Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Το lifting έχει γίνει πια πολύ της μόδας. Σαρώνουν βέβαια οι γυναίκες αλλά όχι μόνο ! Έτσι κι ο ήρωας μας, ένας 50ρης, επειδή διαπίστωνε ότι η φάτσα του τσίμπαγε λίγο προς το "σιτεμέ", πήρε την απόφαση και έσκασε ένα στρογγυλό ποσό στους αρμόδιους επιστήμονες και τον ... Σιδερώσανε δεόντως.
Ο γυφτικοσκεπαρνισμός του όμως τον έτρωγε. "Κάναμε τίποτα ;", σκεφτότανε, "Γιατί εδώ ακουμπήσαμε και παχυλό μπακοτσέτουλο !" Αμ έπος αμ έργον σταματά στο πρώτο περίπτερο:
- Ένα Rothmans μου δίνετε...;
Και ενώ ο περιπτεράς ασχολείται με τη συναλλαγή, ο άνθρωπός μας με ύφος ντεμί-κλανί του τη ρίχνει:
- Δε μου λες φίλε μου, πόσο χρονών με κάνεις;
Ο περιπτεράς, λίγο παραξενευμένος, τον κοιτάει εξεταστικά και του λέει:
- Γύρω στα 35
- Κι όμως είμαι 50 !, λέει ο τύπος όλος ενθουσιασμό
Παίρνει το πακέτο με τους καρκινοσωλήνες και επειδή η ματαιοδοξία είναι από τα ελαττώματα κατά συρροήν, χώνεται στο απέναντι Goodys, για ρεπετισιόν.
- Ένα Premier αλλαντικών και μια πατάτες !, ανακράζει στο "Εσείς εξυπηρετείστε ;" της μικράς μινιφορούσας
Και αμέσως μετά, πλησιάζοντας το ταμείο με ένα χαμόγελο στο πολύ δήθεν στυλ:
- Δεν μου λέτε δεσποινίς, πόσο με κάνετε;
- 30 με 35 - του απαντά η κοπέλα σκεπτόμενη:
"Πέσαμε σε μαλάκα !"
- Κι όμως δεσποινίς μου, ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΜΑΙ 50 ΧΡΟΝΩΝ!
Σε πελάγη ευτυχίας ο νάρκισσος μας, καταβροχθίζει τα φαγώσιμα και ψάχνει για την επόμενη επιβεβαίωση. Περπατάει μέχρι τη στάση του λεωφορείου του και εκεί βρίσκει μια μικροκαμωμένη γριούλα που περίμενε. Φυσικά η κλασική πια ερώτηση είναι αναπόφευκτη:
- Καλέ γιαγιούλα πες μου εσύ που έχεις πείρα, πόσο χρονών με κάνεις;
- Αγόρι μου έχω καταρράκτη και δε βλέπω καλά. Τι να σου πω; Είχα όμως από πάντα μια μέθοδο αλάνθαστη να βρίσκω την ηλικία ακριβώς.
- Τι μέθοδο γιαγιά;
- Να, άμα πιάσω τα παπάρια ενός άντρα και τα παίξω για 5 λεπτά μπορώ να πω με απόλυτη ακρίβεια την ηλικία του!
Τρελαμένος από περιέργεια ο τύπος και ελέγχοντας με μια γρήγορη ματιά ότι δεν τους βλέπει κανείς της λέει να βάλει το χέρι της μέσα στο βρακί του και να του παίξει τα παπάρια.
Η γριούλα, τον ξεκουμπώνει, χώνει το χέρι της και αρχίζει να του τα παίζει. Μετά από πέντε λεπτά του λέει:
- Εντάξει το βρήκα ! Είσαι ακριβώς 50 χρονών!
Του τύπου του κρεμάσαν τα σαγόνια και κοιτώντας την σα ροφός της λέει:
- Πως το βρήκες βρε γιαγιά ;!
- Ήμουνα στην ουρά πίσω από σένα στα Goodys.
