Skip to main content
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης στην οποία έμενε. Μια μέρα τον συνάντησε ένας φίλος του και του λέει:
- Εντάξει ρε συ έχεις πάει με όλες τις γυναίκες της πόλης μας αλλά αυτό δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Με την βασιλοπούλα δεν θα μπορούσες να πας ποτέ.
- Πάμε ένα στοίχημα; λέει αυτός.
- Πάμε, του λέει ο φίλος του.
Την άλλη μέρα λοιπόν το πρωί πηγαίνει στο παλάτι και παρουσιάζεται σαν μάγειρας.
Τον βλέπει ο βασιλιάς και τον ρωτάει:
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου;
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασιλιά μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλιάς όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός λέει στον βασιλιά ψιθυριστά:
- Με λένε πούτσο.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασιλιάς. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Μετά από λίγο κατέβηκε στην κουζίνα η βασίλισσα.
- Ποιος είσαι εσύ παιδί μου; τον ρωτάει.
- Ο καινούριος μάγειρας, απαντάει αυτός.
- Και πως σε λένε παιδί μου;
- Αχ, βασίλισσά μου, λέει πάλι αυτός, ο νονός μου μου δωσε πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σας το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σας το πω.
Διώχνει λοιπόν η βασίλισσα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε μουνί.
- Α! Τι παράξενο όνομα! λέει τότε ο βασίλισσα. Εντάξει παιδί μου σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Τελευταία κατέβηκε στην κουζίνα κι η βασιλοπούλα. Τον ρωτάει λοιπόν κι αυτή:
- Ποιος είσαι εσύ;
- Ο καινούριος μάγειρας, της λέει αυτός.
- Και πως σε λένε;
- Αχ, βασιλοπούλα μου, λέει τότε αυτός, έχω πολύ παράξενο όνομα και ντρέπομαι να σου το πω μπροστά σε τόσο κόσμο. Να φύγει πρώτα ο κόσμος και μετά θα σου το πω.
Διώχνει λοιπόν ο βασιλοπούλα όλο τον κόσμο από την κουζίνα και τότε αυτός της λέει ψιθυριστά:
- Με λένε κεφτεδάκια.
- Α! Πράγματι το όνομά σου είναι πολύ παράξενο! λέει κι η βασιλοπούλα.
Εντάξει σου υπόσχομαι να μην το πω σε κανένα.
Πάει λοιπόν αυτός το βράδυ στο δωμάτιο της βασιλοπούλας κι αρχίζει να την ξεντύνει. Βάζει η βασιλοπούλα τις φωνές:
- Μαμά, μαμά με πειράζουν τα κεφτεδάκια.
- Τρελάθηκες παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες;
- Όχι, μαμά δεν τρελάθηκα. Έλα και θα δεις.
Πηγαίνει η βασίλισσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι συμβαίνει κι εκείνη την στιγμή αυτός της τον είχε κιόλας χώσει. Τρομαγμένη η βασίλισσα φωνάζει τον βασιλιά:
- Βασιλιά έλα να δεις το μουνί είναι ανάμεσα στα σκέλια της κόρης μας.
- Ε, στη θέση του είναι ρε γυναίκα, τι φωνάζεις;
- Τρέξε, τρέξε βασιλιά να δεις.
Ανεβαίνει κι ο βασιλιάς στο δωμάτιο της βασιλοπούλας να δει τι γίνεται κι αυτός μόλις είχε τελειώσει την δουλειά του και ντυνόταν. Μόλις είδε τον βασιλιά πήδηξε από το παράθυρο. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς στους φρουρούς:
- Φρουροί, πιάστε τον πούτσο. Τον πιάσατε;
- Ναι, απαντάνε όλοι μαζί οι φρουροί.
- Ωραία, λέει ο βασιλιάς. Βαράτε τον τώρα!
Νόμοι του Μέρφυ:
1. Ο νόμος του τηλεφώνου: Όταν καλείς, λάθος αριθμό ποτέ δεν είναι απασχολημένο.
