφενείο, πέσαμε σε ανώμαλη, εννιά θέλει!
Δυο νάνοι κέρδισαν το Λόττο.
Το πρώτο πράμα που κάνανε ήταν να αγκαζάρουν δυο πουτ**** και να πάνε σ ένα ξενοδοχείο. Τα δωμάτιά τους είναι δίπλα-δίπλα. Παίρνουν ο καθένας από μια γυναίκα λοιπόν και αποσύρονται. Ο ένας απ τους δυο, μόλις έπεσε στο κρεβάτι, ακούει από δίπλα:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Ενθουσιάστηκε που ο φίλος του άρχισε τη... γυμναστική τόσο νωρίς και βγάζει όλα τα ρούχα του. Ακόμα ακούει απ το διπλανό δωμάτιο:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Μετά από κάνα τέταρτο, που ο ίδιος βρισκότανε στα προκαταρτικά ακόμη, συνεχίζει να ακούει από δίπλα:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ» κι αναρωτιέται που τη βρίσκει τόση αντοχή ο φίλος του. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί σ αυτό που κάνει ο ίδιος, αλλά οι φωνές του φίλου του απ το διπλανό δωμάτιο, «ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ», δεν τον αφήνουν και, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πουτ**** , δεν καταφέρνει να σηκώσει ούτε το δάχτυλό του. Ακόμα κι όταν εγκατέλειψε τις προσπάθειες απογοητευμένος και έπεσε για ύπνο συνέχισε ν ακούει απ το διπλανό δωμάτιο τις φωνές του φίλου του, που δεν είχε σταματήσει καθόλου:
- «Ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ, ένα, δύο, τρία, ωπ». Την επομένη συναντιόνται έξω απ τα δωμάτια τους, μετά που οι πουτ**** έχουν φύγει. Ο ένας είναι κατακόκκινος στο πρόσωπο και φαίνετε τελείως εξαντλημένος - Πώς τα πέρασες τη νύχτα; ρωτάει τον πρώτο νάνο, αυτόν που δεν του έκανε κούκου.
- Απαίσια, απαντάει εκείνος. Δεν είχα στύση. Κοιμήθηκα σαν πουλάκι και δεν έκανα τίποτα με τη γυναίκα.
- Τυχερό κω**παιδο, του λέει ο άλλος. Εγώ δεν τα κατάφερα ούτε στο κρεβάτι ν ανέβω.
Ένας γύφτος παντρεύει την κόρη του και οργανώνει τα του γάμου.
Ψάχνει και βρίσκει μια γύφτικη κομπανία της περιοχής και τους λέει:
"Τέλω να τραγκουντήσιτι στο γκάμο. Από το πρωί που τα ντύνιτι η νύφη μέχρι το γλέντι. Αλλά τέλω να τραγκουντήσιτι κι ένα τραγκούντι για
"Αίματα" όταν τα βγουν τα σιντόνια με τα αίματα το άλλο πρωί"
Πράγματι, την ημέρα του γάμου οι γύφτοι από το πρωί τραγουδούσαν τη νύφη, το απόγευμα όταν ντυνόταν και μετά όλο το βράδυ στο γλέντι.
Όταν πήγαν ο γαμπρός και η νύφη να κοιμηθούν αυτοί έμειναν κάτω από το μπαλκόνι και περίμεναν μέχρι το πρωί να ξυπνήσουν, να βγουν τα ματωμένα σεντόνια και να τραγουδήσουν το τραγούδι με τα "αίματα".
Αργά το πρωί ανοίγουν τα εξώφυλλα και ο γαμπρός απλώνει τα ματωμένα σεντόνια στα κάγκελα του μπαλκονιού.
Και η γύφτικη κομπανία αρχίζει να τραγουδά:
"Εματα πως είσαι μάγκας, είσαι και μερακλής"
Ένας Έλληνας οδηγεί στην Κωνσταντινούπολη και περνά με κόκκινο. Ο τούρκος μπάτσος λοιπόν τον σταματά.
- Περάσατε με κόκκινο κύριε.
- Ε και! Λέγε πόσο είναι το πρόστιμο να τελειώνουμε.
- Δεν υπάρχει πρόστιμο κύριε. Θα πρέπει να γίνει δίκη.
- Τι δίκη ρε φίλε. Κόψε την κλήση να τελειώνουμε.
Από τα πολλά ο μπάτσος τον πηγαίνει στο δικαστήριο που είναι όπως στις ταινίες. Στεγάζεται στο κτήριο των φυλακών, είναι άθλιο, και τρομακτικό. Μπόλικος κόσμος που περιμένει να δικαστεί, στην σειρά και ο Έλληνας φίλος μας.
Ο τούρκος πρόεδρος του δικαστηρίου αρχίζει:
- Τι έκανες, ρωτά τον Έλληνα.
- Πέρασα με κόκκινο, κύριε δικαστά. Κόψτε μου μια κλήση να πληρώσω.