Στο σχολείο η δασκάλα βάζει τα παιδάκια να γράψουν μια έκθεση με θέμα "Πώς πέρασα το καλοκαίρι". Ο Τοτός έγραψε:
- "Το καλοκαίρι πήγα στο χωριό του παππού μου. Ο παππούς μου έχει ένα μεγάλο κτήμα και πολλά ζώα. Έχει και μία άσπρη και μία μαύρη αγελάδα. Μια μέρα ήρθε ένας ταύρος και γάμησε την άσπρη αγελάδα."
Η δασκάλα σοκαρισμένη σκέφτεται να μην ξαναβάλει θέμα που θα θυμίσει στον Τοτό το κτήμα του παππού του. Κι έτσι βάζει έκθεση με θέμα "Η Πελοπόννησος".
Ο Τοτός γράφει:
- "Στην Πελοπόννησο είναι η Πάτρα. Κοντά στην Πάτρα είναι τα Καλάβρυτα. Στα Καλάβρυτα ο παππούς μου έχει ένα μεγάλο κτήμα με πολλά ζώα και έχει και δύο αγελάδες. Μια μέρα ήρθε ένας ταύρος και γάμησε την άσπρη αγελάδα."
Η δασκάλα αποφασίζει να μιλήσει στον Τοτό.
- "Τοτέ δεν κάνει να λες τέτοιες κακές λεξούλες"
- "Και πώς να το λέω;", της λέει απορημένος ο Τοτός.
- "Να λές έκανε μια έκπληξη στην άσπρη αγελάδα".
- "Καλά κυρία", απαντά ο Τοτός.
Η δασκάλα μη θέλοντας να το ριψοκινδυνέψει βάζει θέμα "Η Ευρώπη".
Ο Τοτός γράφει:
- "Στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα. Στην Ελλάδα είναι η Πελοπόννησος. Στην Πελοπόννησο είναι η Πάτρα. Κοντά στην Πάτρα είναι τα Καλάβρυτα. Στα Καλάβρυτα ο παππούς μου έχει ένα μεγάλο κτήμα με πάρα πολλά ζώα. Και έχει και δύο αγελάδες, μία άσπρη και μία μαύρη. Και μία μέρα ήρθε ένας ταύρος και έκανε μια έκπληξη στην άσπρη αγελάδα! Γάμησε την μαύρη!"
Ήταν η κοκκινοσκουφίτσα και ήθελε να πάει στη γιαγιά της, για να μη συναντήσει όμως τον κακό το λύκο πήγε από την εθνική οδό για να κάνει ωτοστόπ μπας και σταματήσει κάποιος χριστιανός να τη πάει μέχρι εκεί.
Κάνει λοιπόν την αρχή αλλά δεν σταματάει κανένας, ώσπου να σου μια φεράρι που σταματάει απότομα. ανοίγει την πόρτα και μπαίνει μέσα.
Ο τύπος που την οδηγούσε ήταν ένας νευρόσπαστος που άρχισε να της μιλάει άσχημα:
"Κλείσε την πόρτα μωρή! "η κοκκινοσκουφίτσα παρεξενεμένη και φοβισμένη την κλείνει.
Βάζει μπρος το αμάξι ο τύπος και φεύγουν. Στο δρόμο λοιπόν η κοκκινοσκουφίτσα άρχισε τις ερωτήσεις:
"Γιατί είστε τόσο νευρικός;"
"Γιατί έτσι γουστάρω" της απαντάει" δεν μπορεί, κάτι θα σας απασχολεί..." λέει εκείνη.