2. Ο νόμος της μηχανικής επιδιόρθωσης: Μόλις τα χέρια σου γεμίσουν με γράσο ή άλλο υλικό που λερώνει, θα σε πιάσει φαγούρα στη μύτη ή κάπου άλλου.
3. Ο νόμος του εργαστηρίου: Οποιοδήποτε αντικείμενο και αν πέσει, θα κυλήσει προς το λιγότερο προσιτό για εσένα μέρος.
4. Ο νόμος του λεωφορείου: Όταν είσαι στη στάση αρκετή ώρα και αποφασίσεις και ανάψεις τσιγάρο, τότε θα έρθει το λεωφορείο
5. Ο νόμος του τσιγάρου: Μόλις ανάψεις τσιγάρο, θα προκύψει κάτι που πρέπει να κάνεις, μέχρι το τσιγάρο να καεί από μόνο του.
6. Ο νόμος του άλλοθι: Εάν πεις ψέματα στη δουλειά, ότι άργησες επειδή π. Χ. έσκασε το λάστιχο του αυτοκινήτου, την επόμενη μέρα το λάστιχο θα σκάσει πραγματικά
7. Ο νόμος του αφρόλουτρου: Μόλις βυθιστείς στην μπανιέρα και έχεις χαλαρώσει, θα χτυπήσει το τηλέφωνο.
8. Ο νόμος της συνάντησης: Η πιθανότητα να συναντήσεις κάποιον που ξέρεις, αυξάνεται όταν είσαι με κάποιον που δεν θέλεις να σας δουν μαζί
9. Ο νόμος του αποτελέσματος: Όταν ένα μηχάνημα δεν δουλεύει και προσπαθήσεις να το αποδείξεις στον ειδικό που έχει έρθει να το φτιάξει, τότε θα δουλέψει.
10. Ο νόμος του θεάτρου: Τα άτομα που έχουν θέσεις όσο πιο μακριά γίνεται από το διάδρομο, φτάνουν πάντα τελευταίοι
11. Ο νόμος του καφέ: Μόλις φτιάξεις ζεστό καφέ στη δουλειά, το αφεντικό θα σου ζητήσει να κάνεις μια δουλειά που θα διαρκέσει ακριβώς μέχρι να κρυώσει ο καφές
Ενας πατέρας, δικηγόρος το επάγγελμα, αφού κατάφερε και έκανε και το γιο του δικηγόρο για να συνεχίσει το γραφείο του, άρχισε να του αναθέτει σιγά-σιγά κάποιες υποθέσεις απο τις δικές του, για να πάρει μπρος.
Ενας πατέρας, δικηγόρος το επάγγελμα, αφού κατάφερε και έκανε και το γιο του δικηγόρο για να συνεχίσει το γραφείο του, άρχισε να του αναθέτει σιγά-σιγά κάποιες υποθέσεις απο τις δικές του, για να πάρει μπρος.
Μετά απο ενα μήνα, έρχεται ο γιος γεμάτος χαρά και λεει στον πατέρα ενθουσιασμένος:
- Πατέρα, τελείωσα εκείνη την υπόθεση που εσύ την παίδευες για χρόνια!
- Να βλάκα! Με αυτή την υπόθεση σε μεγάλωσα!
Το καλοκαίρι έφτασε και μία τετραμελής οικογένεια πήγε για τις διακοπές της σ ένα ξενοδοχείο.
Οι μέρες πέρασαν και ήρθε η ώρα να φύγουν. Ο πάτερ φαμίλιας πήγε στη reception για να πληρώσει:
- Ορίστε οι 300000 χιλιάδες που είχαμε συμφωνήσει για 15 μέρες διαμονή.
- Κύριε, του λέει ο υπάλληλος, το ποσό είναι 400000δρχ.
- Γιατί; ρωτάει ο πατέρας όλο απορία.
- Διότι 40000 είναι επειδή χρησιμοποιήσατε την πισίνα.
- Μα εμείς δεν τη χρησιμοποιήσαμε, λέει ο πατέρας.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τη χρησιμοποιούσατε, λέει ο υπάλληλος.
- Καλά, λέει ο πατέρας τα υπόλοιπα τι αφορούν;
- Οι υπόλοιπες 60000 αφορούν τις αθλοπαιδιές και το μπαρ.
