Skip to main content
Ο Γιωρίκας, ναυτικός από τα γεννοφάσκια του, αποφάσισε να παντρευτεί το καλύτερο κορίτσι του χωριού. Στην πρώτη τους νύχτα μαζί, της δείχνει το "τέρας" του και της λέει πως είναι μοναδικό στον κόσμο. Αυτή φυσικά τον πιστεύει.
Ο καιρός περνάει, ο Γιωρίκας μπαρκάρει για ένα ταξίδι Αμερική.
- Βραζιλία και όταν γυρνάει σπίτι του μετά από μήνες, βλέπει την γυναίκα του. Ορεξάτος όπως ήταν την πάει κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί αυτή του λέει:
- Γιωρίκα μ , δεν μου είχες πει πως αυτό είναι μοναδικό στον κόσμο;
- Ναι, μόνο εγώ έχω τέτοιο...
- Εγώ όμως ξέρω ότι έχει και ο Κωστίκας ένα τέτοιο.
- Α, κοίτα ο Κωστίκας δεν είχε, αλλά ήμασταν μαζί στρατό και επειδή εγώ είχα δύο του έδωσα το ένα...
- Μα καλά βρε Γιωρίκα, ήταν ανάγκη να του δώσεις το *καλύτερο*;
Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο. Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- Μια μπίρα για μένα, λέει ο άντρας.
Και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, τη ρωτάει:
- Εσύ τι θα πάρεις;
- Κι εγώ μια μπίρα, απαντάει η στρουθοκάμηλος.
Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπίρες και ζητάει 8,24 ευρώ.
Ο άνδρας βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ακριβώς 8,24 ευρώ και τα δίνει στον μπάρμαν.
Το επόμενο βράδυ πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπίρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 8,24 ευρώ ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει:
- Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας;
- Α, απαντάει ο άνδρας, πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Φοβερό! αναφώνησε ο μπάρμαν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, με αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε.
- Σωστά! λέει ο άντρας. Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί κυκλοφορείτε πάντα με την στρουθοκάμηλο;
- Α, ξεροβήχει ο άνδρας, η δεύτερη επιθυμία μου ήταν να έχω πάντα στο πλευρό μου ένα θηλυκό με μακριά πόδια.
Mια Ρωσίδα ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα της, αλλά δεν είχε αρκετά λεφτά και αναγκάστηκε να κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει ένας οδηγός και την ρωτάει που πάει. Όταν του λέει αυτή στην Ρωσία, της λέει ότι δεν βολεύει και φεύγει.
Tο ίδιο γίνεται και με τους επόμενους, ώσπου σταματάει μια νταλίκα και την ρωτάει ο νταλικέρης που πάει.
- Στην Ρωσία, του απαντάει η κοπέλα.
- Εντάξει, της λέει αυτός, θα σε πάρω, αλλά να ξέρεις, πρέπει να πάρουμε το πλοίο και σε κάθε λιμάνι θα μου κάθεσαι...
Tι να κάνει η φουκαριάρα, λεφτά δεν είχε... συμφώνησε.
Mπαίνουν λοιπόν στο πλοίο, την βάζει και σε μια καμπίνα ο νταλικέρης και ξεκινούν.
Σε μισή ώρα, το πλοίο πιάνει λιμάνι. Μπαίνει ο νταλικέρης στην καμπίνα και...
Σε λίγο φεύγει το πλοίο, και σε μισή ώρα σταματάει πάλι σε λιμάνι. Ξανά ο νταλικέρης στην καμπίνα. Ξαναφεύγει το πλοίο, σε μισή ώρα πάλι τα ίδια! H Ρωσίδα έχει απηυδίσει.
- Tι στο καλό γίνεται, λέει. Στο επόμενο λιμάνι θα ρωτήσω πότε φτάνουμε...
Στο επόμενο λιμάνι, αφού υποχρεώνεται ξανά να κάτσει του νταλικέρη, μόλις τελειώνει, βγαίνει από πίσω του, βλέπει ένα ναύτη και τον ρωτάει:
- Pε παλικάρι, πότε φτάνουμε στη Ρωσία;
- Ποια Ρωσία μαντάμ, απαντάει έκπληκτος αυτός. Pίο - Aντίριο κάνουμε!
Μια μέρα η δασκάλα στο σχολείο βάζει έκθεση με θέμα "Μια συνηθισμένη μέρα".
Ο Τοτός έγραψε:
"Το πρωί ξυπνάω, πλένομαι, ντύνομαι, τρώω πρωινό, πηδάω τη βεράντα, πάω σχολείο, γυρνάω σπίτι, τρώω μεσημεριανό, κάνω τα μαθήματά μου, βλέπω τηλεόραση, τρώω βραδινό και κοιμάμαι. Την επόμενη μέρα ξυπνάω, πλένομαι, ντύνομαι τρώω πρωινό, πηδάω τη βεράντα, πάω σχολείο, γυρνάω σπίτι, τρώω μεσημεριανό, κάνω τα μαθήματά μου, βλέπω τηλεόραση, τρώω βραδινό και κοιμάμαι."
Μόλις το βλέπει αυτό η δασκάλα του Τοτού λέει ότι κάτι δεν πάει καλά και κρίνει ότι πρέπει να δει τους γονείς του Τοτού για να καταλάβει τι του συμβαίνει.
Αποφασίζει λοιπόν να πάει σπίτι του.