"Έχω και εγώ τα προβλήματα μου θα σκάσεις;"
"Και τι προβλήματα έχετε;" συνεχίζει "με τη δουλειά μου, θα το βουλώσεις μώρη σακαφιόρα και να με αφήσεις να οδηγήσω;"
Η κοκκινοσκουφίτσα περίεργη όπως ήταν συνέχισε δειλά να τον ρωτάει:
"Και τι δουλειά κάνετε;"
"Είμαι παραγωγός ραδιοφώνου θα σκάσεις;"
"Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;" συνεχίζει ακάθεκτη να τον ρωτάει"
Δεν βάζεις μυαλό εσύ ε; παίρνουν κάτι μαλακισμένα σαν και εσένα και κάνουν αφιερώσεις ευχαριστημένη;"
Σε κάποια φάση το αυτοκίνητο σταματάει κατεβαίνει ο τύπος πηγαίνει σε ένα δέντρο εκεί κοντά, κατεβάζει τα παντελόνια και της φωνάζει να πλησιάσει.
Η κοκκινοσκουφίτσα δειλά - δειλά πλησιάζει...
"Ξεκίνα!" της φωνάζει
"Τι να ξεκινήσω;" ρωτάει
"Έλα μη κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!"
Κοιτάει η κοκκινοσκουφίτσα με απορία και λέει:
"Επειδή είναι η πρώτη μου φόρα αν κάνω κάποιο λάθος δεν θα μου φωνάξετε εντάξει;"
"Ξεκίνα!" φωνάζει αγριεμένος.
Η κοκκινοσκουφίτσα το πιάνει, το κοιτάει.. και αρχίζει.:
"Φου! φου! καλά το κάνω;
Φου! φου! Αφιερώνω στη γιαγιά μου..."
Η νεαρά παρθένος θα έβγαινε ραντεβού για πρώτη φορά και συμβουλεύθηκε την γιαγιά της:
"Κάτσε εδώ κόρη μου, να σου πω εγώ για τα νεαρά αγόρια. Λοιπόν, θα προσπαθήσει να σε φιλήσει, θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Μετά θα προσπαθήσει να πιάσει το στήθος σου, θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Ύστερα θα προσπαθήσει να βάλει το χέρι του, ανάμεσα στα πόδια σου,θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Αλλά το πιο σημαντικό, θα θέλει να ανεβεί επάνω σου και να κάνει το κέφι του. Θα σου αρέσει, αλλά μην τον αφήσεις. Θα ατιμάσει την οικογένειά μας."
Πάει, λοιπόν, στο ραντεβού η μικρά και μετά ανυπόμονα ήθελε να τα πει όλα στην γιαγιά της:
"Γιαγιά όλα πήγαν όπως ακριβώς μου τα είπες. Αλλά δεν τον άφησα να ατιμάσει την οικογένειά μας.- Όταν προσπάθησε, τον αναποδογύρισα, ανέβηκα πάνω του, και ατίμασα εγώ την οικογένειά του."
Ένας παππούς είχε ένα 2όροφο σπίτι.
Σκέφτηκε λοιπόν να νοικιάσει τον πάνω όροφο για να έχει ένα ετξρά εισόδημα. Αφού έβαλε αγγελία στην εφημερίδα, μετά από μερικές ημέρες του απάντησαν κάτι φοιτητές. Όταν οι φοιτητές είδαν το σπίτι ενθουσιάστηκαν και ήθελαν να το νοικιάσουν. Ο παππούς συμφώνησε αλλά με μια προϋπόθεση να μην κάνουν φασαρία. Η συμφωνία έκλεισε και την επόμενη ημέρα οι φοιτητές μετακόμισαν στο σπίτι.
Το βράδυ, την ώρα που ο παππούς έπεσε για ύπνο και έλεγε ότι οι νοικάρηδες του ήταν ήσυχα παιδιά, άκουσε από πάνω μια μπάντα να παίζει. Πήρε το μπαστούνι του ανέβηκε σιγά-σιγά τη σκάλα και χτυπάει το κουδούνι.
- Τι έγινε ρε παιδιά; Σας είπα να μην κάνετε φασαρία και εσείς εδώ έχετε συναυλία!
- Μην ανησυχείς παππού. Δεν είναι τίποτα. Επειδή έχουμε ένα συγκρότημα και αύριο έχουμε μια συναυλία, κάνουμε τελευταία πρόβα για να παίξουμε καλά αύριο. Μετά τη συναυλία θα ηρεμήσουμε.
