Δημοφιλή ανέκδοτα

Κάποτε, στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, ο Clinton καλεί τον Γέλτσιν στο Λευκό Οίκο, για να τα βάλουν κάτω και να τα μιλήσουνε.
. Πράγματι, καταφθάνει Ο Γέλτσιν στις ΗΠΑ, και μετά από μια σύντομη ξενάγηση πηγαίνει στον Λευκό Οίκο. Κάθεται λοιπόν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, και απλώνει τα χαρτιά του. Ο Clinton τον διακόπτει..
- Χαλάρωσε Μπόρις.. πρώτα θα φάμε.. γιατί νηστικό αρκούδι δεν χορεύει. Πατάει λοιπόν ένα τεράστιο κόκκινο κουμπί πάνω στο τραπέζι, και αμέσως 3 μανούλια βγαίνουν κρατώντας λογής λαχταριστά εδέσματα, και τα ακουμπάνε μπροστά στον Clinton. O Clinton πέφτει αμέσως με τα μούτρα στο φαί.. Σε κάποια στιγμή επεμβαίνει ο Γέλτσιν..
- Ει.. Βασιλάκη.. εγώ δεν θα φάω;..
- Πάτα το κόκκινο κουμπί μπροστά σου, απαντάει ο Clinton.. Αμέσως ο Γέλτσιν, πατάει το κουμπί και ακούγεται ένας δυνατός ήχος καμπάνας.. αμέσως τρείς γεροδεμένοι τύποι μπουκάρουν από τις πλαϊνές πόρτες, αρπάζουν τον Γέλτσιν και τον κάνουν τόπι στο ξύλο. Ο Γέλτσιν, δαρμένος μέχρι αηδίας, φεύγει γρήγορα ντροπιασμένος από την αίθουσα και επιστρέφει στην Ρωσία, ενώ ο Clinton, δεν μπορεί να συγκροτήσει τα γέλια του... Ένα μήνα μετά, στα πλαίσια του ίδιου ειρηνευτικού σχεδίου, ο Γέλτσιν καλεί τον Clinton στο Κρεμλίνο, για να τα βάλουνε ξανά κάτω και να τα συμφωνήσουν.. Πράγματι, ο Clinton φτάνει στο Κρεμλίνο, και σαν την προηγούμενη φορά κάθονται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.. Ο Clinton απλώνει τα χαρτιά του στο τραπέζι, αλλά αυτή τη φορά τον διακόπτει ο Γέλτσιν..
- Χαλάρωσε Βασιλάκη.. πρώτα θα φάμε.. γιατί νηστικό αρκούδι, όπως ξέρεις, δεν χορεύει.. Σαν σε καρμπόν επαναλαμβάνεται το σκηνικό. Ο Γέλτσιν πατάει ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί πάνω στο τραπέζι, και αμέσως 3 πανύψηλες Ρωσίδες μοντέλες, καταφθάνουν κρατώντας δίσκους με Ρωσικές σπεσιαλιτέ, και τις ακουμπάνε μπροστά του. Πέφτει λοιπόν με τα μούτρα στο φαί, όπου του Clinton αρχίζουν να του τρέχουν τα σάλια..
- Ει.. Μπόρις.. εγώ δεν θα φάω;.. λέει ενοχλημένος ο Clinton..
- Πάτα το κόκκινο κουμπί μπροστά σου, του λέει χαμογελώντας ο Γέλτσιν.. Ο Clinton σκέφτεται λίγο, και πριν πατήσει το κουμπί, φωνάζει τους μπράβους του να μαζευτούν γύρω του. Αφού σιγουρεύεται ότι είναι καλυμμένος από παντού, πατάει το κουμπί. Αμέσως ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος καμπάνας.. αλλά κατά τα άλλα δεν συμβαίνει τίποτα.. Ο Γέλτσιν συνεχίζει ακάθεκτος να σκουρδουλιάζει τα εδέσματα με το πάσσο του, ενώ το στομάχι του Clinton άρχισε να γουργουρίζει.. Πάνω στη μία ώρα, και ενώ ούτε ένα πιάτο σούπα δεν βγήκε για τον Clinton, ο Clinton σηκώνεται και λέει θυμωμένος στον Γέλτσιν..
