Δημοφιλή ανέκδοτα

Μια παρέα από τρεις φίλους περιμένουνε στο σταθμό Λαρίσης να φύγει το τρένο για Θεσσαλονίκη.
Πλησιάζει ο ένας το γκισέ και βγάζει ένα εισιτήριο. Δίπλα τους ακριβώς είναι τρεις Τούρκοι που περιμένουνε κι αυτοί το ίδιο τρένο.- Καλά πως ταξιδέψει τρεις άνθρωπος με ένα εισιτήριο;, τους ρωτάει ο ένας που ήξερε λίγα Ελληνικά.- Περίμενε και θα δεις, απαντάνε με ένα πονηρό χαμόγελο οι δικοί μας. Πράγματι κάποια στιγμή ξεκινάει το τρένο και μετά από 10 λεπτά αρχίζει ο έλεγχος εισιτηρίων. Με το που το παίρνουνε χαμπάρι οι τρεις φίλοι, χώνονται μέσα σε μια τουαλέτα όλοι μαζί και λουφάζουν. Όταν έρχεται ο ελεγκτής και διαπιστώνει ότι η τουαλέτα είναι κλειδωμένη, χτυπάει τη πόρτα και φωνάζει:
"Παρακαλώ έλεγχος εισιτηρίων!". Η πόρτα μισανοίγει, βγαίνει ένα χέρι και του δίνει το μοναδικό εισιτήριο. Οι Τούρκοι που βλέπουν τη σκηνή κουφαίνονται. "Πολύ καλός κόλπος", παραδέχονται και αποφασίζουν να το κάνουνε κι αυτοί στην επιστροφή. Όπως το περιμένατε, οι έξι καμπαλέρος συναντιόνται κατά σύμπτωση στο σταθμό της Θεσσαλονίκης για να γυρίσουνε Αθήνα. Πηγαίνει ο Τούρκος με τα σπαστά Ελληνικά και βγάζει ένα εισιτήριο για Αθήνα. Οι δικοί μας δεν βγάζουνε καθόλου εισιτήριο.- Πως ταξιδέψει όλοι οι άνθρωπος χωρίς εισιτήριο; απορεί ο Τούρκος.- Θα δεις, θα δεις, του απαντάνε πάλι οι Έλληνες και όλοι μαζί ανεβαίνουνε στο τρένο που έχει έλθει στο μεταξύ. Μόλις ανακοινώνεται από τα μεγάφωνα ο έλεγχος εισιτηρίων, κλείνονται οι τρεις Τούρκοι σε μια τουαλέτα και οι τρεις Έλληνες στη διπλανή και περιμένουνε. Σε δύο λεπτά βγαίνει ένας από τους τρεις φίλους μας και χτυπώντας τη πόρτα της τουαλέτας των Τούρκων, λέει με βαριά "επαγγελματική"
Φωνή:
- Παρακαλώ έλεγχος εισιτηρίων!Αμέσως μισανοίγει η πόρτα και ο Έλληνας σαν κύριος παίρνει το εισιτήριο και γρήγορα γρήγορα ξαναχώνεται στην διπλανή τουαλέτα!
Ο λαγός είχε πολύ άχτι τον λύκο, εξαιτίας όλων των ιστοριών που ο λύκος τρώει τον λαγό, και έψαχνε αφορμή για να τον δείρει.
Οπότε την Κυριακή στο συμβούλιο των ζώων λέει ο λαγός στον λύκο:
- Λύκε, γιατί δεν φοράς καπέλο;
- Ε, δεν είχα, ρε λαγέ, λέει ο λύκος.
Αυτό ήταν, βρίσκει την αφορμή ο λαγός, σπάει τον λύκο στο ξύλο...
Την επόμενη Κυριακή λέει ο λαγός:
- Λύκε, γιατί δεν φοράς καπέλο;
- Ε, δεν πρόλαβα να αγοράσω, ρε λαγέ, λέει ο λύκος.
Ξαναβρίσκει την αφορμή ο λαγός, σπάει τον λύκο στο ξύλο...
Μετά ο λαγός σκέφτεται ότι μάλλον αυτήν την βδομάδα θα έχει πάρει ο λύκος καπέλο, και δεν θα πιάνει η δικαιολογία.
Πάει λοιπόν και ρωτά την κουκουβάγια, το σοφό πουλί του δάσους, τι να πει στον λύκο, για να βρει δικαιολογία να τον δείρει.
