Δημοφιλή ανέκδοτα

Σ ένα παγκάκι στο πάρκο κάθεται μια γριούλα με το γατί της στο χέρι και κλαίει τη μοίρα της.
" Αχ που γέρασα , αχ πώς πέρασε τόσο γρήγορα η ζωή , αχ πόσα πράγματα θα ήθελα να έχω κάνει και δεν έκανα , αχ βαχ , αχ βαχ "
. Εκείνη τη στιγμή περνούσε η fata Turchina , η γνωστή μας νεράιδα από τον Πινόκιο και τη λυπήθηκε . Πηγαίνει κοντά της και της λέει :
" Μην κλαις , σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα , θα σου πραγματοποιήσω τρεις επιθυμίες. Πες μου τι θες κι έγινε " .
- Θέλω να γίνω νέα κι όμορφη .
Η νεράιδα σκούντηξε τη γριούλα με το μαγικό ραβδί της και τη μετέτρεψε σε μια πανέμορφη νέα γυναίκα , πιο όμορφη κι απ την Κλάουντια Σίφερ . " Ποια είναι η δεύτερη επιθυμία σου ; "
- Θέλω το σπίτι μου να γίνει παλάτι σαν αυτά των παραμυθιών .
Με μια κίνηση του μαγικού της ραβδιού η νεράιδα μετέτρεψε το σπίτι της πρώην γριούλας σε ένα μεγάλο παλάτι που έφτανε μέχρι τον ουρανό . " Η τρίτη σου επιθυμία ; "
- Να μεταμορφωθεί αυτός ο γάτος σε ένα πανέμορφο αγόρι γεμάτο μυς .
Η νεράιδα πραγματοποίησε και την τρίτη επιθυμία της πρώην γριούλας και μετέτρεψε τον γατούλη σε ένα αγόρι που ξεπερνούσε και τον Μπαντέρας ακόμη σε ανδρική ομορφιά . Λέει τότε ο μεταμορφωμένος γάτος :
- Υποθέτω ότι τώρα θα το έχεις σκύλο μετανιώσει που με ευνούχισες .
Ένας τροχονόμος σταματά έναν οδηγό για να του δώσει το βραβείο του καλύτερου οδηγού της χρονιάς, αφού τον παρακολούθησε για πολλή ώρα χωρίς να παραβεί κανέναν κώδικα. Tον ρωτά:
- Tι θα κάνετε με τα 300 χιλιάρικα που είναι το βραβείο; Aπαντά αυτός:
- Aρχικά θα πάρω το δίπλωμα! Πετάγεται η συνοδηγός να προλάβει την γκάφα λέγοντας:
- Mην τον ακούτε κύριε όργανο, όταν πίνει δεν ξέρει το λέει! Πετάγεται και ο συνεπιβάτης από το πίσω κάθισμα:
- Kαι σας είπα βρε παιδιά τι τις θέλουμε τις βόλτες με κλεμμένο αμάξι! Συμπληρώνει και ο τέταρτος της παρέας από το Πορτμπαγκάζ:
- Tι έγκινε ρε παιντιά; περάσαμε τα σύνορα;
Yugo.
1. Πως διπλασιάζεις την τιμή ενός Yugo;
Φουλάρεις το ρεζερβουάρ.
2. Γιατι το Yugo έχει θερμαινόμενο πίσω τζάμι;
Για να μη κρυώνουν τα χέρια σου όταν σπρώχνεις.
3. Πώς μπορείς να εξαφανίσεις ένα Yugo;
Το ψεκάζεις με αντισκωριακό.
4. Γιατί τα Yugo έχουν τέσσερα πεντάλ;
Με το τέταρτο ανοίγει ο αερόσακος.
5. Γιατί το βιβλιαράκι που έχουν τα Yugo έχει τόσες πολλές σελίδες;
Γιατί περιέχει όλα τα δρομολόγια των λεωφορείων και των τρένων.
6. Ποιό είναι το όνειρο όλων των κατόχων Yugo;
Να τους... σταματήσουν για υπερβολική ταχύτητα.
7. Σε τι διαφέρει το απλό Yugo από το Yugo GT;
Το GT έχει αναπτήρα.
8. Πάει ο κάτοχος ενός Zastava Yugo 45 στο συνεργείο και λέει στο μάστορα:
- Θέλω να βάλεις πάνω μηχανή 5,000 κυβικά, με 2 turbo ώστε να έχω τελική 350 km/h. Θέλω ακόμα να το κάνεις 4Χ4, λάστιχα 355 με 19άρες ζάντες, ABS, δερμάτινο σαλόνι και αυτόματο πιλότο. Πότε να περάσω να το πάρω;
- Πέρνα σε ένα τεταρτάκι, απαντάει ο μάστορας.
- Ρε φίλε, δεν κόβεις τις μαλακίες;
- Εγώ τις άρχισα;
9. Μπαίνει ένας τύπος σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων και λέει στον πωλητή:
- Φίλε, θέλω δυο πατάκια για ένα Yugo.
Ο πωλητής το σκέφτεται λίγο και απαντάει:
- Εντάξει, είναι καλή ανταλλαγή.
10. Γιατί δεν ξεκινάει ένα Yugo μόλις άναψε πράσινο;
Πάτησε τσίχλα ...
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."