Ανέκδοτα για παππούδες και γιαγιάδες

Ένας τύπος δουλεύει στο ταχυδρομείο, στο τμήμα που επεξεργάζεται γράμματα που έχουν σταλεί σε λανθασμένες διευθύνσεις και άγνωστους παραλήπτες.
Μια μέρα, βλέπει ένα γράμμα με διεύθυνση "Προς τον Θεό".
Αυτό πρέπει να το διαβάσω, σκέφτηκε... Για να δούμε τι λέει!
Ανοίγει το γράμμα και διαβάζει.
"Αγαπητέ Θεούλη, σου ζητώ απεγνωσμένα τη βοήθεια σου. Είμαι μια γριούλα 87 ετών που παίρνω μια πενιχρή σύνταξη που τσίμα τσίμα με φτάνει να τα φέρω βόλτα.
Χτες στο τρόλεϊ μου κλέψανε την τσάντα μου με 100 ευρώ μέσα. Ήταν τα τελευταία λεφτά που είχα για να περάσω μέχρι να έρθει η σύνταξη του άλλου μήνα, την άλλη βδομάδα είναι Πάσχα και μάζευα αυτά τα λεφτά πόσους μήνες για να αγοράσω λαμπάδες και δώρα στα εγγονάκια μου.
Δεν έχω άλλα λεφτά στην τράπεζα και δεν έχω κανέναν να μου δανείσει, και άμα δεν τους πάρω δώρα θα στενοχωρηθούν πάρα πολύ γιατί περιμένουν πως και πως όλο το χρόνο.
Σε παρακαλώ αν θα μπορούσες να με βοηθήσεις κι εγώ θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω..."
Ο υπάλληλος κατασυγκινήθηκε και άρχισε να διαβάζει το γράμμα σε όλους τους συναδέλφους του στο ταχυδρομείο. Όλοι στενοχωρήθηκαν και αποφάσισαν να ξηλωθούν και να βάλουν ό,τι μπορεί ο καθένας και τελικά όλοι μαζί κατάφεραν και συγκέντρωσαν 96 ευρώ.
Τα έβαλαν στο φάκελο και τα ταχυδρόμησαν στη γιαγιά, και μετά επέστρεψαν στη δουλειά τους έχοντας αυτή την θερμή και όμορφη αίσθηση πως έκαναν μια όμορφη, χριστιανική πράξη για το Πάσχα.
Την επόμενη βδομάδα έφτασε νέο γράμμα από τη γριούλα, πάλι με παραλήπτη το
Όλοι οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου μαζεύτηκαν μέσα στην αγωνία για να διαβάσουν την απάντηση.
"Αγαπητέ Θεέ,
Πώς να σε ευχαριστήσω για το καλό που μου έκανες...;
Με τα λεφτά που μου έστειλες πήρα δώρα και λαμπάδες και πασχαλινά αυγά στα εγγονάκια μου και χάρηκαν πάρα πολύ. Περάσαμε πολύ όμορφα χάρις στο δώρο που μου έκανες από αγάπη. Θα σου ανάβω ένα κεράκι κάθε βδομάδα για να σε ευχαριστήσω.
Αιώνια η βασιλεία Σου.
Υ. Γ. Παρεμπιπτόντως, λείπανε 4 ευρώ από το φάκελο. Νομίζω πως τα βουτήξανε αυτά τα καθάρματα που δουλεύουν στο ταχυδρομείο... Τους ξέρω εγώ τι αληταράδες είναι!"
Κάποιος παππούς πεθαίνει στο Μόναχο και αφήνει ευχή και κατάρα στα παιδιά του να τον θάψουν στην πατρίδα του, την Συκιά Χαλκιδικής.