Φτάνει στο σπίτι και χτυπά το κουδούνι. Ανοίγει τη πόρτα μια κυρία.
- Καλησπέρα. Εσείς είστε ασφαλώς η μητέρα του Τοτού, λέει η δασκάλα.
- Όχι, εγώ είμαι η Βεράντα! λέει η κυρία.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλόγρια που είχε πάει στην πόλη για κάποιες δουλειές και έχασε το τελευταίο λεωφορείο για το μοναστήρι. Μην έχοντας άλλη επιλογή αποφασίζει να κάνει οτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Που πηγαίνετε μοναχή;
- Για το μοναστήρι, απαντάει η καλόγρια.
- Μπές μέσα να σε πάω, της λέει η οδηγός.
Μπαίνει, λοιπόν μέσα η καλόγρια και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, καλοντυμένη, περιποιημένη και με ακριβά κοσμήματα.
Η καλόγρια γεμάτη περιέργεια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς, αν μου επιτρέπεται…. πόσο σας κόστισε αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια αναστατώθηκε, γυρίζει από την άλλη και βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, πόσο σας κόστισε αν επιτρέπεται;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Είχε περάσει η ώρα και πλησίαζαν στο μοναστήρι. Η καλόγρια όμως είχε λυσσάξει από περιέργεια και ήθελε πριν κατέβει να κάνει μια τελευταία ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με αν γίνομαι αδιάκριτη αλλά θα ήθελα να μάθω πόσο σας κόστισε αυτή η πολυτελής Mercedes που οδηγάτε.
- Μπα, ίσα-ίσα λίγες μόνο ερωτικές βραδιές.
Η καλόγρια, αν και αναστατωμένη, ευχαρίστησε την κυρία που την εξυπηρέτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και κλείνεται στο κελί της. Μετά από κάποια ώρα κάποιος της χτυπά την πόρτα.
- Ποιος είναι; ρώτησε η μοναχή.
- Εγώ είμαι αδελφή Τερέζα, ο πάτερ Νεκτάριος.
Και του απαντάει η καλόγρια:
- Πάτερ Νεκτάριε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου!
Ένας Εβραίος προσπαθεί πολύ καιρό να μιλήσει με τον Θεό. Μετά από μεγάλη επιμονή (χαρακτηριστικό των Εβραίων), τα καταφέρνει.
- Θεέ μου, έχω μια επιχείρηση, ένα εστιατόριο και τα πάω πολύ καλά.
- Αυτό είναι καλό, λέει ο Θεός.
- Ναι, αλλά ξέρεις, Κύριε, αυτό το εστιατόριο δεν το άνοιξα εγώ, αλλά ο πατέρας μου.
- Και;
- Λοιπόν, στην πραγματικότητα ούτε αυτός το άνοιξε, ήταν από τον παππού μου.
- Και; – Λοιπόν, ούτε ο παππούς μου το άνοιξε, το κληρονόμησε από τον προπάππου μου.
- Καταλαβαίνω, είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, αλλά ποιο είναι το πρόβλημα;
- Λοιπόν, ο προπάππους ούτε αυτός το άνοιξε, αλλά το κληρονόμησε από τον πατέρα του…
- Καταλαβαίνω άνθρωπέ μου, αλλά πού θες να καταλήξεις;
- Στον γιο σου τον Ιησού. Εκείνο το Μυστικό Δείπνο δεν το πλήρωσε…….
Ένας Άραβας πρόκειται να υποβληθεί σε επέμβαση ανοικτής καρδιάς και ο γιατρός προετοιμάζεται για την περίπτωση που θα χρειαστεί μετάγγιση αίματος. Επειδή ο ασθενής έχει μια σπάνια ομάδα αίματος που δεν μπορεί να βρεθεί τοπικά, ο γιατρός απευθύνεται σε διάφορες χώρες τού εξωτερικού. Τελικά, εντοπίζεται ένας Εβραίος με την ίδια ομάδα αίματος που προθυμοποιείται να δωρίσει το αίμα του στον Άραβα.
Μετά την επέμβαση, ο Άραβας στέλνει στον Εβραίο μια ευχαριστήρια κάρτα μαζί μ’ ένα ακριβό διαμάντι κι ένα νέο αυτοκίνητο Ρολς Ρόις, ως δείγματα τής εκτίμησής του.
Δυστυχώς, ο Άραβας αναγκάζεται να υποβληθεί σε διορθωτική χειρουργική επέμβαση και οι γιατροί του ξανακαλούν τον Εβραίο που είναι εξαιρετικά πρόθυμος να δώσει και πάλι αίμα, καθώς πιστεύει ότι θα πάρει κι άλλα δώρα από τον Άραβα.
Μετά το δεύτερο χειρουργείο, ο Άραβας στέλνει στον Εβραίο μια ευχαριστήρια κάρτα κι ένα κουτί γλυκά Άλμοντ Ρόκα. Ο Εβραίος σοκάρεται βλέποντας ότι, αυτή τη φορά, ο Άραβας δεν εκτίμησε την ευγενική του χειρονομία όπως είχε κάνει την πρώτη φορά. Τηλεφωνεί λοιπόν στον Άραβα και τον ρωτά για ποιο λόγο εξέφρασε την εκτίμησή του μ’ έναν όχι και τόσο γενναιόδωρο τρόπο.
Ο Άραβας απαντά: Ya Habibi! (Αγαπητέ φίλε), πρέπει να θυμάσαι, ότι τώρα έχω…εβραϊκό αίμα!