Δημοφιλή ανέκδοτα

Κάποτε έψαχνε κάποιος αγρότης έναν νταβραντισμένο κόκορα για το κοτέτσι.
Αγοράζει έναν που έμοιαζε αρχοντικός. Μόλις μπαίνει στο κοτέτσι και βλέπει 180 κότες, κάνει κικιρίκου και ψοφάει. Αγοράζει άλλον, που έδειχνε αγέρωχος, μονομάχος κόκορας, με στιλπνό τρίχωμα. Μόλις μπαίνει στο κοτέτσι, κουτουπώνει 2 κότες, κάνει κικιρίκου και ψοφάει.
Απελπισμένος ο τύπος ξαναπηγαίνει στον έμπορο και του λέει:
"Ή μου δίνεις έναν άξιο κόκορα, η σ τα κάνω λαμπόγυαλα". Του δίνει ο έμπορας έναν κόκορα ξεπουπουλιασμένο και καχεκτικό, ένα πλάσμα στα πρόθυρα να πέσει κάτω. "Δεν ήθελα να σου τον δώσω γιατί είναι λίγο περίεργος, αλλά μια που τον ζητάς."
Παραξενεμένος ο τύπος τον βάζει στο κοτέτσι. Με το που βλέπει τις κότες ο κόκορας ξαφνικά γεμίζει αέρα, φουσκώνει, γουρλώνουν τα μάτια του, κάνει
ΚΙΚΙΡΙΚΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ! και παίρνει αμπάριζα τρέχοντας τη μια μετά την άλλη κότα, ώσπου κάνει το γύρο και των 180 δυο φορές! Στα άχυρα είχανε μείνει κότες με ένα ηλίθιο χαμόγελο ευτυχίας.
Ανήσυχος ο αγρότης πάει να τον πιάσει, αλλά ο κόκορας του φεύγει από το κοτέτσι. Κυνηγώντας τον ο αγρότης, βλέπει το δρόμο σπαρμένο με ζωάκια που είχαν ηλίθιο βλέμμα ευτυχίας: γουρούνια, σκύλους, γάτες, γαϊδούρια, άλογα, πάπιες, χήνες, σκίουρους, αλεπούδες, ακόμα και χελώνες και σκαντζόχοιρους κι όλα τα ζωάκια του δάσους ανάσκελα!
Ώσπου μετά από λίγο, βλέπει τον κόκορα πεσμένο ανάσκελα, ημιθανή με τη γλώσσα έξω κι από πάνω του να φέρνουνε κύκλο 2-3 όρνια. Πανικόβλητος που χάνει τέτοιο απίστευτο ζώο, τρέχει κοντά του και τον παρακαλεί:
- Μη μου ψοφήσεις κι εσύ αρχηγέ!
Οπότε του απαντάει ο κόκορας:
- Μην κάνεις φασαρία γιατί θα μου φοβίσεις τα όρνια!
Δύο φίλοι θέλουν να βγουν έξω να τα πιουν, αδειάζουν τις τσέπες τους και έχουν μόνο 5 ευρώ συνολικά.
Γυρνάει ο ένας και λέει:
- Έχω μία ιδέα.
Παίρνει τα 5 ευρώ, μπαίνει σε ένα χασάπικο και αγοράζει ένα τεράστιο λουκάνικο. Ο άλλος του λέει:
- Ρε συ, μαλάκας είσαι; Ούτε μια μπύρα δεν θα πιούμε; Τί το ήθελες το λουκάνικο;
- Ακου τί θα κάνουμε. Θα πηγαίνουμε στα καλύτερα μαγαζιά, θα καθόμαστε σε σημείο που μας βλέπουν όλοι, θα πίνουμε, θα πίνουμε και όταν φτάνει η ώρα του λογαριασμού, θα ανοίγω το φερμουάρ, θα βάζω το λουκάνικο και εσύ θα πέφτεις στα γόνατα, κλπ. Καταλαβαίνεις; Δεν μπορεί, θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές και δεν θα πληρώνουμε τίποτε!
- Φοβερό, λέει ο άλλος.
Πραγματικά, το κάνουν και σε κάθε μαγαζί τους πετάγαν έξω. Κοντά στο ξημέρωμα, από την σούρα δεν βλέπει ο ένας τον άλλο.
- Λοιπόν, φίλε μου, θα πάμε για ένα τελευταίο ποτό.
- Να πάμε. Όμως, ρε μεγάλε, δεν πάει άλλο. Δεν μπορώ άλλο. Με πονάει η μέση μου... Πονάνε τα γόνατά μου... Έχει μουδιάσει το στόμα μου... Δεν μπορώ άλλο!
- Καλά, γκρινιάζεις, αλλά αυτό που έχεις πάθει εσύ, δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτό που έχω πάθει εγώ.
- Τί έχεις πάθει εσύ; ρωτά ο άλλος.
- Αστα, έχω χάσει το λουκάνικο από το πρώτο μαγαζί...
Ο Οδυσσέας είναι ένα απαιτητικό γατί. Μόνιμα καθόταν στο κρεβάτι ενός νιόπαντρου ζευγαριού. Ο σύζυγος λοιπόν αποφασίζει να το πάρει και να το αφήσει κάπου μακριά, έτσι ώστε να μην γυρίσει. Έλα όμως που ο Οδυσσέας πάντα γυρίζει. Αυτό επαναλαμβάνεται αρκετές φορές και κάποια φορά αποφασίζει να τον πάει το γάτο κάπου πολύ μικρά. Στην επιστροφή λοιπόν αφού είχε αφήσει το γάτο αποφασίζει να γυρίσει. Αντιλαμβάνεται ότι έχει χαθεί και ο ίδιος. Δεν μπορεί να γυρίσει. Παίρνει τηλέφωνο την γυναίκα του και της λέει...
"Γυναίκα χάθηκα, είναι εκεί αυτό το πουστόγατο ο Οδυσσέας;"
" Εδώ είναι" του απαντά η σύζυγος.
"Δώσ το στο τηλέφωνο να μου πει πως θα γυρίσω..."