Επειδή η γραφειοκρατία και στην γερμάνια κάνει κάποιες μέρες συν μια 6ημερη απεργία της ολυμπιακής αναγκάζουν τα παιδιά του να τον ταριχεύσουν. Όταν με το καλό φτάνει στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης τον περιμένει το κοράκι ελαφρώς πιωμένο. Τον φορτώνει χωρίς συνοδεία φυσικά βάζει και τον Ζαφείρη Μελά στο μαγνητόφωνο λογά σούρας συν καψούρας (ο χειρότερος συνδυασμός) και πλακώνεται 140 150 160. Έξω από τον αρμενιστή στην ανηφόρα ανοίγει η πίσω πόρτα και φεύγει το φέρετρο μαζί με τον πάππου και τα λουλούδια. Κατρακυλώντας πέφτει στην θάλασσα πάνω από έναν ψαροντουφεκά. Τον βλέπει ο δύτης τον παίρνει για κάποιο μεγάλο ψαρί και τον κτυπάει με το ψαροντούφεκο. Όταν βλέπει το λάθος του τι να κάνει τον βγάζει στην ακτή βλέπει ένα άδειο Ντάτσουν τον κρύβει στην καρότσα και φεύγει. Κάποια στιγμή έρχεται ο κάτοχος του Ντάτσουν φυσικά παίρνει χαμπαρι τι έχει στην καρότσα. Στον δρόμο για το χωριό τον ξεφορτώνει σε μια κλειστή στροφή πάνω στην διπλή γραμμή. Όπως είναι επόμενο λόγω καντεμιάς του πάππου έρχεται μια νταλίκα τον βλέπει τελευταία στιγμή φρένα κλαπέτα δεν το πρόλαβε 40 τόνοι 16 τροχοί πάνω από τον παππού. Ο νταλικέρης ψάχνει με σι μπι το κοντινότερο κέντρο υγείας και με κόρνες φώτα τον μεταφέρει εκεί. Ορμάνε οι τραυματιοφορείς το κουβαλάνε μέσα και ο νταλικέρης περιμένει έξω όλο αγωνιά. Σε 2 ώρες βγαίνει ο γιατρός με την πράσινη ποδιά τον σκούφο την μάσκα πιάνει τον νταλικέρη από τον ώμο και λέει:
- «Έκανα ότι μπορούσα δέκα λεπτά πιο νωρίς αν το είχα θα τον έσωνα.»*Μου το διηγήθηκε γιατρός από το Πλαγιάρι
Στην τάξη του Τοτού ζητήθηκε να γράψουν μια έκθεση με τίτλο "Ένας περίπατος στην εξοχή".
Όταν τελείωσαν, η δασκάλα διάβασε φωναχτά τις εκθέσεις. Ήρθε κι η σειρά της έκθεσης του Τοτού. "Ο παππούς μου έχει ένα αγρόκτημα που εκεί πηγαίνω περίπατους. Ο αέρας είναι καθαρός, ο ήλιος λάμπει, τα λουλούδια ευωδιάζουν..." κτλ. "Έχουμε και δυο κατσίκες. Μια άσπρη και μια καφέ. Έχουμε κι έναν ταύρο. Χθες ο ταύρος γα**σε την άσπρη κατσίκα..."
- Τοτέ! Τι είναι αυτά;
- Μα κυρία...
- Αλλη φορά να λες "έκανε ένα δώρο στην άσπρη κατσίκα."
- Εντάξει.
Στην τάξη του Τοτού ζητήθηκε να γράψουν μια έκθεση με τίτλο "Ένας περίπατος στην εξοχή". Όταν τελείωσαν, η δασκάλα διάβασε φωναχτά τις εκθέσεις. Ήρθε κι η σειρά της έκθεσης του Τοτού. "Ο παππούς μου έχει ένα αγρόκτημα που εκεί πηγαίνω περίπατους. Ο αέρας είναι καθαρός, ο ήλιος λάμπει, τα λουλούδια ευωδιάζουν..." κτλ. "Έχουμε και δυο κατσίκες. Μια άσπρη και μια καφέ. Έχουμε κι έναν ταύρο. Χθες ο ταύρος γα**σε την άσπρη κατσίκα..."
- Τοτέ! Τι είναι αυτά;
- Μα κυρία...
- Αλλη φορά να λες "έκανε ένα δώρο στην άσπρη κατσίκα.".
- Εντάξει.
Την άλλη εβδομάδα πάλι ζητήθηκε να γράψουν μια έκθεση με τίτλο "Ένα αγρόκτημα". Όταν τελείωσαν, η δασκάλα διάβασε φωναχτά τις εκθέσεις. Ήρθε κι η σειρά της έκθεσης του Τοτού. "Ο παππούς μου έχει ένα αγρόκτημα που εκεί πηγαίνω περίπατους. Ο αέρας είναι καθαρός, ο ήλιος λάμπει, τα λουλούδια ευωδιάζουν..." κτλ. "Έχουμε και δυο κατσίκες. Μια άσπρη και μια καφέ. Έχουμε κι έναν ταύρο. Χθες ο ταύρος έκανε ένα δώρο στην άσπρη κατσίκα... γα**σε την καφέ!
Πηγαίνει υπερήλικας κύριος σε ασφαλιστικό γραφείο. Τον υποδέχεται ένας υπάλληλος:
- Καλημέρα. Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
- Θα ήθελα να κάνω μία ασφάλεια ζωής.
