Δημοφιλή ανέκδοτα

Περπατούσε μια μέρα ο Πάπας της Ρώμης, που κατόρθωσε να ξεφύγει για λίγο από τα καθήκοντά του, στο δρόμο, μέχρι που περνάει έξω από μια αντιπροσωπία με λιμουζίνες και σκέφτεται να μπει μέσα.
Καθώς κοίταζε δεξιά και αριστερά, έρχεται ένας πωλητής και το ρωτά:
- "Μπορώ να σας εξυπηρετήσω;"
- "Μια ζωή είμαι στο πίσω κάθισμα και μέχρι σήμερα αναρωτιέμαι πως είναι να οδηγεί κανείς μια λιμουζίνα. θα μπορούσα μήπως να το πάρω για μια βόλτα;", του απαντάει ο Πάπας.
- "Φυσικά", του απαντάει ο πωλητής, οπότε ο Πάπας μπαίνει μέσα, βάζει μπροστά και φεύγει.
Στο δρόμο όμως έτρεχε και τον σταματά ένας τροχονόμος. Κατεβάζει το παράθυρο ο πάπας και του λέει:
"Δεν γίνεται παιδί μου να κάνουμε τίποτα για να μην δημιουργηθεί καμιά ιστορία;"
- "Θα δω τι μπορώ να κάνω", του απαντά ο τροχονόμος και πάει πίσω στο αυτοκίνητό του.
Παίρνει πίσω στο κέντρο και μιλα στον ιδιο τον αρχηγο της τροχαίας.
- "Αρχηγε ", του λέει "έχω κάποιον μεγάλο εδώ, μπορούμε να κάνουμε τιποτα;"
- "Ποιος είναι;", τον ρωτά ο αρχηγός, "ο δήμαρχος;"
- "Μπα... πιο μεγάλος είναι σίγουρα", του απαντάει αυτός.
- "Ποιος είναι", τον ρωτά ξανά, "κανένας υπουργός;"
- "Μπα... πιο μεγάλος είναι" του απαντά ξανά ο τροχονόμος.
- "Μα ποιος είναι επιτέλους;", τον ρωτά ξανά ο αρχηγός.
- "Δεν ξέρω ποιος είναι", του λέει ο τροχονόμος, "αλλά έχει τον Πάπα για σοφέρ!"
Πεθαίνει κάποιος και πάει στον παράδεισο. Πρώτη μέρα, βγήκε να κατατοπιστεί.
Ρωτάει κάποιον παλιό εκεί, πώς είναι τα πράγματα;
- Όσο είσαι νέος σε πήζουν λίγο στην αγγαρεία, αλλά όταν παλιώσεις είναι όλα Μια χαρά.
Πράγματι λοιπόν, αφού είχε εγκατασταθεί και είχαν περάσει κάποιες ώρες, Ακούγεται από τα μεγάφωνα:
- Όλοι οι νέοι να συγκεντρωθούν για αναφορά.
Πάει κι αυτός λοιπόν, τους μαζεύουν όλους και τους βάζουν να κουβαλάνε Σίδερα. Μπετόβεργες με τον τόνο, τα είδε όλα κωλυόμενα.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Την παραάλλη, μετά την πρωινή αναφορά, από όπου Φυσικά οι παλιοί ήταν κωλυόμενοι, τους πήγαν να κουβαλάνε ξύλα. Μαδέρια, Τάβλες. Αλλο πακέτο εκεί.
Την επόμενη πάλι τα ίδια.
- Όλοι οι νέοι να μαζευτούν για να κουβαλήσουν τσιμέντο.
Τσουβάλια ατελείωτα, είχε αρχίσει να πήζει, κόντευε μια βδομάδα και είχε Σκιστεί να δουλεύει. Βρίσκει τον άγγελο επικεφαλής του project:
- Τι πράγματα είναι αυτά, καλύτερα να ήμουν στην κόλαση.
- Μην ανησυχείς, αυτή είναι η διαβολοβδομάδα σου, μετά δεν θα κάνεις τίποτα.