- Αν είναι έτσι εντάξει λέει ο παππούς και κατεβαίνει κάτω.
Την επόμενη ημέρα πάλι τα ίδια. Ξανανεβαίνει πάνω ο παππούς και τους ρωτάει τι έγινε. Οι φοιτητές δικαιολογήθηκαν λέγοντας ότι η συναυλία αναβλήθηκε για την επόμενη ημέρα και κάνουν τελευταία πρόβα.
Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβανόταν για 1 εβδομάδα, 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και πάντα η δικαιολογία ήταν ότι οι φοιτητές έχουν τελευταία πρόβα για την συναυλία που θα γίνει την επόμενη ημέρα.
Κάποια στιγμή ο παππούς σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω. Πέρασε 1 εβδομάδα, 2 εβδομάδες, 3 εβδομάδες και ο παππούς δεν έδωσε σημεία ζωής.
Κάποια στιγμή οι φοιτητές αναρωτήθηκαν τι έγινε ο παππούς, μήπως από τις αϋπνίες πέθαινε.
Έτσι αποφασίζουν να κατέβουν κάτω για να δουν μήπως έπαθε τίποτα ο παππούς.
Μπαίνουν μέσα στο σπίτι κοιτάνε στο σαλόνι, πουθενά ο παππούς. Κοιτάνε στο υπνοδωμάτιο πουθενά ο παππούς. Κοιτάνε στην κουζίνα πουθενά ο παππούς. Τέλος κοιτάνε και στο μπάνιο.
Εκεί βλέπουν τον παππού να κάθετε στην τουαλέτα και τραβάει μαλακία.
- Ρε παππού, δεν ντρέπεσαι στην ηλικία σου να τραβάς μαλακία;
- Δεν είναι τίποτα παιδιά μου τελευταία πρόβα είναι. Αύριο θα ανέβω επάνω να γα**σω!
Γράμμα στο γιό:
Καλέ μου γιε,
Σου γράφω σιγά γιατί ξέρω πως δε μπορείς να διαβάσεις γρήγορα. Δε μένουμε
Εκεί
Που μέναμε παλιά. Ο μπαμπάς σου διάβασε στην εφημερίδα ότι τα περισσότερα
Ατυχήματα γίνονται μέσα σε 20 χιλιόμετρα από το σπίτι και έτσι μετακομίσαμε.
Δε
Μπορώ να σου στείλω τη διεύθυνση γιατί η τελευταία οικογένεια που έμενε εδώ
Πήρε
Μαζί της τα νούμερα για να μην αλλάξουν διεύθυνση.
Το καινούριο σπίτι έχει και πλυντήριο. Την πρώτη μέρα έριξα τέσσερα
Πουκαμισά
Τράβηξα το χερούλι και δεν τα ξαναείδαμε από τότε. Έβρεξε δυο φορές την
Τελευταία εβδομάδα εδώ. Τρεις μέρες την πρώτη και τέσσερις τη δεύτερη. Το
Παλτό
Που ήθελες να σου στείλω, η θεία σου είπε ότι θα είναι βαρύ για το
Ταχυδρομείο
Με όλα αυτά τα κουμπιά, και έτσι τα κόψαμε και τα βάλαμε στην τσέπη για να
Τα
Βρεις.
Η οικογένεια είναι καλά. Ο πατέρας σου έχει μια υπεύθυνη δουλεία. Να
Φανταστείς
500 άτομα είναι από κάτω του. Κόβει το γρασίδι στο νεκροταφείο. Η αδελφή σου
Έκανε παιδί σήμερα το πρωί. Δεν έμαθα αν είναι αγόρι ή κορίτσι και έτσι δεν
Ξέρω
Αν είσαι θείος ή θεία. Πήραμε τις προάλλες ένα λογαριασμό από το
Νεκροταφείο.
Έλεγε ότι αν δε πληρώσουμε τη τελευταία δόση για το τάφο της γιαγιάς θα μας
Την
Επιστρέψουν.
