Πάει λέει μια φορά ο Ψαραντώνης, σε ένα καφενείο ενός παλιού του φίλου, στο Τυμπάκι και κάθεται έξω, βγαίνει έξω ο Καφετζής τονε θωρεί με γύψο στα χέρια και επιδέσμους στο κεφάλι και τον ρωτά: - Ηντά γινε μωρέ Αντώνη, ηντά παθες; - Εεε ηντά παθα... να, τονε θωρείς έκειωνε το στύλο; - Ναι τονε θωρώ... - Ε! μα εγώ δε τον είδα!
Πάει λέει μια φορά ο Ψαραντώνης, σε ένα καφενείο ενός παλιού του φίλου, στο Τυμπάκι και κάθεται έξω, βγαίνει έξω ο Καφετζής τονε θωρεί με γύψο στα χέρια και επιδέσμους στο κεφάλι και τον ρωτά:
- Ηντά γινε μωρέ Αντώνη, ηντά παθες;
- Εεε ηντά παθα... να, τονε θωρείς έκειωνε το στύλο;
- Ναι τονε θωρώ...
- Ε! μα εγώ δε τον είδα!