Πράγματι, μόλις τελείωσε η εβδομάδα τον άφησαν ήσυχο, ούτε σίδερα, ούτε Τσιμέντα, είχαν έρθει πιο νέοι. Το βραδάκι λοιπόν, όπως καθόταν σε ένα Συννεφάκι και απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα, βλέπει σε ένα σπίτι (με τις νέες Ικανότητες που είχε μόλις αποκτήσει) κάποιον ετοιμοθάνατο. Είχαν μαζευτεί Γύρω συγγενείς κι αυτός σιγά-σιγά εγκατέλειπε τα εγκόσμια. Βάζει λοιπόν τα Φτερά του και κατεβαίνει γρήγορα στο σπίτι και του ψιθυρίζει στο αυτί:
- Πού πάς ρε κακομοίρη, απόψε θα ρίξουνε την πλάκα...
Μετά την έναρξη του πολέμου και αφού δόθηκαν πολλές μάχες χωρίς καμιά κατάληξη, ο Αγαμέμνωνας αγανακτισμένος, πάει και βρίσκει τον Έκτορα:
- "Τι θα γίνει ρε σύ Έκτορα; Τόσο καιρό πολεμάμε και δε γίνεται τίποτα, κάτι πρέπει να κάνουμε".
- "Δίκιο έχεις Αγαμέμνωνα, αλλά τι να κάνουμε;"
- "Έχω μια ιδέα, να πάμε στο βουνό να βρούμε ο καθένας από ένα σκύλο, να τον εκπαιδεύσουμε και μετά από ένα μήνα να βρεθούμε, να τα βάλουμε να μονομαχήσουν και όποιος νικήσει, αυτός θα είναι και ο νικητής του πολέμου."
Συμφώνησε και ο Έκτορας και έδωσαν ραντεβού μετά από ένα μήνα.
Πάει ο Αγαμέμνωνας στο βουνό, βρίσκει ένα τσοπανόσκυλο τεράστιο, άγριο και το παίρνει να το εκπαιδεύσει, αρχίζει να το γυμνάζει, του δίνει βιταμίνες, το ταράζει στα αναβολικά, το κάνει δυνατό σαν αρκούδα. Μέσα στην τρελή χαρά μετά από ένα μήνα μαζεύει τους πολεμιστές του και πάνε στο σημείο συνάντησης.
Εκεί βρίσκονται και οι εχθροί, καθώς και ο Έκτορας με το δικό του σκύλο. Βλέπει ο Αγαμέμνωνας ένα σκυλάκι τόσο δα, με ένα μακρύ σώμα και κοντά πόδια και βάζει τα γέλια, σίγουρος για τη νίκη του.
Δίνεται λοιπόν η έναρξη και βάζουν τα σκυλιά στο ρίνγκ. Πάει το μεγάλο να ορμήξει, κάνει έναν ελιγμό το μικρό και τον αποφεύγει. Τα χάνει ο Αγαμέμνωνας. Ξαναορμάει το μεγάλο, πάλι τα ίδια. Δοκιμάζει πάλι να ορμήξει, κάνει το μικρό μια κίνηση, αρπάζει το άλλο από το λαιμό και το ξεσκίζει. Έξαλλος ο Αγαμέμνωνας πιάνει τον Έκτορα.
- "Καλά ρε μαλάκα τι είναι αυτά τα πράγματα; Έφαγα ολόκληρο μήνα να προπονώ το τσομπανόσκυλο, μέχρι και αναβολικά του έδωσα για να είμαι σίγουρος για τη νίκη."
- "Σε ποιόν τα πουλάς αυτά ρε μαλάκα, ξέρεις πόσα λεφτά ξόδεψα εγώ στις πλαστικές και τα χρώματα;"
- "Γιατί;"
- "Γιατί πριν του κάνω εγχειρήσεις και τον βάψω ήταν κροκόδειλος!"