Τα δυσάρεστα τώρα. Τρεις φίλοι σου πέσανε με το φορτηγάκι από τη γέφυρα. Ο
Βασίλης οδηγούσε ο Γιώργος και ο Γιάννης ήταν πίσω στο ανοιχτό. Ο Βασίλης
Σώθηκε
Κατέβασε το παράθυρο και κολύμπησε στην ακτή αλλά οι άλλοι δυο πνίγηκαν. Δεν
Μπορούσαν να κατεβάσουν την πορτούλα για να φύγουν. Ο θείος σου έπεσε σε ένα
Βαρέλι με ουίσκι. Μερικοί προσπάθησαν να τον βγάλουν αλλά τους έδιωξε όλους
Και
Πνίγηκε.
Όχι πολλά νέα αυτή τη φορά. Τίποτα σημαντικό δεν έγινε. Να μας γράφεις πιο
Συχνά.
Με αγάπη
Η μαμά σου.
ΥΓ. Θα σου έστελνα λεφτά αλλά ο φάκελος ήταν ήδη κλειστός.
Πριν μερικά χρόνια οι " κυρίες " των " κόκκινων φαναριών " περνούσαν κάθε μήνα από υγειονομικό έλεγχο .
Είχε φτάσει η συγκεκριμένη μέρα και όλα τα " κορίτσια " είχαν μαζευτεί έξω από το γραφείο του γιατρού και περίμεναν τη σειρά τους . Περνάει τυχαία έξω από το ιατρείο μια γριά , βλέπει τα "κορίτσια " μαζεμένα και ρωτάει μία .
- Τι γίνεται κορίτσι μου εδώ και είστε όλες μαζεμένες . Επειδή η κοπέλα ντράπηκε να της πει την αλήθεια της λέει :
- Καραμέλες μοιράζουν γιαγιά . Τότε λέει και η γιαγιά :
- Θα μείνω κι εγώ να πάρω . Και έμεινε στην ουρά . Μετά από λίγη ώρα έρχεται και της γιαγιάς η σειρά . Μόλις τη βλέπει ο γιατρός γουρλώνει τα μάτια του και γεμάτος έκπληξη τη ρωτάει .
- Κι εσύ γιαγιά ; Και η γιαγιά :
- Γιατί παιδάκι μου δεν έχω ψυχή εγώ ; - Ναι βρε γιαγιάκα αλλά εσύ δεν έχεις ούτε δόντια .
- Δεν πειράζει παιδάκι μου εγώ τις γλύφω .
Τσακώνει τον Τοτό ο πατέρας του να τραβάει μαλ**κία και τον αρχίζει στα βρισίδια:
- "Ρε που****παιδο, πάλι μαλ**κία τραβάς, δεν σου είπα να μην σε ξαναπιάσω να τον παίζεις;"
- "Αφού ρε πατέρα δεν μου δίνεις λεφτά να πάω στις που**νες τι θες να κάνω;"
Δίνει ο πατέρας του Τοτού ένα πεντοχίλιαρο να πάει στις που**νες. Στο δρόμο ο Τοτός βλέπει την γιαγιά του και του λέει:
- "Που πας Τοτέ μου και τρέχεις;"
- "Ο πατέρας μου έδωσε ένα πεντοχίλιαρο να πάω στις που**νες"
- "Τι λες ρε μα****σμένο που θα πας να δώσεις ένα πεντοχίλιαρο της ξένης γυναίκας να την γα**σεις, γιατί δεν γα*** εμένα να κρατήσεις και το πεντοχίλιαρο;"
Ο Τοτός γαμ***ι την γιαγιά του και το βράδυ που πάει σπίτι του λέει στον πατέρα του αυτά που έγιναν. Πιάνει ο πατέρας τον Τοτό και τον πλακώνει στο ξύλο και του λέει:
- "Ρε που*****παιδο την μάνα μου πήγες και γαμ**σες;"
Και ο Τοτός του λέει:
- "Γιατί όταν γ**μάς εσύ την δικιά μου σου λέω εγώ τίποτα;"
Πάει ένας γέρος 97 χρονών στο ασφαλιστήριο και λέει στον ασφαλιστή:
- "Καλημέρα παιδί μου. Θα ήθελα να κάνω μια ασφάλεια ζωής."
Απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Συγγνώμη για την αδιακρισία, αλλά την θα την κάνετε την ασφάλεια ζωής;"
- "Ξέρεις παιδί μου, θα ταξιδέψω με τον πατέρα μου στην Ευρώπη."
Ακόμη πιο απορημένος ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πάλι συγγνώμη, αλλά πόσο χρονών είναι ο πατέρας σας;"
- "127."
- `127; Και τι θα κάνετε στην Ευρώπη;"
Απαντάει ο παππούς:
- "Θα πάμε στον γάμο του παππού μου."
Σοκαρισμένος πια ο ασφαλιστής, ρωτάει:
- "Και πόσο χρονών είναι ο παππούς σας;"
- "Είναι... Α! 150."
Και ο ασφαλιστής, περιμένοντας να ακούσει ο,τιδήποτε πια, ρωτάει:
- "Μα καλά, του παππού σας σ`αυτήν την ηλικία του ήρθε να παντρευτεί;"
- "Μαλακίες μωρέ, τον πιέζουν οι γονείς του!"
Η δασκάλα του Τοτού ρωτάει τους μαθητές της:
- "Θέλω να μου φτιάξετε μια πρόταση που να έχει μέσα τη λέξη μάλλον."
Σηκώνει το χέρι η Ελενίτσα.
- "Πες μας Ελενίτσα," λέει η δασκάλα.
- "Χθες πήγαμε με τους γονείς μου σε μια ταβέρνα, μάλλον πεινούσαμε."
- "Μπράβο Ελενίτσα," λέει η δασκάλα.
Σηκώνει το χέρι ο Κωστάκης.
- "Πες μας Κωστάκη," λέει η δασκάλα.
- "Προχθές πήγα με την οικογένεια μου στη παραλία, μάλλον έκανε ζέστη."
- "Μπράβο Κωστάκη," λέει η δασκάλα.
Απ` το τελευταίο θρανίο ο Τοτός σηκώνει το χέρι:
- "Κυρία, κυρία να πω και εγώ;"
- "Πες Τοτέ," λέει η δασκάλα.
- "Πριν μια βδομάδα πήγαμε με τους γονείς μου στο χωριό. Ξαφνικά βλέπω τη γιαγιά μου να βουτάει τους Ταϊμς του Λονδίνου και να ανηφορίζει το βουνό.
Μάλλον πήγαινε για χέσιμο,... γιατί η γιαγιά μου δεν ξέρει αγγλικά!"
Μια γιαγιά είχε δύο εγγόνια. Το ένα ήταν καλό παιδί και την αγαπούσε πάρα πολύ. Το άλλο όμως ήταν κακό και πονηρό και δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Μια μέρα λοιπόν πάει η γιαγιά να βρει το καλό της εγγονάκι, μπαίνει στο ασανσέρ, πατά το κουμπί, αλλά γίνεται διακοπή ρεύματος και κλείνεται μέσα.
Αμέσως, ο εγγονός της καλεί την πυροσβεστική και η γιαγιά απεγκλωβίζεται. Την άλλη μέρα βλέπει έξω από το σπίτι του ένα opel astra με ένα σημείωμα:
- Με αγάπη, η γιαγιά σου.
Μια άλλη μέρα, πάει η γιαγιά να βρει τον άλλο της εγγονό. Μπαίνει στο ασανσέρ, αλλά και πάλι για κακή της τύχη κλείνεται μέσα. Τότε το κακό εγγόνι, κόβει τα καλώδια του ασανσέρ, το ασανσέρ πέφτει και η γιαγιά συνθλίβεται!
Την άλλη μέρα, λοιπόν, βλέπει έξω από το σπίτι του μια Porsche παρκαρισμένη, με το σημείωμα:
- Με αγάπη, o παππούς σου..!