- Μα κύριε, λέει εκνευρισμένος ο πατέρας, εμείς δε χρησιμοποιήσαμε τίποτε από όλα αυτά.
- Εδώ ήταν κύριε, ας τα χρησιμοποιούσατε του ξαναλέει ο υπάλληλος.
Μάλιστα, λέει ο πατέρας και βγάζει ένα πακέτο δεκαχίλιαρα, τα δίνει στον υπάλληλο και φεύγει.
Μόλις κάνει πέντε βήματα ο υπάλληλος τον ξαναφωνάζει:
- Κύριε έχετε κάνει λάθος.
Πλησιάζει ο πατέρας και ο υπάλληλος συνεχίζει:
- Εδώ κύριε μου έχετε δώσει 300000 αντί για 400000.
Ο πατέρας τότε του λέει: α, βέβαια σας κράτησα τις 100000 επειδή μου πηδήξατε τη γυναίκα.
- Μα κύριε, λέει ο υπάλληλος κοκκινίζοντας, κανείς δε σας πήδηξε τη γυναίκα.
Τότε ο πατέρας του απαντά:
- Εδώ ήταν κύριε, ας την πηδούσατε! και έκανε μεταβολή και έφυγε...
Από την τελευταία επίσκεψη του Κλίντον στην Ελλάδα ( Νοέμβριο 1999 ) .
Οι επίσημες συνομιλίες στο Μαξίμου τελειώνουν 10 λεπτά πριν από το πρόγραμμα και ο Κ. Σημίτης βρίσκει ευκαιρία για λίγο κουτσομπολιό με τον Κλίντον :
- Πες μου Πρόεδρε , ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας σου , πως τα καταφέρνεις με τόσα προβλήματα ;
- Το μυστικό είναι στους συνεργάτες φίλε Κώστα!
- Δηλαδή ;
- Έχω συνεργάτες σαίνια . Πιάνουν πουλιά στον αέρα!
- Σοβαρά ;
- Αμ τι , ψέματα ; Αλ , φωνάζει στον αντιπρόεδρο Γκορ που κρυφάκουγε στο διπλανό δωμάτιο ...
- Διαταγές Πρόεδρε!
- Πες μου παιδί μου , ποιος είναι ο γιος του πατέρα σου και ο εγγονός του παππού σου ;
- Εγώ , απαντάει αμέσως , με σιγουριά ο Γκορ .
- Τι σου λεγα ; σχολιάζει , με νόημα ο Κλίντον .
Μόλις τελειώνει η συνάντηση ο Σημίτης παίρνει τον Τζοχατζόπουλο στο κινητό :
- Ακη ...
- Έλα Πρόεδρε ...
- Ποιος είναι ο γιος του πατέρα σου και εγγονός του παππού σου ;
Κάγκελο ο Ακης ! ΄Εχει όμως τη πονηριά να ξεφύγει :
- Πρόεδρε είμαι σε έκτακτη σύσκεψη στο πεντάγωνο και δεν μπορώ να μιλήσω τώρα . Θα σε πάρω σε λίγο . Αμέσως παίρνει τηλέφωνο τον Ρέππα :
- Έλα Ρέππα , με πήρε ο Πρόεδρος πριν από λίγο και με ρώτησε ποιος είναι ο γιος του πατέρα μου και ο εγγονός του παππού μου , ξέρεις τίποτα εσύ μήπως ;
Αιφνιδιασμένος και ο Ρέππας ρίχνει το μπαλάκι στο Γιαννόπουλο .
- Ακη , είμαι στο press - room τώρα και κάνω έκτακτη ενημέρωση . Πάρε το Βαγγέλη το Γιαννόπουλο . Αυτός είναι παλιός και ξέρει από αυτά .
Αμέσως ο Ακης αρχίζει την αναζήτηση του Γιαννόπουλου . Με τα πολλά τον πετυχαίνει στο κινητό . Αλλά που να συνεννοηθούνε ! Από το τηλέφωνο ακούγονται μπουζούκια και κλαρίνα . Ο Βαγγέλης είναι σε νυχτερινό κέντρο και γλεντάει με τη παρέα του . Ανήσυχος από το τηλεφώνημα ο Γιαννόπουλος βγαίνει έξω από το κέντρο για να μιλήσει με ησυχία . Ο Ακης του θέτει το ίδιο ερώτημα πάλι .
