Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια μέρα ο Κώστας μπαίνει μέσα στο σαλόνι του σπιτιού του και αναγγέλλει στους γονείς του ενθουσιασμένος το γάμο του με το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης τη Μαρία.
Ο πατέρας του τον παίρνει πιο πέρα και του λέει: Αγόρι μου πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι. Ξέρεις η μητέρα σου κι εγώ είμαστε χρόνια παντρεμένοι, είναι εξαιρετική, την αγαπώ και τη σέβομαι αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερα εκδηλωτική ερωτικά οπότε κατά καιρούς έκανα σχέσεις με άλλες. Σπαράζει η καρδιά μου που στο λέω αλλά η Μαιρούλα είναι ετεροθαλής αδελφή σου και δε γίνεται να την παντρευτείς.
Ο Κώστας πληγώνεται, αλλά σκέφτεται ότι η ζωή συνεχίζεται. Μετά από μήνες αρχίζει να βγαίνει με άλλα κορίτσια και τα πράγματα πηγαίνουν ομαλά μέχρι που ένα βράδυ... εισβάλει πάλι στο σαλόνι και γεμάτος χαρά λέει: Μαμά, μπαμπά, η Αννούλα κι εγώ παντρευόμαστε.
Πάλι ο πατέρας του τον παίρνει παράμερα και του λέει ότι η Αννούλα είναι αδελφή του και ...
Ο νεαρός απελπισμένος περνά άλλη μια κρίση. Μετά από μέρες ξεσπά και λέει στη μαμά του: Τον μισώ τον πατέρα, μου έχει κάνει τόσο κακό! Ποτέ δε θα παντρευτώ! Κάθε φορά που ερωτεύομαι εκείνος μου λέει ότι το κορίτσι είναι αδελφή μου! Και η μητέρα του απαντά: Καλά μωρό μου μη δίνεις και μεγάλη σημασία στο τι λέει. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας.
Κοιμότανε που λέτε η καημένη η Χιονάτη πολύ καιρό, μέχρι που τη φίλησε το πριγκιπόπουλο και ζωντάνεψε. Και όπως ήτανε και παίδαρος η μικρή την είδε ο νεαρός και κάτι σκίρτησε επάνω του και αποφάσισε να την παντρευτεί για να της εξηγήσει αυτός...
Παντρευτήκανε λοιπόν με πολιτικό γάμο για να μην καθυστερούνε και επειδή ο γαμπρός τσίμπαγε προς λιγούρη μπήκανε αμέσως στη κρεβατοκάμαρα που είχανε ετοιμάσει οι 7 νάνοι και πιάσανε δουλειά.
Από την πρώτη στιγμή οι 7 νάνοι είχανε μια ανησυχία:
"Μήπως το πονέσει το κορίτσι μας ο χλιμίτζουρας και είναι και αμάθητο", είπε ο Γκρινιάρης,
"Μήπως μας το στεναχωρήσει ο τράγος", είπε ο Συναχωμένος και λέγε-λέγε αποφάσισαν να παρακολουθήσουν και αν τον δουν να της φέρεται άσχημα να επέμβουν".
Η πόρτα όμως ήτανε μασίφ καρυδιά και πολύ ψηλή και μόνο πάνω πάνω είχε ένα φεγγίτη. Ανεβήκανε λοιπόν ο ένας στους ώμους του άλλου και έτσι ο έβδομος, ο Σοφός, έφτανε να βλέπει από το φεγγίτη και να λέει στους υπόλοιπους τι βλέπει.
- Τη φιλάει τώρα στο λαιμό, έχει το χέρι του μέσα από τη μπλούζα της και της χαϊδεύει το στήθος; λέει ο Σοφός στον από κάτω του.
Η πληροφορία διαδίδεται σαν ηχώ προς τα κάτω από τον ένα στον άλλον:
"Της χαϊδεύει το στήθος", "... Χαδεύει το στήθος", "... Ει το στήθος", "... Στήθος", "... Ήθος"
- Της βγάζει το σουτιέν!, λέει μετά ο Σοφός και η πληροφορία διαδίδεται:
"Της βγάζει το σουτιέν", "Βγήκε το σουτιέν", "Πάει και το σουτιέν"..., ..., ".. Σουτιέν"
- Τώρα το δαντελένιο μικρό βρακάκι της, η επόμενη πληροφορία και η ηχώ:
"Τώρα το βρακάκι", "Βγήκε το βρακάκι", ..., ..., ..., "... Βρακάκι"
- Της τον έβαλε και τη πηδάει με πάθος, λέει με βαθιά φωνή ο Σοφός και φυσικά διαδίδεται αμέσως:
"Της τον έβαλε", "Την πηδ***", "Τον έχωσε", ..., ..., "... πηδ***"
- ΧΥΝΕΙ! γρυλίζει ο Σοφός και η ηχώ:
"Κι εγώ", "Κι εγώ", "Κι εγω"...
Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο. Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- Μια μπίρα για μένα, λέει ο άντρας.
Και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, τη ρωτάει:
- Εσύ τι θα πάρεις;
- Κι εγώ μια μπίρα, απαντάει η στρουθοκάμηλος.
Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπίρες και ζητάει 8,24 ευρώ.
Ο άνδρας βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ακριβώς 8,24 ευρώ και τα δίνει στον μπάρμαν.
Το επόμενο βράδυ πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπίρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 8,24 ευρώ ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει:
- Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας;
- Α, απαντάει ο άνδρας, πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Φοβερό! αναφώνησε ο μπάρμαν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, με αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε.
- Σωστά! λέει ο άντρας. Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί κυκλοφορείτε πάντα με την στρουθοκάμηλο;
- Α, ξεροβήχει ο άνδρας, η δεύτερη επιθυμία μου ήταν να έχω πάντα στο πλευρό μου ένα θηλυκό με μακριά πόδια.
Τα καινούργια παπούτσια...
Ο κυρ-Κώστας και η κυρά-Φρόσω είναι παντρεμένοι εδώ και πενήντα χρόνια και τώρα είναι περασμένα 70. Όλη του τη ζωή ο κυρ-Κώστας ήθελε ένα ζευγάρι παπούτσια από δέρμα κροκοδείλου και έκρινε πως είχε φτάσει πια η ώρα να τα κάνει δώρο στον εαυτό του.
Όταν επέστρεψε σπίτι, φορώντας τα καινούργια του παπούτσια, είπε στην κυρά-Φρόσω:
- "Λοιπόν, βλέπεις κάτι διαφορετικό πάνω μου;"
- "Τι θα μπορούσε να είναι διαφορετικό; Κάθε μέρα φοράς το ίδιο πουκάμισο και το ίδιο παντελόνι. Που είναι η διαφορά;"
Ο κυρ-Κώστας δεν το έβαλε κάτω. Χωρίς να πει κουβέντα, πήγε στο υπνοδωμάτιο, γδύθηκε και βγήκε έξω μη φορώντας τίποτε άλλο παρά τα καινούργια του παπούτσια.
- "Τώρα Φρόσω, βλέπεις κάτι διαφορετικό;", τη ρώτησε.
- "Που είναι η διαφορά, Κώστα μου; Κρέμεται προς τα κάτω όπως και κάθε μέρα."
Προσβεβλημένος και θυμωμένος, ο κυρ-Κώστας φώναξε:
- "Και ξέρεις ΓΙΑΤΙ κρέμεται προς τα κάτω; Γιατί κοιτάζει τα καινούργια μου παπούτσια!"
Η κυρά-Φρόσω σήκωσε τους ώμους λέγοντας:
- "Έπρεπε να αγοράσεις καπέλο!"
Μια μύγα στον καφέ μου.
Εάν έπεφτε ένα έντομο στην κούπα του καφέ σας πως θα αντιδρούσατε?
Δείτε πως θα αντιδρούσαν διάφορες εθνικότητες:
1. Εγγλέζος
Πετάει την κούπα με τον καφέ και φεύγει από την καφετέρια
2. Αμερικάνος
Βγάζει το έντομο και συνεχίζει να πίνει τον καφέ του.
3. Κινέζος
Τρώει το έντομο και πετάει τον καφέ
4. Εγκλωβισμένος Παλαιστίνιος
Πίνει τον καφέ μαζί με το έντομο
5. Σκοτσέζος
Πιάνει το έντομο και το σφίγγει φωνάζοντας "φτύσ τον καφέ ρε!"
6. Ισραηλινός
Α. Πουλάει τον καφέ στον Αμερικάνο και το έντομο στον Κινέζο
Β. Διαμαρτύρεται ότι η προσωπική του ασφάλεια βρίσκεται σε κίνδυνο
Γ. Φωνάζει ότι οι Παλαιστίνιοι του ρίχνουν έντομα στον καφέ
Δ. Κατηγορεί ότι οι Χεζμπολάχ, οι Συρία και το Ιράν υποθάλπουν επιθέσεις με όπλα μαζικών εντόμων
Ε. Συσχετίζει αυτή την ποταπή επίθεση με την Παλαιστινιακή τρομοκρατία, με καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τον αντισημιτισμό, το
Ολοκαύτωμα, τη διασπορά, την έξοδο.
Στ. Διατάζει τον Αραφάτ να σταματήσει αμέσως όλα τα έντομα να πετάνε ή να πέφτουν μέσα στον καφέ του.
