Δημοφιλή ανέκδοτα

Ο Γιάννης, γιατρός στο επάγγελμα, έχει δεσμό μ έναν από τους ασθενείς του. Είναι όμως πολύ προβληματισμένος με το γεγονός, μιας και θεωρεί ότι έχειπαραβεί τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας, τον όρκο του Ιπποκράτη κλπ. Η συνείδησή του του μιλάει με δύο φωνές... Η μία φωνή του λέει:Μην το παίρνεις τόσο βαριά. Aλλωστε δεν έχεις άλλη σχέση, δεν είσαι παντρεμένος,δεν απατάς κανένα, και στο κάτω κάτω άνθρωπος είσαι και εσύ βρε αδερφέ και ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος γιατρός που έχει σχέση με ασθενή του Η δεύτερη φωνή του επισημαίνει:Γιάννη... είσαι κτηνίατρος...
Ένα ζευγάρι ετοιμάζεται για ύπνο. Η γυναίκα κοιτάζεται εξεταστικά στο μεγάλο καθρέφτη.
- Αγάπη μου, λέει, το ξέρεις πως κοιτάζομαι στον καθρέπτη και βλέπω μια γριά; Το πρόσωπο μου γεμάτο ρυτίδες, τα στήθη φτάσανε στη μέση μου, ο πισινός μου κρέμεται. Έχω χοντρές γάμπες και πλαδαρά μπράτσα.
Γυρίζει στον άντρα της και λέει:
- Έλα! πες μου κάτι καλό να μου φτιάξεις το κέφι!
Ο σύζυγος κάνει μια καλή προσπάθεια για μια στιγμή να σκεφτεί κάτι θετικό και της απαντά ήρεμα και τρυφερά:
- Εγώ βλέπω ότι έχεις τέλεια όραση!
Κατεβαίνει μια φορά ένας άβγαλτος χωριάτης στην Αθήνα και μεταξύ των άλλων σκέφτεται να επισκεφτεί και ένα από τα φημισμένα μπουρδέλα. Πηγαίνει λοιπόν σε ένα και ρωτάει την τιμή.
- Αρχίζουμε από 2.500 και φτάνουμε μέχρι τις 15.000 δραχμές, του απαντάει η τσατσά.
- Δεν είμαστε καλά, πού να τα βρω τόσα λεφτά; λέει και φεύγει.
Πάει σε ένα πιο κάτω, ρωτάει τα ίδια, η πιο φτηνή στάση έκανε 2.000 δραχμές. Γυρίζει 2-3 ακόμα παντού η ίδια ακρίβεια. Απογοητευμένος φεύγει και πάει σ ένα συγχωριανό του, που έμενε καιρό στην Αθήνα να τον συμβουλευτεί.
Πράγματι αυτός του δίνει μια διεύθυνση. Την επόμενη μέρα, λοιπόν, πρωί-πρωί πάει σε εκείνο το σπίτι και χτυπάει το κουδούνι. Εμφανίζεται μια ψηλή, ξανθιά κουκλάρα.
- Η Τζένη; τις κάνει.
- H ίδια.
- Πόσο πάει το γαμήσι;
- 500 δραχμές και κερνάω και μπύρα.
- Ααα ωραία, επιτέλους.
- Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
- Τί πρόβλημα;
- Δεν έχω κλειτορίδα.
- Αυτό είναι; Δεν πειράζει. Πιάσε μια AMSTEL!
Ο πιλότος διηγείται την καταπληκτική ιστορία της διάσωσής του μετά από την πτώση του αεροπλάνου του στην χώρα των Μασάϊ:
- Και που λέτε αγαπητοί ήμουν πολύ τυχερός, αφού μετά την πτώση του αεροπλάνου μου, οι Ιθαγενείς Μασάϊ με περιποιήθηκαν πάρα μα πάρα πολύ, σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε μέρα να μου παραχωρεί ο φύλαρχος το χαρέμι του για καθημερινή και ολονύκτια χρήση!...
