Ένας βιομήχανος που πήγε ταξίδι στο εξωτερικό, παίρνει τηλέφωνο σπίτι του.
- Τι γίνεται ρε Μάκη στο σπίτι;- Τίποτα σπουδαίο κύριε. Αααα! ξέχασα. Πέθανε ο σκύλος σας!- Τι; Ο σκύλος μου; Και πώς έγινε αυτό;- Τον πάτησαν τα άλογα.- Τι; Μα τι γύρευαν τα άλογα έξω από το στάβλο;- Ε, ο στάβλος είχε πάρει φωτιά, να μην βγουν τα άλογα;- Τι; Ο στάβλος πήρε φωτιά; Μα πώς έγινε αυτό;- Εδώ πήρε όλο το σπίτι φωτιά, να μην πάρει ο στάβλος;- Τι; Το σπίτι μου πήρε φωτιά; Μα πώς έγινε αυτό;- Να, βλέπετε πήρε το εργοστάσιό σας δίπλα φωτιά. Και ξέρετε τώρα πόσο εύκολα μεταδίδεται.- Τι; Μα πώς πήρε φωτιά;- Από τα κεριά!- Ποια κεριά; Εγώ ποτέ δεν είχα κεριά!- Μα, από την κηδεία της γυναίκας σας, κύριε.- Τι; Η αγαπημένη μου γυναικούλα; Μόνο 35 χρονών ήτανε. Πώς πέθανε;- Δεν άντεξε το σοκ η καημένη...- Ποιο σοκ;- Μα, του θανάτου του γιου σας φυσικά.- Τι; Του θανάτου του γιου μου; Του αγαπημένου μου γιου; Μα πώς έγινε αυτό;- Να, τον πάτησε ένα αυτοκίνητο όπως έτρεχε...- Ένα αμάξι; Και γιατί έτρεχε;- Για να βγει από το εξοχικό σας που γκρεμιζόταν, λόγω του μεγάλου σεισμού.- Αχ! Κανένα θετικό νέο δεν έχεις να μου πεις.- Θετικό; Δύσκολα πράγματα ζητάτε κύριε. Α! ναι. Θυμάστε κάτι εξετάσεις για AIDS που είχατε κάνει πριν φύγετε;- Ναι, τι έγινε;- Θετικές βγήκαν.
Ένας κουλός χωρίς χέρια μπαίνει στο μπαρ και ζητάει μια μπύρα.
Ο μπάρμαν του φέρνει την μπύρα και ο κουλός λέει:
- Σε παρακαλώ, με βοηθάς λίγο να την πιω; Δεν έχω χέρια και...
Ο μπάρμαν βλέπει πως είναι κουλός, πιάνει το ποτήρι, του το φέρνει προσεκτικά στα χείλια και ο κουλός σιγά-σιγά το πίνει.
Αυτό συνεχίζεται με άλλες 2-3 μπύρες. Ο μπάρμαν τα έχει παίξει με τον κουλό, συνέχεια ασχολείται μ αυτόν, αλλά δεν διαμαρτύρεται.
Στο κάτω-κάτω, ανάπηρος είναι σκέφτεται.
Τελικά ο κουλός θέλει να πληρώσει και να φύγει.
- Σε παρακαλώ, βάλε το χέρι σου στην εσωτερική τσέπη στο σακάκι μου, θα βρεις 10 ευρώ. Τα ρέστα βάλτα στην εξωτερική τσέπη στο παντελόνι μου.
Ο μπάρμαν κάνει ότι του λέει. Ο κουλός, κατεβαίνει απ το σκαμπό και κατευθυνόμενος προς την έξοδο, φωνάζει στον μπάρμαν:
- Σε παρακαλώ, έχει τουαλέτα το μαγαζί;
- ΟΧΙ (του λέει ο μπάρμαν), αλλά μόλις βγεις έξω, αριστερά στα 10 μέτρα, είναι ένα βενζινάδικο με 4 τουαλέτες στη σειρά...
Είναι μεσημέρι στο αεροδρόμιο.
Οι επιβάτες της πτήσης 653 για Λονδίνο έχουν επιτέλους επιβιβαστεί στο αεροπλάνο, μετά από 2ωρη καθυστέρηση στην αίθουσα ανάμονής. Μαθαίνουν όμως ότι η πτήση θα καθυστερήσει λίγο ακόμα καθώς οι πιλότοι δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη. Τέλος πάντων, μισή ώρα αργότερα ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης μπαίνουν από από την πίσω πόρτα και διασχίζοντας το διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις των επιβατών κατευθύνονται προς το πιλοτήριο. Ο κυβερνήτης κρατά ένα άσπρο μπαστούνι για τυφλούς και χτυπώντας το δεξιά κι αριστερά προχωρά τρεκλίζοντας, σκοντάφτοντας που και που στους επιβάτες. Ο συγκυβερνήτης με τη σειρά του κρατά από το λουρί ένα σκύλο-οδηγό. Και οι δύο φοράνε τεράστια μαύρα γυαλιά. Με τα χίλια ζόρια καταφέρνουν κι οι δύο να φτάσουν στο πιλοτήριο. Στην αρχή οι επιβάτες δεν αντιδρούν νομίζοντας ότι είναι απλά ένα αστείο. Σε λίγο όμως το αεροπλάνο βάζει μπροστά τους κινητήρες και κατευθύνεται στο διάδρομο απογείωσης. Οι επιβάτες αρχίζουν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον με κάποια ανησυχία, ψιθυρίζοντας μεταξύ τους και ψάχνοντας απεγνωσμένα τις αεροσυνοδούς να σιγουρευτούν. Το αεροπλάνο στο μεταξύ έχει πάρει θέση και απότομα αρχίζει να επιταχύνει. Οι επιβάτες αρχίζουν να πανικοβάλλονται. Μερικοί προσεύχονται και καθώς το αεροσκάφος πλησιάζει στο τέλος του διαδρόμου οι φωνές γίνονται ολοένα και πιο υστερικές. Στο τέλος, όταν το αεροπλάνο έχει δεν έχει 100 μέτρα πριν τελειώσει ο διάδρομος, οι φωνές ενώνονται σε μια ύστατη κραυγή αγωνίας, και καθώς όλοι έχουν κλείσει τα μάτια και ουρλιάζουν το αεροπλάνο σηκώνεται! Την ίδια στιγμή στο πιλοτήριο ο συγκυβερνήτης αναστενάζει ανακουφισμένος και λέει στον κυβερνήτη :
- Να ξέρεις ότι κάποια μέρα οι επιβάτες δεν πρόκειται να ουρλιάξουν και θα σκοτωθούμε όλοι εδώ μέσα.