Δημοφιλή ανέκδοτα

Μπαίνει ένας κύριος μεσα σε ένα pet shop και ρωτάει:
- Πόσο έχει αυτός ο παπαγάλος; - Αυτός ο παπαγάλος κοστίζει 300 ευρώ, του απαντάει ο πωλητής.- 300 ευρώ...; Μα καλά, γιατί τόσο πολύ; ρωτάει απορημένος ο πελάτης.- Ξέρετε κύριε, μπορεί και μιλάει 2 ξένες γλώσσες, λέει ο πωλητής.- Καλά, δεν με ενδιαφέρει, λέει ο πελάτης και δείχνει έναν άλλο πιο πίσω σε ένα κλουβί. Αυτός εκεί πίσω; Πόσο κοστίζει;- Αυτός κοστίζει 600 ευρώ, απαντάει ο πωλητής.
- 600 Ευρώ...! Δεν είναι δυνατόν! - Αυτός κύριε, του λέει ο πωλητής, γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες, στενογραφία και κομπιούτερ. Κάγκελο ο πελάτης... Δείχνει έναν παπαγάλο παραπίσω και ρωτάει την τιμή του.- Α, αυτός ο παπαγάλος δεν πωλείται, του απαντάει ο πωλητής.- Γιατί, τι ιδιαίτερο κάνει αυτός; ρωτάει ο πελάτης.
- Δεν ξέρω τι κάνει, αλλά κάθε πρωί που ανοίγω το μαγαζί οι υπόλοιποι παπαγάλοι του λένε:
"Καλημέρα σας, κύριε Καθηγητά"!
Ήτανε μια φορά κι ενα καιρό...
, τρεις πολύ κολλητές κυρίες, η Πόπη, η Λούλα και η Μαργαρίτα, που γνωριζόντουσαν απο μικρά παιδιά και μέχρι τώρα που είχαν περάσει τα 80 διατηρούσαν τη φιλία τους στο ακέραιο! Η δε υγεία τους ηταν μια χαρά για τα χρόνια που κουβαλούσαν στην καμπούρα τους και το μόναδικό πρόβλημα είχε να κάνει με κάποια κρούσματα αμνησίας που είχαν προκύψει τον τελευταίο καιρό. Αλλά κατά τα άλλα, όλα καλά!
Εκείνο λοιπόν το Κυριακάτικο πρωινό αποφάσισαν η Πόπη και η Λούλα να επισκεφτούν την Μαργαρίτα και μια και δυο κίνησαν για το σπίτι της φιλενάδας τους.
Το τι χαρές εκανε η Μαργαρίτα οταν τις είδε δε λέγεται...
- Καλώς τα κορίτσια! (ματς-μούτς-ματς-μουτς!) Τι κάνετε βρέ;
Και αφού έφτιαξε τρεις βαρβάτους καφέδες, άρχισαν όλες μαζί το μπλα-μπλα.
Σε καμιά ωρα λέει η Πόπη:
- Βρε Μαργαρίτα μου, να, με την κουβέντα στέγνωσε το στόμα μου... Μήπως έχεις κάτι να τσιμπήσουμε;
- Βεβαίως-βεβαίως, έχω ετοιμάσει κάτι σάντουιτς μούρλια! Πάω αμέσως να τα φέρω!
Και έτρεξε η Μαργαρίτα αμέσως προς την κουζίνα. Μπαίνοντας όμως μέσα, ξέχασε για ποιο λόγο είχε έρθει και άρχισε να αναρωτιέται.
"Βρε τι μου είπανε να φέρω... Τι μου είπανε... Ε, τι αλλο θα θέλουνε; Μα φυσικά καφέ!"
Και φτιάχνει ξανα-μανά τρεις βαρβάτους καφέδες και τους πάει στα κορίτσια, τους πίνουνε κι αρχίζει πάλι το μπλα-μπλα.
Και νά σου πάλι σε καμμιά ωρα τα ίδια.
- Θα φάμε τίποτα;
- Βεβαίως!
Και "Τι μού πανε να τούς φέρω..."
Και να τρεις καφεδιές!
Ε. αυτή η δουλειά συνεχίζεται μέχρι αργά τη νύχτα, έχουνε πιεί καμιά διακοσαριά καφέδες και κάποια στιγμή η Πόπη και η Λούλα αντιλαμβάνονται ότι είναι περασμένη ωρα και αποφασίζουν να φύγουν.
Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούν την παιδική τους φίλη και φεύγουν.
Στο δρόμο τώρα, λέει η Λούλα στην Πόπη:
- Τι να σου πω, βρε Πόπη μου, χρυσό κορίτσι αυτή η Μαργαρίτα, αλλά ούτε ένα καφέ δεν μας έψησε τόσες ώρες που ήμασταν σπίτι της!
Και η Πόπη απαντά με απορία:
- Ποιά Μαργαρίτα;
Πιάνουν οι Μάο-Μάο έναν Αμερικάνο, ένα Γερμανό και έναν Πόντιο. Τους λένε να διαλέξουν την ποινή που θέλουν.
Ρωτάν πρώτα τον Αμερικάνο:
- Γκάγκα ή θάνατο;
- Γκάγκα, λέει ο Αμερικάνος.
Μπαίνει μέσα σε μια σκηνή και είναι ένας μαύρος, o Γκάγκα,και τον πηδάει.
Ρωτάνε μετά τον Γερμανό:
- Γκάγκα ή θάνατο;
- Γκάγκα, λέει και ο Γερμάνος.
Τον βάζουν και αυτόν στην σκηνή, τον πηδάει και αυτόν ο Γκάγκα.
Ρωτάνε και τον Πόντιο:
- Γκάγκα ή θάνατο;
- Θάνατος, λέει ο Πόντιος με θάρρος.
Και λένε οι Μάο-Μάο:
- Γκάγκα μέχρι θανάτο!