Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Ήταν 2 πούστηδες μέσα σε ένα αεροπλάνο που πέταγε νύχτα. Αφού περνάει λίγη ώρα πτήσης, ο ένας πούστης λέει στον άλλον:
- Έλα να το κάνουμε!
Ο άλλος, πιο ντροπαλός, απαντάει:
- Μα είμαστε μέσα σε αεροπλάνο και θα μας δούνε, άσε που ντρέπομαι κιόλας.
Ο άλλος προσπαθώντας να τον πείσει του λέει:
- Θα πάς και θα ζητήσεις από κάθε επιβάτη μια τσίχλα και αν δεν απαντήσει κανείς σημαίνει ότι κοιμούνται όλοι και θα το κάνουμε!
Έτσι κι έγινε. Πάει ο άλλος και ζητάει τσίχλα αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται και έτσι το κάνανε! Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο, όπως συνηθίζεται, η αεροσυνοδός ρωτάει τους επιβάτες πως ήταν η πτήση. Όταν έφτασε η σειρά των πούστηδων, αυτοί απάντησαν κατενθουσιασμένοι πως ήταν υπέροχα!
Όταν στο τέλος ρώτησαν έναν παππούλη, που καθόταν στην τελευταία θέση, εκείνος απάντησε:
- Ωραία ήταν αλλά με πόναγε λίγο το κεφάλι μου.
Η αεροσυνοδός απάντησε:
- Γιατί παππού δεν ζήτησες μια ασπιρίνη; Όλο και κάποιος επιβάτης θα είχε.
Και ο παππούς με περίεργο ύφος απαντάει:
- Τι λες κορίτσι μου, εδώ ο άλλος μια τσίχλα ζήτησε και τον γαμήσανε, εγώ ασπιρίνη θα ζητήσω;
Η γιαγιούλα η καημένη πλησίαζε τα 80 και για να έχει ήσυχο το κεφάλι της κάλεσε μια μέρα ένα δικηγόρο στο σπίτι της για να του υπαγορεύσει τη διαθήκη της.
Ερχεται λοιπόν ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και βγάζοντας ένα μπλοκ και στυλό, κάθεται απέναντί της στο καναπέ του σαλονιού και αρχίζει να γράφει ότι του έλεγε η γιαγιά.
Ρίχνοντας μια ματιά στο τραπέζι μπροστά του βλέπει ένα μεγάλο μπωλ με αμύγδαλα.
- Μπορώ να πάρω κανένα; ρωτάει με ευγένεια την ηλικιωμένη γυναίκα.
- Και το ρωτάς αγόρι μου; Οσα θέλεις να πάρεις, του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.
Αρχίζει λοιπόν κι ο φίλος μας να τρώει τα αμυγδαλάκια το ένα μετά το άλλο. Πέρασε καμμιά ώρα με την υπαγόρευση και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα είχε φάει τελικά όλα.
- Χίλια συγγνώμη που σας τα έφαγα όλα τα αμύγδαλα, της είπε με απολογητικό ύφος ο δικηγόρος. Ξέρετε είχα σκοπό να φάω μόνο ένα δύο, αλλά παρασύρθηκα.
- Μη το σκέφτεσαι καθόλου αγόρι μου, του απάντησε γλυκά η γιαγιούλα. Αλλωστε από τότε που έβαλα μασέλα, δεν μπορώ εγώ να τα φάω. Μόνο τη σοκολάτα απέξω γλείφω και τα ξαναβάζω στο μπωλ.
Η γιαγιά του Γρηγόρη ήτανε μια πρόσφατη χήρα που δεν είχε κανέναν στον κόσμο τώρα εκτός από την κόρη και τον εγγονό της. Γι αυτό η κόρη της (η μητέρα του Γρήγορη) την πήρε να μείνει μαζί τους... Περνούσε ο καιρός και μια μέρα η γιαγιά είπε στην κόρη της ότι ένιωθε πολύ μόνη και ότι κάτι έπρεπε να κάνει… Τότε εκείνη, αφού σκέφτηκε για λίγο, απευθυνόμενη στον Γρηγόρη του λέει:
- Γιε μου μπορείς να μάθεις τη γιαγιά πως να μπαίνει στο internet … για να μην νιώθει μόνη;
- Ρε μάνα η γιαγιά ξεχνάει ότι της πεις μέσα σε λίγα λεπτά… γι αυτό άδικα θα χάσουμε χρόνο!
