Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια καλόγρια που είχε πάει στην πόλη για κάποιες δουλειές και έχασε το τελευταίο λεωφορείο για το μοναστήρι. Μην έχοντας άλλη επιλογή αποφασίζει να κάνει οτοστόπ.
Σταματάει μια πολυτελής Mercedes κι ακούγεται από μέσα μια γυναικεία φωνή:
- Που πηγαίνετε μοναχή;
- Για το μοναστήρι, απαντάει η καλόγρια.
- Μπές μέσα να σε πάω, της λέει η οδηγός.
Μπαίνει, λοιπόν μέσα η καλόγρια και βλέπει μια πανέμορφη ξανθιά, καλοντυμένη, περιποιημένη και με ακριβά κοσμήματα.
Η καλόγρια γεμάτη περιέργεια τη ρωτάει:
- Δεσποινίς, αν μου επιτρέπεται…. πόσο σας κόστισε αυτό το ωραίο μεταξωτό φόρεμα που φοράτε;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Η καλόγρια αναστατώθηκε, γυρίζει από την άλλη και βλέπει μια φανταστική γούνα.
- Αυτή η γούνα δεσποινίς μου, πόσο σας κόστισε αν επιτρέπεται;
- Όχι ιδιαίτερα αδελφή, ίσα-ίσα μια ερωτική βραδιά.
Είχε περάσει η ώρα και πλησίαζαν στο μοναστήρι. Η καλόγρια όμως είχε λυσσάξει από περιέργεια και ήθελε πριν κατέβει να κάνει μια τελευταία ερώτηση:
- Δεσποινίς μου, συγχωρήστε με αν γίνομαι αδιάκριτη αλλά θα ήθελα να μάθω πόσο σας κόστισε αυτή η πολυτελής Mercedes που οδηγάτε.
- Μπα, ίσα-ίσα λίγες μόνο ερωτικές βραδιές.
Η καλόγρια, αν και αναστατωμένη, ευχαρίστησε την κυρία που την εξυπηρέτησε και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μπαίνει μέσα στο μοναστήρι και κλείνεται στο κελί της. Μετά από κάποια ώρα κάποιος της χτυπά την πόρτα.
- Ποιος είναι; ρώτησε η μοναχή.
- Εγώ είμαι αδελφή Τερέζα, ο πάτερ Νεκτάριος.
Και του απαντάει η καλόγρια:
- Πάτερ Νεκτάριε δεν πας στο διάολο κι εσύ και οι καραμελίτσες σου!
Ένας Εβραίος πηγαίνει σε μια τράπεζα στο Μανχάταν και ζητά να δει τον υπεύθυνο για τα δάνεια. Εξηγεί ότι θα πάει στην Ευρώπη για δουλειές και χρειάζεται 2.000 δολάρια.
Ο υπεύθυνος λέει:
- «Χρειαζόμαστε κάποια εγγύηση για να σάς δώσουμε ένα τέτοιο ποσό».
Ο Εβραίος τού δίνει τότε τα κλειδιά της Ρολς Ρόις που ήταν παρκαρισμένη έξω από την τράπεζα. Η τράπεζα ελέγχει τα στοιχεία και όλα είναι εντάξει. Ο υπεύθυνος δέχεται το αυτοκίνητο σαν εγγύηση για το δάνειο. Ένας υπάλληλος πηγαίνει τη Ρολς Ρόις στον υπόγειο χώρο στάθμευσης τής τράπεζας και την παρκάρει εκεί.
Όταν ο άντρας φεύγει, μετά από λίγο η τράπεζα διαπιστώνει ότι ο πελάτης της είναι εκατομμυριούχος. Όταν επιστρέφει μετά από κάμποσες εβδομάδες, εξοφλεί το δάνειο και πληρώνει τον τόκο που είναι 5,41 δολάρια.
Ο υπεύθυνος για τα δάνεια ρωτά τότε με απορία:
- «Γιατί δανειστήκατε 2.000 δολάρια; Αφού είστε πολύ πλούσιος».
Και τότε ο Εβραίος απαντά:
- «Για το πάρκιγκ. Πού αλλού μπορεί κανείς να παρκάρει στο Μανχάταν για δύο εβδομάδες, με 5,41 δολάρια;».
Η τσατσά άνοιξε την πόρτα τού οίκου ανοχής και αντίκρισε ένα ηλικιωμένο Εβραίο. Τα ρούχα του ήταν ατημέλητα και φαινόταν πεινασμένος και ταλαιπωρημένος.
- Μπορώ να σας βοηθήσω; ρώτησε η τσατσά.
- Θέλω την Νατάσα, αποκρίθηκε το χουφταλάκι.
- Καλέ μου κύριε, η Νατάσα είναι το πιο ακριβό μας κορίτσι. Να προτείνω κάποια άλλη;
- Όχι, πρέπει οπωσδήποτε να συναντηθώ με την Νατάσα.
Τη στιγμή εκείνη εμφανίστηκε η Νατάσα και τού ανακοίνωσε ότι χρεώνει 1.000 ευρώ την βίζιτα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο γέρος έβγαλε από την τσέπη του δέκα κολλαριστά χαρτονομίσματα των 100 ευρώ. Πήγαν λοιπόν στο δωμάτιο για μια ώρα, και στη συνέχεια ο μπάρμπας αποχώρησε ήρεμα.