- Και γι΄ αυτό με πήρες τέτοια ώρα Ακη ! ; Θέλεις να στα σούρω ; Να πάρεις το έξυπνο τον Λαλιώτη να ρωτήσεις που τα ξέρει όλα .
Δε χάνει καιρό ο Ακης και τηλεφωνεί στο Λαλιώτη .
- Κώστα σώσε με ! Πρέπει να μου απαντήσεις αμέσως σε ένα ερώτημα .
- Πες το ρε Ακη.
- Ποιος είναι ο γιος του πατέρα σου και ο εγγονός του παππού σου .
- Εγώ , απαντάει ήρεμα ο Λαλιώτης .
Ο Ακης μόλις που συγκρατεί τον ενθουσιασμό του και σχηματίζει αργά στο καντράν του τηλεφώνου το τριψήφιο νούμερο του πρωθυπουργικού γραφείου .
- Πρόεδρε , κάτι με ρώτησες προηγουμένως .
- Ναι.
- Έχω την απάντηση αν τη θέλεις .
- Για λέγε λοιπόν . Ποιος είναι ;
- Ο Λαλιώτης είναι Πρόεδρε .
- Αντε πήγαινε να χαθείς βρε άχρηστε που θα μου πεις εμένα ότι είναι ο Λαλιώτης .
- Και ποιος είναι πρόεδρέ μου .
- Ο Αλ Γκορ είναι βρε χαμένε !
Καλοκαίρι. Ζέστα. Μεσημέρι.
Ο μέρμηγκας, με ένα φανελάκι εργασίας, μούσκεμα στον ιδρώτα, σέρνει ένα τεράστιο στάχυ.
Ησυχία.
Έξαφνα, από τη γωνία εμφανίζεται ένα раjеrо turbo intercooler.
Στρίβει με χειρόφρενο και σταματάει απότομα μπροστά στον σαστισμένο μέρμηγκα.
Μέσα στο раjеrо, ο τζίτζικας με γυαλικά ηλίου, βερμούδα με φοινικόδεντρα, δύο πληθωρικές γκόμενες στο πλάι και τις σανίδες του surf στην οροφή.
- Μέρμηγκα, άντε άστα και φύγαμε για windsurfing. ʼντε, παράτα τα, τα κάνεις αύριο.
Ο μέρμηγκας ρίχνει ένα κουρασμένο βλέμμα στον τζίτζικα. Κάπου την έχει ξανακούσει αυτή την ατάκα, ίσως λίγο παραλλαγμένη.
- Δεν μπορώ, μάστορα, έχω δουλειά να κάνω. Πρέπει να προετοιμαστώ για το χειμώνα. Πήγαινε εσύ.
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, το раjеrо σπινάρει και χάνεται στον ορίζοντα.
Μεσημέρι της επομένης. Ο μέρμηγκας, και πάλι ιδρωμένος σέρνει ένα τεράστιο λοβό μπιζελιού.
Νέκρα. Από τη στροφή πετάγεται το γνωστό раjеrо.
- Μάστορα, παράτα τα, πήδα μέσα, από δω η Σούζη και η Μαίρη, έλα πάμε για jet-ski ...
Χειμώνας. Παγωνιά. Χιόνι. Ο μέρμηγκας, στη ζέστα του τζακιού του, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, απολαμβάνουν τη θαλπωρή.
Τα ξύλα τριζοβολούν πάνω από τη θράκα. Έξαφνα, το κουδούνι της πόρτας κτυπάει.
- Ασε, θα ανοίξω εγώ, λέει η γυναίκα του μέρμηγκα. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Μόνο αυτός μπορεί να είναι...
Η πόρτα ανοίγει. Ο τζίτζικας, με τη στολή και τα γυαλιά του σκι, κασκόλ, και στο υπόβαθρο το раjеrо με αλυσίδες στους τροχούς.