Ο τύπος έχει έναν παπαγάλο και τον αφήνει να... βλέπει. Έτσι, ο Παπαγάλος έχει γίνει εξπέρ περί τα σεξουαλικά. Μια μέρα, Όμως, παντρεύεται ο τύπος, οπότε του το λέει του παπαγάλου καθαρά:
"Τέρμα. Από δω και μπρος δεν θα ξαναμπείς ποτέ στο Δωμάτιό μου, αλλιώς θα σε καθαρίσω...". Έτσι και γίνεται. Πρώτη νύχτα Του γάμου, λοιπόν, ο παπαγάλος κάθεται απ έξω και Ακούει. Μέσα, το ζεύγος φτιάχνει τη βαλίτσα του. Δεν κλείνει, όμως.
"Αγάπη μου", λέει η σύζυγος, "λέω να κάτσω από πάνω...".
"Κάτσε, αγάπη μου", λέει ο σύζυγος. Κάθεται, αλλά η βαλίτσα δεν κλείνει.
"Λέω να κάτσω εγώ από πάνω", λέει ο σύζυγος, που Είναι... πιο βαρύς. Κάθεται κι αυτός, αλλά πάλι δεν κλείνει η βαλίτσα.
Τι να κάνουν, λοιπόν, την κοιτάζουν από δω, την κοιτάζουν Από κει, και στο τέλος λέει η σύζυγος:
"Αγάπη μου, νομίζω ότι θα είναι Καλύτερα, αν κάτσουμε και οι δύο από πάνω..."
. Με το Που το λέει αυτό, λοιπόν, μπαίνει με... χίλια ο παπαγάλος στο δωμάτιο Και λέει:
"Αφεντικό, αυτό θα το δω... κι ας πεθάνω"!
Πάει ένας τύπος στο σεξολόγο και του λέει:
- Γιατρέ μου δεν μπορώ να γαμήσω!
- Καλά, πάρε αυτό κι αν έχεις πρόβλημα ξαναέλα, του είπε ο γιατρός και του δώσε ένα ξύλινο πούτσο. Μετά από καμιά βδομάδα ξανάρχεται ο τύπος:
- Γιατρέ, γάμησα, αλλά δεν το ευχαριστήθηκα.
- Καλά, πάρε αυτό κι αν έχεις πρόβλημα ξαναέλα, του λέει ο γιατρός και του δίνει ένα σιδερένιο πούτσο.
Μετά από 3 χρόνια πάει ο τύπος στο γιατρό:
- Γιατρέ, τι κάνετε, με θυμάστε;
- Μα ναι, βέβαια, πώς τα πας;
- Πολύ καλά. Να σας συστήσω τα παιδιά μου. Από δω ο Πινόκιο κι από δω ο Robocop.
Κάποτε ο συγχωρεμένος ο Α. Παπανδρέου ήταν σε πολύ ακριβό εστιατόριο, στην Αγγλία, παρέα με το συγχωρεμένο τον Κουτσόγιωργα, τη Μιμή και ομάδα επιχειρηματιών.
Σε κάποια στιγμή η Μιμή βλέπει τον Κουτσόγιωργα να βάζει με τρόπο στην τσέπη του σακακιού του ένα ολόχρυσο, πανάκριβο κουτάλι.
Η Μιμή το βλέπει και γίνεται έξαλλη! Σκύβει στο αυτί του Ανδρέα και του λέει:
- Το είδες αυτό, Ανδρέα;
- Το είδα. Σκάσε, θα γίνουμε ρεζίλη.
- Μα είναι δυνατόν ο Μένιος να βουτάει χρυσά κουτάλια έτσι εύκολα; Θέλω κι εγώ!
- Σε παρακαλώ τώρα, τι είναι αυτά που λες; Αρχηγός κόμματος είμαι. Σύνελθε, χρυσή μου...
- Ανδρέα, αν δεν μου πάρεις και μένα ένα κουταλάκι θα σου κόψω το σεξ για ένα μήνα.