- Σε τέτοια ηλικία; Και πόσων χρονών είστε;
- Ε, δε θα χω πατήσει τώρα τα 96;
Παραξενεύεται ο ασφαλιστής.
- Γιατί θέλετε ασφάλεια;
- Ταξιδεύω στο εξωτερικό με τον πατέρα μου και, ξέρετε, να χουμε το κεφάλι μας ήσυχο.
- Και πόσων χρονών είναι ο πατέρας σας;
- Ε,δε θα χει πιάσει τα 143;
Κοπανάει το κεφάλι του στο γραφείο ο ασφαλιστής.
- Αν επιτρέπεται, γιατί ταξιδεύετε έξω;
- Παντρεύεται ο παππούς μου και πάμε στο γάμο.
- Και... πόσο είναι ο παππούς σας;
- Κλείνει τα 185 σε ένα μήνα.
Ο ασφαλιστής έχει καβαλήσει το περβάζι κι είναι έτοιμος να φουντάρει από το παράθυρο.
- Και γιατί παντρεύεται;
- Βλακείες μωρέ! Τον πιέζουν οι γονείς του!
Πηγαίνει ένας 97χρονος στον ασφαλιστή και του λέει:
- Γεια σας. Θα ήθελα να κάνω μια ασφάλεια ζωής!
Του απαντάει ο ασφαλιστής σοκαρισμένος:
- Τί λέτε, κύριέ μου; Πόσο χρονών είστε;
- 97 χρόνων!
- Και τί τη θέλετε την ασφάλεια ζωής;
- Ε, να, θέλω να πάω ένα ταξίδι στο εξωτερικό με τον πατέρα μου!
Ο ασφαλιστής τον κοιτάει με γουρλομένα μάτια και του λέει:
- Τί λέτε, κύριε μου; Πόσο χρονών είναι ο πατέρας σας;
- Κλείνει τα 125 τον άλλο μήνα.
- Και τί θα κάνετε με τον πατέρα σας στο εξωτερικό;
- Θα πάμε να δούμε το γάμο του παππού μου!
Ο ασφαλιστής χτυπάει το κεφάλι του στο γραφείο και λέει:
- Τί λέτε, κύριέ μου; Πόσο χρονών είναι ο παππούς σας;
- Κλείνει τα 140 την άλλη εβδομάδα!
Ο ασφαλιστής είναι πια στα πρόθυρα νευρικής κρίσης:
- Και γιατί παντρεύεται ο παππούς σας σε τέτοια ηλικία;
Και ο γέρος απαντά:
- Να μωρέ, τον αναγκάζουν οι γονείς του!...
Ήταν 2 πούστηδες μέσα σε ένα αεροπλάνο που πέταγε νύχτα. Αφού περνάει λίγη ώρα πτήσης, ο ένας πούστης λέει στον άλλον:
- Έλα να το κάνουμε!
Ο άλλος, πιο ντροπαλός, απαντάει:
- Μα είμαστε μέσα σε αεροπλάνο και θα μας δούνε, άσε που ντρέπομαι κιόλας.
Ο άλλος προσπαθώντας να τον πείσει του λέει:
- Θα πάς και θα ζητήσεις από κάθε επιβάτη μια τσίχλα και αν δεν απαντήσει κανείς σημαίνει ότι κοιμούνται όλοι και θα το κάνουμε!
Έτσι κι έγινε. Πάει ο άλλος και ζητάει τσίχλα αλλά κανείς δεν ανταποκρίνεται και έτσι το κάνανε! Μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο, όπως συνηθίζεται, η αεροσυνοδός ρωτάει τους επιβάτες πως ήταν η πτήση. Όταν έφτασε η σειρά των πούστηδων, αυτοί απάντησαν κατενθουσιασμένοι πως ήταν υπέροχα!
Όταν στο τέλος ρώτησαν έναν παππούλη, που καθόταν στην τελευταία θέση, εκείνος απάντησε:
- Ωραία ήταν αλλά με πόναγε λίγο το κεφάλι μου.
Η αεροσυνοδός απάντησε:
- Γιατί παππού δεν ζήτησες μια ασπιρίνη; Όλο και κάποιος επιβάτης θα είχε.