Αφού στο τέλος τον έπεισε... Την επόμενη μέρα άρχισαν τα βασικά μαθήματα για internet και υπολογιστές...
- Γιαγιά αυτό είναι μια οθόνη... Αυτό είναι το πληκτρολόγιο και αυτό είναι ένα ποντίκι...
- Ααα! Ναι; μα στην πολυκατοικία μας επιτρέπεται να έχουμε κατοικίδια;
Μια βδομάδα αργότερα η γιαγιά ρωτάει τον Γρηγόρη...
- Κώστα!
- Τι θες μωρή γιαγιά; Ο Γρηγόρης είμαι!
- Γιατί αυτός ο κύριος γδύνεται;
- Γιατί έχεις μπει πάλι σε πορνό site! Γι αυτό!
Ένας παππούς 80 χρονών πάει στο γιατρό για γενικό τσεκάπ, και ο γιατρός τον ρωτάει:
- Πώς αισθάνεστε;
- Ποτέ δεν ένοιωσα καλύτερα! Είμαι παντρεμένος με μια 25χρονη, με την οποία περνάω θαυμάσια, και μάλιστα είναι και έγκυος! Μου ετοιμάζει παιδί!
Ο ιατρός αφού τον κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα σκεπτικός, του λέει:
- Να σας πω μια ιστορία... Ήταν ένας φίλος μου κυνηγός, ο οποίος καθώς έφευγε από το σπίτι του, αντί να πάρει το όπλο του, πήρε την ομπρέλα. Αφού περπατούσε για κάμποση ώρα στο δάσος, είδε μπροστά του ξαφνικά μια τεράστια αρκούδα. Σηκώνει λοιπόν την ομπρέλα του και κάνει να πυροβολήσει, αλλά ΦΡΑΠ! ανοίγει η ομπρέλα. Παρόλα αυτά η αρκούδα έπεσε κάτω νεκρή, τέζα!
- Αποκλείεται! φωνάζει ο παππούς. Κάποιος άλλος την πυροβόλησε!
- Και εγώ βασικά εκεί το πήγαινα... του λέει και ο γιατρός.
Πάει ένας εικοσάρης για ψάρεμα δίπλα σε έναν παππού ογδοντάρη. Μετά από δύο ώρες το καλάθι του παππού τίγκα στο ψάρι ενώ του εικοσάρη ούτε λέπι!
- Παππού, τον ρωτάει, τι δόλωμα βάζεις;
- Γαρίδα, παιδί μου, απαντάει ο παππούς.
Την άλλη μέρα, νάσου πάλι o εικοσάρης φορτωμένος με γαρίδες, αλλά πάλι ούτε λέπι, ενώ ο παππούς τίγκα στο ψάρι!
- Παππού τι δόλωμα βάζεις; ξαναρωτά ο εικοσάρης.
- Μαρίδα, παιδί μου, απαντά ο παππούς.
- Και πως ξέρεις ποιά μέρα τα ψάρια θα τσιμπήσουν με γαρίδα
Και ποια μέρα με μαρίδα;
- Α, είναι πολύ απλό! Όταν σηκώνομαι το πρωί και η τσουτσού μου γερνει δεξιά, βάζω γαρίδα, άμα γέρνει αριστερά, βάζω μαρίδα. Εσένα άμα ξυπνάς το πρωί, πως είναι η τσουτσού σου;
- Εμένα είναι όρθια, απαντάει ο εικοσάρης.
Κι ο παππούς:
- Καλά μαλάκας είσαι τότε και έρχεσαι για ψάρεμα;