- Α, λέει η κουκουβάγια, είναι πολύ απλό. Θα τον στείλεις να σου πάρει τσιγάρα. Αν σου φέρει μαλακό θα του πεις:
"Γιατί δεν έφερες σκληρό;" Και το αντίθετο... Έτσι θα μπορέσεις να τον πλακώσεις στο ξύλο πάλι.
Έρχεται η Κυριακή, στο συμβούλιο των ζώων λέει ο λαγός:
- Λύκε, έλα δω.
- Ε, χίλια συγνώμη, λαγέ, λέει ο λύκος, αλλά πάλι δεν κατάφερα να πάρω καπέλο.
- Καλά, λέει ο λαγός. Δεν πειράζει. Θα πας να μου πάρεις τσιγάρα;
- Φέρε λεφτά.
Του δίνει τα λεφτά ο λαγός, κάνει τρία βήματα ο λύκος, γυρίζει και ρωτάει:
- Μαλακό ή σκληρό;
Και ο λαγός απαντάει:
- Γιατί δεν φοράς καπέλο;
Ο κύριος μόλις έχει βγει από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του από όπου αγόρασε ένα κουτί σου (γλυκά). Κρατώντας το κουτί στα χέρια επιχειρεί να διασχίσει το δρόμο οπότε ένα αυτοκίνητο τον χτυπάει και τον στέλνει στον άλλο κόσμο.
Ανεβαίνει λοιπόν σιγά-σιγά προς τα πάνω εξαϋλωμένη η ψυχή του με την μορφή που είχε ο άνθρωπος την ώρα του θανάτου (κρατώντας δηλαδή το κουτί με τα σου στα χέρια).
Φθάνει κάποτε σαστισμένος στην πύλη του άλλου κόσμου και χτυπά φοβισμένα, στην αρχή, την πόρτα.
Μάταια όμως. Στο φυλάκιο της πύλης ο άγιος Πέτρος, παίζει τάβλι με την Παναγία και είναι τόσο απορροφημένος που δεν ακούει τίποτα.
Ξαναχτυπάει ο άνθρωπος πιο δυνατά, αλλά... τίποτα.
Τρομοκρατημένος πια πιάνει τη σιδερένια καγκελόπορτα με το ένα χέρι (με το άλλο κρατάει ακόμα τα σου) και με όλη του τη δύναμη τη τραντάζει συθέμελα.
Επιτέλους, το τάβλι σταματάει, και ο άγιος Πέτρος πετάγεται έξω να δει τι συμβαίνει.
- Πέτρο τι συμβαίνει; ρωτάει ανήσυχη η Παναγία. Και ο άγιος Πέτρος απαντά καθησυχαστικά:
- Μη φοβού Μαριάμ! Ο Κύριος με τα σου...
Ήταν κάποτε ένας πόντιος ξυλοκόπος ο οποίος βλέπει μια διαφήμιση σε ένα περιοδικό για ένα καινούριο πριόνι το οποίο μπορεί να κόβει 100 ξύλα την ημέρα. εντυπωσιασμένος τρέχει στο μαγαζί που το πουλάει, το αγοράζει. Ξυπνάει την άλλη μέρα πρωί πρωί αρχίζει να κόβει ξύλα αλλά το βράδυ που τα μετράει ήταν 50.
Δεν μπορεί λέει θα είναι χαλασμένο το πριόνι. Mετά όμως θυμάται ότι στη διαφήμιση του περιοδικού το διαφήμιζε ένας μπρατσαράς, οπότε σκέφτεται ότι θα φταίει ότι αυτός είναι κοκαλιάρης.
Αρχίζει λοιπόν και κάνει γυμναστική. Γράφεται και στο γυμναστήριο της περιοχής του. Mετά από 2 μήνες έχει αποκτήσει τα μπράτσα του Σβαρτζενέγκερ.
- Tώρα λέει είμαι έτοιμος. Ξυπνάει λοιπόν την επόμενη μέρα, κόβει πάλι ξύλα με το καινούριο του πριόνι, τα μετράει το βράδυ, ήταν 70. Αποκλείεται σκέφτεται, το πριόνι είναι σίγουρα χαλασμένο.
Το πάει λοιπόν πίσω στο μαγαζί που το αγόρασε και εξηγεί στον υπάλληλο τι συνέβη.
Τότε ο υπάλληλος παίρνει το πριόνι να το εξετάσει αν είναι χαλασμένο. Tραβάει το κορδόνι για να ξεκινήσει να λειτουργεί το πριόνι και βλέποντας τον, τον ρωτάει ο Πόντιος:
- Πως το έκανες αυτό το κόλπο με το κορδόνι;