Δημοφιλή ανέκδοτα

Ένας Κρητικός κάθεται στο λιμάνι και περιμένει το πλοίο που θα τον πάει στον Πειραιά.
Είναι εκνευρισμένος γιατί το πλοίο αργεί να έρθει. Πάνω στα νεύρα του, αρχίζει και κλωτσάει ότι βρίσκει μπροστά του. Ξαφνικά κλωτσάει ένα λυχνάρι. Το λυχνάρι χτυπάει σε μια πέτρα, σκάει και βγαίνει ένα τζίνι. Tο Τζίνι βλέπει τον Κρητικό και του λέει:
- Ευχαριστώ αφέντη μου με γλίτωσες. Ήμουν τόσα χρόνια κλεισμένος εκεί μέσα... πες-μου τώρα τη χάρη θέλεις να σου κάνω και θα σου τη κάνω για να είμαστε πάτσοι...
- Θέλω του λέει ο κρητικός να φτιάξεις ένα δρόμο από το Ηράκλειο μέχρι τον Πειραιά, να πηγαίνω με το αυτοκίνητο μου ή με το γαϊδουράκι μου!
- Δεν γίνεται του λέει το τζίνι, αυτό που ζητάς είναι τρομερά δύσκολο ακόμα και για ένα Τζίνι. Θέλει χιλιάδες τόνους άμμου, εκατοντάδες εργολάβους, τεχνικούς, χιλιάδες εργάτες, και ας μη σου αναφέρω τα μπλεξίματα με τις κακοτεχνίες, τα φακελάκια, τα ΙΚΑ Μίκα σύκα και όλες τις άδειες... Σκέψου κάτι λίγο πιο εύκολο
Πράγματι... Σκέφτεται ο κρητικός και του λέει:
- Θέλω να κάνεις την γυναίκα μου να με καταλαβαίνει...
Kαι τότε το τζίνι του λέει:
- Από που είπες ότι θες να ξεκινήσει ο δρόμος;
Όταν ο Ιησούς ολοκλήρωσε το έργο του στη γη και γύρισε στον Παράδεισο, θέλησε να βρει τον θνητό πατέρα του τον Ιωσήφ.
Όταν τον ρώτησε ο Άγιος Πέτρος ποιός ήταν για να τον οδηγήσει σε αυτόν, ο Ιησούς απάντησε:
- Ήταν ένας φτωχός και καλόκαρδος ξυλουργός.
- Κατάλαβα, λέει ο Άγιος Πέτρος. Έλα μαζί μου.
Πράγματι, σε μια γωνιά βρήκαν έναν γεράκο ξυλουργό που εκείνη την ώρα δούλευε με τις κατασκευές του.
- Ορίστε λέει ο Άγιος Πέτρος, ο Πατέρας σου.
Ο Ιησούς, συγκινημένος, τρέχει προς το μέρος του γέρου και φωνάζει:
- Πατέρα!
Τον κοιτάζει ο γέρος και αποκρίνεται με τον ίδιο ενθουσιασμό:
- Πινόκιο!
Γελάει καλύτερα όποιος έχει καλύτερα δόντια.
Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν δεν πεινούσαν.
Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Κύλησε ο τέτζερης και χύθηκε η σούπα.
Δώσε αέρα στον χωριάτη όταν κάνει καταδύσεις.
Στου κουνγκ-φού την πόρτα υπάρχει μία τρύπα από κλωτσιά.
Όποιος βαριέται να ζυμώσει παίρνει έτοιμο ψωμί.
Όποιος βιάζεται φτάνει γρηγορότερα.
Μη μιλάς, μη γελάς, κινδυνεύει η Ελλάς.
Από την πόλη έρχομαι και πάω στο χωριό.
Όποιος δεν έχει μυαλό, είναι άμυαλος.
Ένα μήλο την ημέρα δεν μπορεί να σε χορτάσει.
Όπου ακούς πολλά κεράσια, εκεί υπάρχει κερασιά.
Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι και γοβάκι.
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, πάνε τα λεφτά των συνταξιούχων.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι, από το να σου βάζουν χέρι.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού δεν τα φτάνει κι η νυφίτσα.
Το καλό το παληκάρι βοηθάει την μαμά του.
Δουλειά δεν είχε ο διάολος και γράφτηκε στον Ο. Α. Ε. Δ.
Η γριά κότα θα ψοφήσει όπου να ναι.
Ο γέρος ή από πέσιμο θα πάει ή από Θηβών.
Κάνε το καλό και δώσε το σε μένα.
Σαν (Sun) θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, Ντέιλυ Μίρρορ (Daily mirror) θέλει ο πεθερός.
Η πολλή δουλειά απαιτεί υπερωρίες.
Όποιος νυχτοπερπατεί κοιμάται ξημερώματα.
Γύρο-γύρο όλοι, εγώ προτιμώ μπιφτέκι.
Από μικρό κι από τρελλό μαθαίνεις παραμύθια.
Στερνή μου γνώση επιτέλους ήρθες.
Έλα μπάρμπα μου να σου δείξω το INTERNET.
Μπρος γκρεμός και πίσω δρόμος.
Η αρχή είναι το ήμισυ του αρχιμανδρίτη.
Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη βρίσκει.
Φύλαγε τα ρούχα σου βάζοντας ναφθαλίνη.
Μάρτυς γδάρτης θα σε στείλει φυλακή.
Πήγε για μαλλί (της γριάς) και βγήκε με ποπ-κορν.
Ή στραβός είναι ο γιαλός ή ίσιος.
Κάποιο λάκκο έχει ο δρόμος.
Χέσε μέσα Πολυχρόνη, γιατί δεν μπορώ να καθαρίζω άλλο.
Κι αν είσαι και παπάς μάλλον στον Παράδεισο θα πας.
Μάτια που δεν βλέπονται χρειάζονται επειγόντως λίφτιγκ.
Όταν λείπει η γάτα έχεις οικονομία στα friskies.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα ας τρώει καλαμπόκι.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κοκόρι.
Ένας έλληνας, ένας γερμανός και ένας άγγλος σ£ένα αεροπλάνο το οποίο παρουσιάζει μηχανική βλάβη και τελικά πέφτει στην ζούγκλα. Τους περιμαζεύουν οι άνθρωποι της φυλής χούτου - χούτου και τους λέει ο αρχηγός τους.
- Κοιτάξτε χρειαζόμαστε ευνούχους για να προσέχουν τις γυναίκες μας και εσείς είσαστε ότι πρέπει γι αυτή τη δουλειά. Ανάλογα λοιπόν με το επάγγελμα που ασκούσατε θα σας τον κόψουμε.
Κρύος ιδρώτας στους παρευρισκόμενους.
Ρωτάνε τον γερμανό τί δουλειά έκανε.
- Ξυλουργός λέει τρέμοντας και πριν προλάβει βουτάνε ένα τσεκούρι και... πάει η οικογένεια
Ρωτάνε τον άγγλο.
- Καλέ χρυσό μου άγγλος είμαι! καλέ τι νταβράντια είσαστε εεε δεν καταλαβαίνετε τώρα;
- ʼστον αυτόν λέει ο αρχηγός είναι ακίνδυνος
Πάνε και στο έλληνα και αυτός με χαμόγελο..
- Εγώ ήμουνα παγοτατζής θα μου το γλείφετε μέχρι να λιώσει...