Το επόμενο βράδυ το χούφταλο επέστρεψε για την Νατάσα. Η Νατάσα τού είπε ότι κανείς δεν έχει πάει μαζί της δύο βραδιές στη σειρά και τού διευκρίνισε ότι δεν δέχεται εκπτώσεις, η ταρίφα παραμένει 1.000 ευρώ.
Ο γέρος τής έδωσε τα χρήματα και αποσύρθηκαν στο ιδιαίτερο δωμάτιο και…σε μια ώρα αποχώρησε ήρεμα. Κανείς δεν πίστεψε τα μάτια του όταν ο γέρος εμφανίστηκε για τρίτη συναπτή βραδιά. Τής παρέδωσε και πάλι 1.000 ευρώ και πήγαν στο δωμάτιο για τα σχετικά.
Στο τέλος τής επίσκεψης, η Νατάσα έπιασε κουβέντα με τον γέρο:
- Κανείς δεν με έχει επισκεφθεί για τρεις συνεχόμενες βραδιές… Αλήθεια, από πού είσαι;
- Από το Κίεβο.
- Σοβαρά; Η αδελφή μου η Όλγα μένει στο Κίεβο.
- Το ξέρω, είπε ο Εβραίος. Μού έδωσε 3.000 ευρώ να σού δώσω…
Γερμανία, χειμώνας, πολύ χιόνι κι ένα λεωφορείο γεμάτο Εβραίους, που αποφάσισαν να επισκεφθούν μετά από πολλά χρόνια, τούς τόπους όπου χιλιάδες συμπατριώτες τους, τον καιρό τού πολέμου, έχασαν την ζωή τους σε κάποιο από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων.
Καθώς οδεύουν σ΄ένα από αυτά, το λεωφορείο μένει από πετρέλαιο. Τι να κάνουν, τι να κάνουν -ερημιά και το χιόνι πολύ-, αποφασίζει ο οδηγός τους που ήταν Γερμανός, να πάει να ζητήσει βοήθεια. Ξεκινάει λοιπόν να ψάχνει. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και αφού περιπλανήθηκε αρκετά φτάνει κατάκοπος σε μία καλύβα κάπου μέσα στο δάσος. Χτυπάει λοιπόν την πόρτα, τίποτα. Ξαναχτυπάει και μετά από ένα λεπτό του ανοίγει μία γριούλα.
- Τι θες παιδάκι μου εδώ με τέτοιο καιρό;
- Ρε γιαγιούλα, έχω ένα λεωφορείο γεμάτο Εβραίους και έμεινα από καύσιμα. Μήπως μπορείς να τους βολέψεις πουθενά;
- Αχ, παιδάκι μου, που να τους βολέψω; Ένα φουρνάκι τόσο δα έχω!
Δυο ηλικιωμένοι κύριοι συζητάνε γύρω από τα διάφορα προβλήματα υγείας που τους απασχολούν. Λέει ο ένας:
- Εγώ βρε Γιώργη, ξεχνάω. Η μνήμη μου έχει αδυνατίσει πάρα πολύ και δε ξέρω τί να κάνω...
- Α, εγώ παίρνω ένα φάρμακο σε σταγόνες και δεν έχω κανένα πρόβλημα. Λέει ο άλλος.
Γεμάτος περιέργεια ο πρώτος ρωτάει:
- Και ποιο είναι το φάρμακο αυτό και πώς το λένε;
- Στάσου γιατί έχει ένα ξενικό όνομα και μου διαφεύγει... Για θύμισε μου εκείνο το μεγάλο πόλεμο...
- Το Β Παγκόσμιο Πόλεμο λες; προσπαθεί να τον βοηθήσει ο φίλος του -Όχι ρε συ, ένα άλλο μεγάλο πόλεμο...
- Ποιον βρε Γιώργη μου; Τον πρώτο παγκόσμιο μην εννοείς;
- Όχι βρε αδελφέ... Πιο παλιά!
- Α! Θα λες για τους Βαλκανικούς Πολέμους...
- Μπα, όχι! επιμένει ο Γιώργης... Για πιο παλιά σου λέω... Αυτός ο πόλεμος έγινε στην αρχαιότητα.
Η περιέργεια του φίλου του Γιώργη είχε μεγαλώσει και συνεχίζει τη προσπάθεια να βοηθήσει τη μνήμη του φίλου του.
- Α... Θα λες για το Πελοποννησιακό Πόλεμο, βρε αδελφέ...
- Μα τί λες τώρα; πιο παλιά σου λέω -Εμ μα τότε θα εννοείς τον Τρωικό Πόλεμο.
- Μπράβο, αυτόν εννοώ το βρήκες! Αυτός ο πόλεμος είχε μια αφορμή... Κάποια ωραία γυναίκα!
Ο άλλος τώρα αναφωνεί με ενθουσιασμό:
- Την Ωραία Ελένη ... Γιώργη μου.
- Αυτήν βρε αδελφέ έψαχνα από την αρχή, γιατί έχει το ίδιο όνομα με τη γυναίκα μου Και αμέσως φωνάζει προς το βάθος του σπιτιού:
- ΕΛΕΝΗΗΗΗΗΗΗ! Πώς το λένε εκείνο το εκπληκτικό φάρμακο που ενισχύει τη μνήμη;