Ο εκλιπών πρόεδρος χλόμιασε. Κατάλαβε ότι τα πράγματα ήταν σοβαρά και πως έπρεπε να σκεφτεί κάτι αμέσως... Απευθυνόμενος στους επιχειρηματίες είπε τα εξής:
- Ξέρετε, αγαπητοί μου, πέρα από την πολιτική έχω και κρυφά ταλέντα... Το αγαπημένο μου χόμπι είναι τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα!
Εντυπωσιασμένοι οι επιχειρηματίες τού ζήτησαν να τους δείξει ένα τρικ.
- Ευχαρίστως, απάντησε ο Ανδρέας. Λοιπόν, βλέπετε αυτό εδώ το χρυσό κουταλάκι; Το σηκώνω, το βάζω στο εσωτερικό του σακακιού μου και με μία κίνηση... άμπρα, κατάμπρα... εξαφανίστηκε!
- Μα, τι λέτε, κύριε πρόεδρε, απάντησε ένας από τους επιχειρηματίες. Αφού το κουταλάκι είναι στην τσέπη σας. Βάζω στοίχημα πως αν κοιτάξω θα είναι ακόμη εκεί!
- Σοβαρά, ε;, απάντησε ο Ανδρέας. Μένιο, βγάλε το κουταλάκι από την τσέπη σου, καλέ μου.
Ένας Σκοτσέζος, πάει να συνεχίσει τις σπουδές του σε ένα πανεπιστήμιο Στο Λονδίνο.
Μετά το πρώτο εξάμηνο, δέχεται την επίσκεψη της μητέρας του.
- Πως βρίσκεις τους Αγγλους συμφοιτητές σου, παιδί μου, τον ρωτά.
- Αστα μητέρα, είναι τόσο πολύ θορυβώδεις, αφού από το ένα διπλανό διαμέρισμα Συνέχεια χτυπούν τον τοίχο και φωνάζουν και από το άλλο διπλανό διαμέρισμα Συνεχώς ουρλιάζουν...
- Αχ παιδί μου, και τι κάνεις για να αντιμετωπίσεις αυτούς τους θορυβώδεις Αγριάνθρωπους;
- Τι να κάνω μητέρα; Κάθομαι στο κέντρο του δωματίου και...
.. Παίζω την γκάιντα μου όσο πιο δυνατά μπορώ!
Γίνεται ένας διαγωνισμός με Δώρο ένα δεκαώροφο μπουρδελο.
Οποίος πη**ει την που**α σε κάθε όροφο κερδίζει Δώρο την επιχείρηση.
Πάει πρώτος ο Γερμανός Πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και σταματάει.
Πάει ο Ιταλός Πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο... σταματάει.
Πάει ο Έλληνας Πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο... σταματάει.
Πάει και ο Πόντιος Πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και μετά κατεβαίνει τρέχοντας φεύγει και σε δέκα λεπτά επιστρέφει και ανεβαίνει στην ταράτσα όπου και τραβάει μια μα***ια.
Τον ρωτάνε οι κριτές γιατί έφυγε τρέχοντας αφού κατάφερε να πη**ξει τις που**ες σε όλους τους ορόφους.
Ο Πόντιος "Πήγα να πάρω το δικηγόρο μου ο οποίος μου είπε: Δεν πας να τραβήξεις και μια μα***α να πάρεις και τον αέρα"
Ήταν κάποτε μια οικογένεια σαν όλες τις άλλες, ευτυχισμένη, θεοσεβούμενη Μέχρι μια μέρα που η δεκάχρονη κόρη έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Δεν είμαι πια παρθένα!
Μια θανατική σιγή απλώθηκε σε όλο το σπίτι. Κι ύστερα άρχισαν οι επιπλήξεις: Ο μπαμπάς στη μαμά:
Δε ντρέπεσαι, γυναίκα του δρόμου, πουτάνα, τσούλα! Ντύνεσαι σαν πόρνη και Βάφεσαι σα γουρούνα με οίστρο. Για να μην αναφερθώ στο λεξιλόγιό σου. Λες Συνέχεια βρομόλογα και πετάς σεξουαλικά υπονοούμενα μπροστά στη μικρή!