- Κοίτα Μπορισάκο, βαρέθηκα να σε βλέπω να χλαπακιάζεις μόνος σου.. πάω πίσω στην Αμερική να φάω ότι θέλω.. Ο Γέλτσιν, πάλι με το πάσσο του, καταπίνει τη μπουκιά του, και με σαρδόνιο ύφος λέει στον Clinton..
- Ποια Αμερική;
Πάνε για εκτέλεση έναν Αγγλο, ένα Γάλλο και έναν Πόντιο.
"Η μόνη επιθυμία που μπορούμε να σας ικανοποιήσουμε είναι να διαλέξετε τον τρόπο με τον οποίο θα πεθάνετε. Προτιμάτε ηλεκτρική καρέκλα ή κρεμάλα;".
"Κρεμάλα", λέει τρέμοντας ο Γάλλος. Τον ανεβάζουν στην γκιλοτίνα και τη στιγμή που το μαχαίρι πρέπει να φύγει για να του κόψει το κεφάλι, ο μηχανισμός μπλοκάρει και σταματάει η εκτέλεση. "Θέλημα Θεού", λένε οι εκτελεστές και του χαρίζουν τη ζωή.
"Κρεμάλα θέλω κι εγώ", λέει ο
Αγγλος που αναθάρρησε. Πάλι μπλοκάρει το μαχαίρι και του χαρίζουν κι αυτού τη ζωή. Και έρχεται η σειρά του Πόντιου:
"Εγώ προτιμώ την ηλεκτρική καρέκλα, γιατί απ ότι βλέπω αυτό το κωλομηχάνημα
Δεν λειτουργεί!".
Ένας διαρρήκτης μπουκάρει τις μικρές ώρες σε μια βίλα κάπου στην Εκάλη. Μόλις είχε αρχίσει να κάνει τα πρώτα δειλά βήματα στα σκοτεινά, ακούει μια φωνή να λέει "Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ!" και μένει κάγκελο.
Μουδιασμένος και ακουμπώντας σε ένα τοίχο, μένει ακίνητος κρατώντας ακόμα και την αναπνοή του για 2 λεπτά, αλλά δεν ακούει κανένα θόρυβο. Δειλά, δειλά κάνει ένα μικρό βηματάκι.
- Ο ΘΕΟΣ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ ΤΩΡΑ! ακούει πάλι τη φωνή, αυτή τη φορά πιο δυνατά και αυστηρά από πριν.
Χεσμένος από το φόβο του, ανάβει το φακό του και αρχίζει να ψάχνει από που έρχεται αυτή η φωνή. Δεν αργεί να εντοπίσει ένα μεγάλο παπαγάλο σε ένα κλουβί που κρεμόταν στο τοίχο και γυάλιζε το μάτι του στο δυνατό φως του φακού.
Διαρρήκτης: Εσύ μίλησες;
Παπαγάλος: Ναι εγώ και είπα ότι ο Θεός σε βλέπει τώρα που μπήκες να κλέψεις.
Δια: Α να χαθείς βλάκα και με κοψοχόλιασες! Μιλάς όμως πολύ καλά και καθαρά.
Παπ: Φυσικά και μιλάω καλά. Τι στο καλό είμαι και 50 χρονών!
Δια: Εντυπωσιακό. Το είχα καταλάβει ότι κάτι παράξενο συνέβαινε εδώ μέσα. Και δεν μου λες, πώς σε λένε;
Παπ: Μήτσο με λένε και μένω εδώ.
Δια: Χα χα, Μήτσο; Καλά παρανοϊκό όνομα για παπαγάλο!
Παπ: Μπααα, μη το λες. Πιο παρανοϊκό είναι το Θεός για πάνθηρα!