Οι φίλοι του έμειναν κατάπληκτοι και εντυπωσιασμένοι, για το πώς η ατυχία αυτού του ανθρώπου, ουσιαστικά μετατράπηκε σε διακοπές στον Παράδεισο!... Κάποιου μάλιστα, η ιδέα του άρεσε τόσο πολύ, ώστε καταγοητευμένος από την περιπέτεια αυτή, έφθασε στο σημείο να σκηνοθετήσει μια πτώση και του δικού του αεροπλάνου, ώστε να απολαύσει του προνομίου των χιλίων και μιας ερωτικών βραδιών με το χαρέμι του φυλάρχου...
Όμως-αλοίμονο-συνέβη το μοιραίο, και αντί να πέσει στην περιοχή ευθύνης της φυλής Μασάϊ, να πέσει στους γείτονες Καμάϊ, οι οποίοι είχαν αντίθετα έθιμα και ο δύστυχος υποχρεώθηκε να πηγαίνει με το σύνολο των πολεμιστών της φυλής οι οποίοι εκπαιδεύονται σε συνθήκες απουσίας γυναικών!... Περιττό να περιγράψουμε το τι έπαθε ο δύστυχος, αφού κάθε βράδυ, το σύνολο των πολεμιστών της φυλής περνούσε από πάνω του!
Καταεξαντλημένος, ρακένδυτος και ελεεινός, φθάνει μετά από πολλούς μήνες στην βάση του, όταν επί τέλους η "εκπαίδευση" των πολεμιστών της φυλής έληξε... Οι φίλοι του στο άκουσμα του χαρμόσυνου αγγέλματος της διάσωσής του, μαζεύονται στο σπίτι του, όλο χαρά. Παρών και ο παλιός πιλότος που είχε πέσει στους Μασάϊ.
- Και τι έγινε ρε θηρίο Κώστα;... Έμαθα ότι έπεσες στο χωριό των Μασάϊ!
Είναι αλήθεια ρε τυχερούλη;
- ... Ννναι!...
- Πώ!-πώ! ... Τι κωλοφαρδία έχεις ρε παιδί μου!...
Και ο διασωθείς:
- Φαίνεται ρε παιδιά;... Φαίνεται;...
Ένας τελειόφοιτος της Ψυχολογίας έπρεπε να κάνει μια εργασία για τα δυνατά συναισθήματα.
Ο επιβλέπων καθηγητής του συνέστησε να αποφύγει τους ανθρώπους των πόλεων, πολλά λόγια και λίγη ουσία και να ψάξει για πηγές στην ύπαιθρο. Μια και δυο, παίρνει τα βουνά και σ’ ένα χωριό στην Πίνδο εντοπίζει ένα γεροντάκι που καθόταν μοναχό του.
- Γεια σου παππού... μπλα μπλα μπλα ... Θυμάσαι να μου πεις μια φορά που να σου έτυχε κάτι και να χάρηκες ΠΟΛΥ;
Ο γερακος σκέφτεται, σκέφτεται...
- Μια φορά, πριν πολλά χρόνια ένας γείτονας -Θεός σχωρεστον- έχασε ένα πρόβατο στο βουνό. Μαζευτήκαμε λοιπόν καμία δεκαριά νοματαίοι, βγήκαμε στο βουνό, βρήκαμε το πρόβατο, το γαμήσαμε και το φέραμε πίσω.
(-Αυτό δεν μπαίνει στην εργασία... Για να ξαναδοκιμάσω)
- Ωραία... Μήπως θυμάσαι καμιά ΑΛΛΗ φορά, που να έγινε κάτι ΑΛΛΟ και να χάρηκες ΠΟΛΥ;
Ξανασκέφτεται ο γερακος...
- Μια άλλη φορά, ένας άλλος γείτονας -Θεός σχωρεστον κι αυτόν- έχασε την κόρη του στο βουνό. Ε, μαζευτήκαμε καμιά εικοσαριά άντρες, βγήκαμε στο βουνό, ψάξαμε, τη βρήκαμε, τη γαμήσαμε και τη φέραμε πίσω.
(-Σε λάθος κατεύθυνση ψάχνω, ας αλλάξω θέμα)
- Ωραία, παππού... Τώρα να σε ρωτήσω κάτι άλλο... Θυμάσαι να μου πεις αν σου έτυχε ποτέ τίποτα που να ντράπηκες ΠΟΛΥ;
Ο γερακος πέφτει σε βαθιά περισυλλογή... Και τελικά, με ύφος μεγάλης ενοχής:
- Μια φορά χάθηκα στο βουνό...