Και ο παππούς με περίεργο ύφος απαντάει:
- Τι λες κορίτσι μου, εδώ ο άλλος μια τσίχλα ζήτησε και τον γαμήσανε, εγώ ασπιρίνη θα ζητήσω;
Η γιαγιούλα η καημένη πλησίαζε τα 80 και για να έχει ήσυχο το κεφάλι της κάλεσε μια μέρα ένα δικηγόρο στο σπίτι της για να του υπαγορεύσει τη διαθήκη της.
Ερχεται λοιπόν ένας νεαρός γύρω στα τριάντα και βγάζοντας ένα μπλοκ και στυλό, κάθεται απέναντί της στο καναπέ του σαλονιού και αρχίζει να γράφει ότι του έλεγε η γιαγιά.
Ρίχνοντας μια ματιά στο τραπέζι μπροστά του βλέπει ένα μεγάλο μπωλ με αμύγδαλα.
- Μπορώ να πάρω κανένα; ρωτάει με ευγένεια την ηλικιωμένη γυναίκα.
- Και το ρωτάς αγόρι μου; Οσα θέλεις να πάρεις, του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.
Αρχίζει λοιπόν κι ο φίλος μας να τρώει τα αμυγδαλάκια το ένα μετά το άλλο. Πέρασε καμμιά ώρα με την υπαγόρευση και συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι τα είχε φάει τελικά όλα.
- Χίλια συγγνώμη που σας τα έφαγα όλα τα αμύγδαλα, της είπε με απολογητικό ύφος ο δικηγόρος. Ξέρετε είχα σκοπό να φάω μόνο ένα δύο, αλλά παρασύρθηκα.
- Μη το σκέφτεσαι καθόλου αγόρι μου, του απάντησε γλυκά η γιαγιούλα. Αλλωστε από τότε που έβαλα μασέλα, δεν μπορώ εγώ να τα φάω. Μόνο τη σοκολάτα απέξω γλείφω και τα ξαναβάζω στο μπωλ.
Σε μια δεξίωση τρεις κύριες όρθιες συζητούν για τη μόδα στα γάντια.
- Στο Λονδίνο που ήμουν την περασμένη εβδομάδα, λέει η πρώτη, τα γάντια ήταν τα περισσότερα μαύρα και οι γυναίκες τα φορούσαν μέχρις... Εδώ, και με το ένα χέρι δείχνει τον αγκώνα του αλλού χεριού..
- Αχ, μη μου πεις, απαντάει η δεύτερη, εγώ τον περασμένο μήνα είδα στο Παρίσι να τα φορούν μέχρις εεεδω, και δείχνει μια μέση απόσταση στο χέρι της από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα...
- Καλέ τι λέτε τώρα; πετάγεται και η τρίτη, εγώ ξέρω ότι σήμερα όλες οι γυναίκες φορούν γάντια μαύρα αλλά και χρωματιστά και μάλιστα μέχρις... εεεδω, και δείχνει με το χέρι της λίγο πιο πάνω από τον καρπό...
Λίγο παραπέρα κάθεται μια γιαγιά που τις βλέπει να κάνουν αυτές τις χειρονομίες αλλά δεν... ακούει τι λένε. Σηκώνεται, πλησιάζει και αυτή στην παρέα και λέει:
- Κοριτσάκια μου, ακουστέ με και μένα που έχω περισσότερη πείρα... Δεν έχει σημασία το μέγεθος... Αυτό που έχει σημασία είναι να είναι καλό παιδί!
Ήταν ένας Ιταλός, ένας Αγγλος και ένας Κυπραίος σε ένα αεροπλάνο. Το αεροπλάνο έπεφτε, και η μόνη λύση ήταν να ρίξουν καθένας από κάτι μήπως και σωζόντουσαν.
Πάει ο Ιταλός ρίχνει ένα πιστόλι.
Μετά πάει ο Αγγλος ρίχνει ένα μαχαίρι.
Στο τέλος πάει ο Κυπραίος και ρίχνει μια βόμβα.
Επιζούν και οι τρεις, πάει ο Ιταλός σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να κλαίει:
- Γιαγιά γιατί κλαις;
- Να, έπεσε ένα πιστόλι από τον ουρανό, και ήταν γεμάτο, και εκπυρσοκρότησε και σκότωσε τον παππού σου.
Πάει ο Αγγλος σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να κλαίει:
- Γιαγιά γιατί κλαις;
- Να, έπεσε ένα μαχαίρι από τον ουρανό και μαχαίρωσε τον παππού σου.
Πάει και ο Κυπραίος σπίτι του και βλέπει την γιαγιά του να γελάει:
- Γιαγιά γιατί γελάς;
- Να, έκλασε ο παππούς σου, και γκρεμίστηκε η παράγκα!