Μια μέρα ο Κώστας μπαίνει μέσα στο σαλόνι του σπιτιού του και αναγγέλλει στους γονείς του ενθουσιασμένος το γάμο του με το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης τη Μαρία.
Ο πατέρας του τον παίρνει πιο πέρα και του λέει: Αγόρι μου πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι. Ξέρεις η μητέρα σου κι εγώ είμαστε χρόνια παντρεμένοι, είναι εξαιρετική, την αγαπώ και τη σέβομαι αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερα εκδηλωτική ερωτικά οπότε κατά καιρούς έκανα σχέσεις με άλλες. Σπαράζει η καρδιά μου που στο λέω αλλά η Μαιρούλα είναι ετεροθαλής αδελφή σου και δε γίνεται να την παντρευτείς.
Ο Κώστας πληγώνεται, αλλά σκέφτεται ότι η ζωή συνεχίζεται. Μετά από μήνες αρχίζει να βγαίνει με άλλα κορίτσια και τα πράγματα πηγαίνουν ομαλά μέχρι που ένα βράδυ... εισβάλει πάλι στο σαλόνι και γεμάτος χαρά λέει: Μαμά, μπαμπά, η Αννούλα κι εγώ παντρευόμαστε.
Πάλι ο πατέρας του τον παίρνει παράμερα και του λέει ότι η Αννούλα είναι αδελφή του και ...
Ο νεαρός απελπισμένος περνά άλλη μια κρίση. Μετά από μέρες ξεσπά και λέει στη μαμά του: Τον μισώ τον πατέρα, μου έχει κάνει τόσο κακό! Ποτέ δε θα παντρευτώ! Κάθε φορά που ερωτεύομαι εκείνος μου λέει ότι το κορίτσι είναι αδελφή μου! Και η μητέρα του απαντά: Καλά μωρό μου μη δίνεις και μεγάλη σημασία στο τι λέει. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας.
Μπαίνει κάποιος στο μπαρ, ακολουθούμενος από μια στρουθοκάμηλο. Κάθεται κι ο μπάρμαν έρχεται να πάρει την παραγγελία.
- Μια μπίρα για μένα, λέει ο άντρας.
Και, γυρνώντας στη στρουθοκάμηλο, τη ρωτάει:
- Εσύ τι θα πάρεις;
- Κι εγώ μια μπίρα, απαντάει η στρουθοκάμηλος.
Ο μπάρμαν τους φέρνει τις μπίρες και ζητάει 8,24 ευρώ.
Ο άνδρας βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ακριβώς 8,24 ευρώ και τα δίνει στον μπάρμαν.
Το επόμενο βράδυ πάλι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται: Δυο μπίρες για τον άντρα και τη στρουθοκάμηλο, ο άντρας πληρώνει 8,24 ευρώ ακριβώς, χωρίς να χρειαστεί να πάρει ρέστα. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και ο μπάρμαν πλέον δεν αντέχει και ρωτάει:
- Πώς τα καταφέρνετε και πάντα έχετε το ακριβές αντίτιμο των ποτών στην τσέπη σας;
- Α, απαντάει ο άνδρας, πριν από κάμποσα χρόνια καθάριζα το πατάρι και βρήκα ένα παλιό λυχνάρι, το έτριψα και το τζίνι πετάχτηκε έξω και μου είπε ότι θα πραγματοποιούσε δυο επιθυμίες μου. Η πρώτη ήταν ότι, όταν θα χρειαζότανε να πληρώσω κάτι, θα είχα πάντα το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Φοβερό! αναφώνησε ο μπάρμαν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι θα είχαν ζητήσει ένα εκατομμύριο δολάρια ή κάτι τέτοιο, αλλά εσείς, με αυτό που ζητήσατε, θα είσαστε πάντα όσο πλούσιος θέλετε, για όσο ζείτε.
- Σωστά! λέει ο άντρας. Είτε πρόκειται για ένα λίτρο γάλα, είτε για μια Rolls Royce, πάντα έχω το ακριβές αντίτιμο στην τσέπη μου.