Ο μπαμπάς στην εικοσάχρονη αδελφή της μικρής:
Κι εσύ μωρή πόρνη πολυτελείας που πηδιέσαι στον καναπέ μ εκείνον το μαλλιά Με τα σκουλαρίκια κάθε φορά που λείπουμε απ το σπίτι και όλα αυτά μπροστά Στη μικρή! Τις προάλλες βρήκα μωρή σπέρμα πάνω στο μαξιλάρι που κάθισα.
Για να μη μιλήσω για το δονητή που έχεις κρυμμένο στο συρτάρι σου. Ή νόμιζες Πως δεν το ήξερα;
Η μαμά στον μπαμπά:
Για μια στιγμή! Μιλάς εσύ που ξοδεύεις το μισό μισθό σου σε πουτάνες και τις Χαιρετάς μπροστά στο σπίτι μας και δεν σου καίγεται καρφί που η μικρή είναι Μπροστά και σας βλέπει! Που γυρνάς κάθε Παρασκευή με σημάδια από κραγιόν Στο λαιμό και κόκκινα σημαδάκια; Κι από τότε που βάλαμε στο σπίτι μας Δορυφορική κάθεσαι και βλέπεις τσόντες πρωί βράδυ κι όλα αυτά μπροστά στη Μικρή! Για να μην πω για την πουτάνα τη γραμματέα σου που σου παίρνει Τσιμπούκια και κάθε τόσο τηλεφωνάει και σε ζητάει με την αισθησιακή φωνή της Και πολλές φορές απαντάει η μικρή!
Η μητέρα, ιδιαιτέρως συμπονετική, με μάτια δακρυσμένα απευθυνόμενη στη μικρή Λέει:
- Πώς σου συνέβη αγγελούδι μου; Ήταν πρωκτικό ή κολπικό; Σε βίασαν ή Αποφάσισες εσύ να πας με κάποιο συμμαθητή σου;
Έκπληκτη η μικρή απαντάει:
- Όχι μαμά. Απλώς η δασκάλα άλλαξε το ρόλο που μου είχε αναθέσει για το Σκετσάκι των Χριστουγέννων. Θα είμαι βοσκοπούλα.
Βρισκόμαστε στις πύλες του παραδείσου ημέρα Τετάρτη που ο Αγιος Πέτρος αξιολογεί τις αμαρτίες κάποιων καλογριών πριν μπουν στον παράδεισο.
Είναι λοιπόν δέκα καλόγριες στη σειρά και ρωτάει ο Αγιος Πέτρος την πρώτη:
- Για πες μας εσύ Αννούλα τι αμαρτίες έχεις;
- Εγώ θυμάμαι στα νιάτα μου είχα δει κρυφά το πέος του ψάλτη, μόνο αυτό έχω κάνει.
- Για τιμωρία βλέπεις αυτό το καζάνι με καυτό νερό, θα πας και θα πλύνεις τα μάτια σου.
- Για πες μας εσύ Ιωάννα τι αμαρτίες έχεις;
- Εγώ όταν ήμουνα μικρή το έπιασα κιόλας το πέος του ψάλτη.
- Για τιμωρία εσύ θα βάλεις το χέρι σου μέσα στο καυτό νερό.
Ακούγεται μία φωνή από το βάθος από την τελευταία στην ουρά:
- Συγνώμη Αγιε μου, μπορώ να περάσω τώρα;
- Όχι τέκνο μου, θα έρθει η σειρά σου.
- Σας παρακαλώ είναι ανάγκη.
- Τι ανάγκη πια έχεις και βιάζεσαι τόσο πολύ;
- Να, θέλω να τιμωρηθώ πριν την Μάρθα που έχει σειρά τώρα, να κάνω τις γαργάρες μου πριν βάλει μέσα τον κώλο της...