Η. Επανακαταλαμβάνει τη δυτική όχθη και τη Γάζα, συνεχίζει την εποικήσει, κόβει την παροχή νερού και ρεύματος στους Παλαιστινίους, τρομοκρατεί ή εξευτελίζει πολίτες, σκοτώνει ή σακατεύει οτιδήποτε στο πέρασμά του.
Θ. απαιτεί ισχυρότερη στρατιωτική βοήθεια από τους Αμερικάνους.
Ι. Ζητά δάνειο ενός δισεκ. δολαρίων με 100ετή περίοδο αποπληρωμής, από τους Αμερικάνους για την αγορά καινούργιας κούπας καφέ.
Κ. Απαιτεί εφ όρου ζωής δωρεάν καφέ από την καφετέρια ως αποζημίωση.
7. Έλληνας
Ρίχνει μια χρι*******α στη γυναίκα του και πάει στη μάνα του να πιει ένα καφέ της προκοπής.
Μια μέρα μπαίνει ένας γάιδαρος μέσα σε ένα μπαρ και φαινόταν πολύ στεναχωρημένος.
Ζητάει ένα ποτό το πίνει και αρχίζει να κλαίει. Έκλαιγε μια ώρα, δυο ώρες, τρεις ώρες και δεν σταματούσε. Τα παίρνει ο μπάρμαν και αρχίζει να τον παρακαλάει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δεν πειράζει, κάνε κουράγιο, ότι κι αν είναι θα περάσει, τίποτε αυτός. Αφού τα δοκίμασε όλα ο μπάρμαν, λέει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να κλαίει θα του δώσει 50 χιλιάρικα. Σηκώνεται τότε ένας, πλησιάζει τον γάιδαρο, του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί και αυτός ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δίνει ο μπάρμαν τα πενήντα χιλιάρικα στον πελάτη. Ο γάιδαρος όμως συνέχισε να γελάει και δεν σταματούσε με τίποτα. Μετά από καμιά ώρα και αφού τα είχε πάρει άγρια ο μπάρμαν, ξαναφωνάζει στους πελάτες πως όποιος κάνει το γάιδαρο να σταματήσει να γελάει θα έχει άλλα πενήντα. Ξανασηκώνεται ο ίδιος πελάτης, ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του γαιδάρου και βγαίνουν έξω από το μπαρ. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνουν μέσα και ο γάιδαρος ξαναρχίζει να κλαίει. Αγανακτισμένος ο μπάρμαν δίνει τα λεφτά στον πελάτη αλλά τον ρωτάει τι είπε στο γάιδαρο και τον έκανε στην αρχή να γελάει και μετά να κλαίει. Οπότε του λέει ο πελάτης:
Στην αρχή του είπα πως τον έχω μεγαλύτερο από τον δικό του. Και μετά; ρωτάει ο μπάρμαν. Και μετά του τον έδειξα.
Mια Ρωσίδα ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα της, αλλά δεν είχε αρκετά λεφτά και αναγκάστηκε να κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει ένας οδηγός και την ρωτάει που πάει. Όταν του λέει αυτή στην Ρωσία, της λέει ότι δεν βολεύει και φεύγει.
Tο ίδιο γίνεται και με τους επόμενους, ώσπου σταματάει μια νταλίκα και την ρωτάει ο νταλικέρης που πάει.
- Στην Ρωσία, του απαντάει η κοπέλα.
- Εντάξει, της λέει αυτός, θα σε πάρω, αλλά να ξέρεις, πρέπει να πάρουμε το πλοίο και σε κάθε λιμάνι θα μου κάθεσαι...
Tι να κάνει η φουκαριάρα, λεφτά δεν είχε... συμφώνησε.
Mπαίνουν λοιπόν στο πλοίο, την βάζει και σε μια καμπίνα ο νταλικέρης και ξεκινούν.
Σε μισή ώρα, το πλοίο πιάνει λιμάνι. Μπαίνει ο νταλικέρης στην καμπίνα και...
Σε λίγο φεύγει το πλοίο, και σε μισή ώρα σταματάει πάλι σε λιμάνι. Ξανά ο νταλικέρης στην καμπίνα. Ξαναφεύγει το πλοίο, σε μισή ώρα πάλι τα ίδια! H Ρωσίδα έχει απηυδίσει.
- Tι στο καλό γίνεται, λέει. Στο επόμενο λιμάνι θα ρωτήσω πότε φτάνουμε...
Στο επόμενο λιμάνι, αφού υποχρεώνεται ξανά να κάτσει του νταλικέρη, μόλις τελειώνει, βγαίνει από πίσω του, βλέπει ένα ναύτη και τον ρωτάει:
- Pε παλικάρι, πότε φτάνουμε στη Ρωσία;
- Ποια Ρωσία μαντάμ, απαντάει έκπληκτος αυτός. Pίο - Aντίριο κάνουμε!