- Και κάτι ακόμη θα ήθελα να σας ρωτήσω. Γιατί κυκλοφορείτε πάντα με την στρουθοκάμηλο;
- Α, ξεροβήχει ο άνδρας, η δεύτερη επιθυμία μου ήταν να έχω πάντα στο πλευρό μου ένα θηλυκό με μακριά πόδια.
Mια Ρωσίδα ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα της, αλλά δεν είχε αρκετά λεφτά και αναγκάστηκε να κάνει ωτοστόπ.
Σταματάει ένας οδηγός και την ρωτάει που πάει. Όταν του λέει αυτή στην Ρωσία, της λέει ότι δεν βολεύει και φεύγει.
Tο ίδιο γίνεται και με τους επόμενους, ώσπου σταματάει μια νταλίκα και την ρωτάει ο νταλικέρης που πάει.
- Στην Ρωσία, του απαντάει η κοπέλα.
- Εντάξει, της λέει αυτός, θα σε πάρω, αλλά να ξέρεις, πρέπει να πάρουμε το πλοίο και σε κάθε λιμάνι θα μου κάθεσαι...
Tι να κάνει η φουκαριάρα, λεφτά δεν είχε... συμφώνησε.
Mπαίνουν λοιπόν στο πλοίο, την βάζει και σε μια καμπίνα ο νταλικέρης και ξεκινούν.
Σε μισή ώρα, το πλοίο πιάνει λιμάνι. Μπαίνει ο νταλικέρης στην καμπίνα και...
Σε λίγο φεύγει το πλοίο, και σε μισή ώρα σταματάει πάλι σε λιμάνι. Ξανά ο νταλικέρης στην καμπίνα. Ξαναφεύγει το πλοίο, σε μισή ώρα πάλι τα ίδια! H Ρωσίδα έχει απηυδίσει.
- Tι στο καλό γίνεται, λέει. Στο επόμενο λιμάνι θα ρωτήσω πότε φτάνουμε...
Στο επόμενο λιμάνι, αφού υποχρεώνεται ξανά να κάτσει του νταλικέρη, μόλις τελειώνει, βγαίνει από πίσω του, βλέπει ένα ναύτη και τον ρωτάει:
- Pε παλικάρι, πότε φτάνουμε στη Ρωσία;
- Ποια Ρωσία μαντάμ, απαντάει έκπληκτος αυτός. Pίο - Aντίριο κάνουμε!
Μια μέρα η δασκάλα στο σχολείο βάζει έκθεση με θέμα "Μια συνηθισμένη μέρα".
Ο Τοτός έγραψε:
"Το πρωί ξυπνάω, πλένομαι, ντύνομαι, τρώω πρωινό, πηδάω τη βεράντα, πάω σχολείο, γυρνάω σπίτι, τρώω μεσημεριανό, κάνω τα μαθήματά μου, βλέπω τηλεόραση, τρώω βραδινό και κοιμάμαι. Την επόμενη μέρα ξυπνάω, πλένομαι, ντύνομαι τρώω πρωινό, πηδάω τη βεράντα, πάω σχολείο, γυρνάω σπίτι, τρώω μεσημεριανό, κάνω τα μαθήματά μου, βλέπω τηλεόραση, τρώω βραδινό και κοιμάμαι."
Μόλις το βλέπει αυτό η δασκάλα του Τοτού λέει ότι κάτι δεν πάει καλά και κρίνει ότι πρέπει να δει τους γονείς του Τοτού για να καταλάβει τι του συμβαίνει.
Αποφασίζει λοιπόν να πάει σπίτι του.
Φτάνει στο σπίτι και χτυπά το κουδούνι. Ανοίγει τη πόρτα μια κυρία.
- Καλησπέρα. Εσείς είστε ασφαλώς η μητέρα του Τοτού, λέει η δασκάλα.
- Όχι, εγώ είμαι η Βεράντα! λέει η κυρία.