- Δεν έχει πρόστιμο εδώ. Χασάν πάρε τον και πήδα τον.
- Μα τι λέτε κύριε πρόεδρε! κάνει ο Έλληνας τρομαγμένος. Πόσο κάνει να πληρώσω!
- Χασάν. Πάρε τον και πήδα τον. Ο επόμενος! Τί έκανες;
- Έκλεψα, κύριε δικαστά.
- Χασάν, πάρε τον και κόψε του τα χέρια. Ο επόμενος! Τί έκανες εσύ;
- Σκότωσα, κύριε δικαστά.
- Χασάν, πάρε τον και κόψε του το κεφάλι.
Ο Χασάν, τούρκος 180 κιλά, 2φυλλή ντουλάπα, καραφλός, με γυαλισμένο κεφάλι και ο ιδρώτας κάνουλα. Βουτά και τους 3 μαζί από τον λαιμό και αρχίζει να τους πηγαίνει έξω από το δικαστήριο προς την φυλακή.
Οπότε ο Έλληνας γυρνά και του λέει:
- Και πού σαι Χασάν, ... Κοίτα μην μπερδευτούμε. Εγώ είμαι για γαμήσι.
Ο τσακωμός...
Δυο φίλοι λοιπόν, στο δρόμο, κάτω από ένα διώροφο σπίτι, στις 2.00 μετά τα μεσάνυχτα, προσποιούνται ότι τσακώνονται υψηλόφωνα για το ποδόσφαιρο...
Για πρώτη φορά ο ιδιοκτήτης του σπιτιού βγαίνει στο παράθυρο και τους λέει ευγενικά να πάνε κάπου αλλού να τσακωθούν και να τους αφήσουν να κοιμηθούν...
Οι άλλοι για μια στιγμή σταματούν, αλλά έπειτα από λίγο πάλι τα ίδια, το βιολί βιολάκι τους...,όποτε ο άνθρωπος αγανακτεί, ανοίγει το παράθυρο και φωνάζει:
- Ρε σεις, τι θα γίνει τέλος πάντων; Σας παρακάλεσα να πάτε κάπου αλλού να τσακωθείτε και να μας αφήσετε να κοιμηθούμε, αλλά εσείς τίποτα...
Ένας απ τους δυο αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και του λέει κάπως ευγενικά:
- Ακουστέ κύριε, ξέρετε έχουμε κάποιο σοβαρό πρόβλημα που μας απασχολεί και μόνοι μας δεν βλέπω να μπορούμε να το λύσουμε. Θα σας παρακαλούσαμε να κατεβείτε να διαιτητεύσετε, ώστε εμείς μεν να βρούμε μια απάντηση στην απορία μας και εσείς επιτέλους να μπορέσετε να κοιμηθείτε...
Ο άνθρωπος είναι έτοιμος να του βρίσει, αλλά... Μετά το ξανασκέπτεται και προκείμενου επιτέλους να μπορέσει να κοιμηθεί κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και κατεβαίνει κάτω...
- Ορίστε, τους λέει, κατέβηκα, πέστε μου τώρα τι μπορώ να κάνω για σας...
Αυτός που μίλησε παίρνει πάλι τον λόγο..
- Ακουσε φίλε, του λέει, εγώ και ο φίλος μου έχουμε να σου κάνουμε μια πρόταση, είσαι να σε γα... Ε και να σου δώσουμε 500 χιλιάρικα;
Ο τύπος εκνευρίζεται, πετάγεται επάνω σαν ελατήριο και...
- Τι λέτε βρε αλήτες, τους λέει, γι αυτό με κατεβάσατε, και πως φανταστήκατε ότι για 500 ψωροχιλιαρικα θα κάτσω εγώ οικογενειάρχης άνθρωπος να μου κάνετε αυτή τη δουλειά;!
Ο άλλος τον αντιμετωπίζει ψύχραιμα...
- Ρε μεγάλε, του λέει, εμείς μια πρόταση σου κάνουμε, και είναι συμφέρουσα. Αν πάλι δεν θες δεν πρόκειται να χαλάσουμε τις καρδιές μας... Λοιπόν, άντε μεγάλε, επειδή σε συμπαθήσαμε σου δίνουμε όχι 500 χιλιάρικα αλλά 15 εκατομμύρια... Είσαι;
Ο άλλος πάει να τους βρίσει, αλλά μετά το ξανασκέπτεται, σου λέει δεν πρόκειται να πάθω και τίποτα σοβαρό στο κάτω-κάτω της γραφής, θα πάρω τα 15εκ., και... ούτε γάτα ούτε ζημιά, οπότε...
- Αντε μάγκες, τους λέει, δέχομαι για 15 εκ.
Τότε γυρίζει ο ένας και λέει στον άλλο:
- Ρε φιλάρα, είδες που στα λέγα; Κώλοι υπάρχουνε, λεφτά δεν υπάρχουνε!