- Που είναι ο φίλος μου ο μέρμηγκας, φωνάζει. Θέλω το μέρμηγκα.
Ο μέρμηγκας πλησιάζει την πόρτα.
- Έλα, ντύσου, πάμε για σκι, άντε τι κάθεσαι, άντε.
- Δεν μπορώ μάστορα, πρέπει να μείνω με την οικογένεια, έχω υποχρεώσεις, δεν μπορώ ...
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, και γυρνάει να φύγει.
Ο μέρμηγκας κάνει να γυρίσει προς τα μέσα, κοντοστέκεται, ξαναγυρνά προς το раjеrо και λέει του τζίτζικα:
- Και αν τυχόν συναντήσεις τον Αίσωπο, πες του ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ!
Ένας τύπος πηγαίνει στο γιατρό.
- Γιατρέ, πρέπει να με βοηθήσεις. Το ... Πουλί μου είναι πορτοκαλί!
Ο γιατρός το σκέφτεται λίγο και του ζητάει να κατεβάσει το παντελόνι του για να ελέγξει. Πράγματι, το πουλί του τύπου είναι έντονο πορτοκαλί. Λέει ο γιατρός στον τύπο :
- Αυτό είναι πολύ παράξενο. Μερικές φορές τέτοια συμπτώματα εμφανίζονται από έντονο στρες. Αλήθεια, πως πάνε τα πράγματα στη δουλειά;
Ο τύπος απαντάει ότι είχε απολυθεί πριν από δύο εβδομάδες. Ο γιατρός του λέει ότι μάλλον αυτή πρέπει να είναι η αιτία του στρες.
- Όχι, όχι, λέει ο τύπος, το αφεντικό ήταν πραγματικό καθίκι, έπρεπε να δουλεύω 10-20 ώρες υπερωρία κάθε εβδομάδα και πάντα μα πάντα με εκμεταλλευόταν. Πριν από δύο εβδομάδες βρήκα μια καινούργια δουλειά που μπορώ και ορίζω εγώ το χρόνο μου, πληρώνομαι τα διπλά λεφτά από την προηγούμενη δουλειά και το αφεντικό είναι σπουδαίο.
Έτσι, ο γιατρός συμπεραίνει ότι δεν είναι αυτή η αιτία του στρες.
Ξαναρωτάει τον τύπο:
- Πως είναι η ζωή στο σπίτι;
O τύπος του λέει ότι χώρισε πριν από οκτώ μήνες.
Ο γιατρός σκέφτεται ότι αυτή πρέπει να είναι η αιτία, αλλά ο τύπος πάλι διαφωνεί:
- Όχι, όχι. Για χρόνια, το μόνο που άκουγα ήταν γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια. Είμαι πολύ ευτυχής που την ξεφορτώθηκα και ησύχασα.
Έτσι ο γιατρός αναγκάζεται να το ξανασκεφτεί για μερικά λεπτά.
- Δε μου λες, του λέει, πως πας από χόμπι και κοινωνική ζωή;
Ο τύπος απαντάει:
- Τίποτα ιδιαίτερο. Τα περισσότερα βράδια κάθομαι σπίτι, βλέπω καμιά τσοντούλα και τρώω γαριδάκια...
Είναι σε ένα κουρείο, μέρα μεσημέρι, ο κλασικός μπαρμπέρης της γειτονιάς επί το έργον...
Εκεί που ψαλιδίζει φαβορίτες, σκάει μύτη από την πόρτα ένας τύπος:
- Φίλε σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;
Κοιτάει ο κουρέας δεξιά, κοιτάει αριστερά... κόσμος...
- Ε, σε δυο ώρες!
- Εντάξει λέει ο τυπάκος και φεύγει τρέχοντας.
Μετά από μερικές μέρες, ξανάρχεται βιαστικός ο ίδιος πελάτης. Βάζει το κεφάλι του στο μαγαζί και λέει στον κουρέα:
- Φίλε σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;
Τον κοιτάει ο κουρέας:
- Ε, σε κάνα δυο ωρίτσες...
- OK, λέει ο τυπάκος και φεύγει βιαστικά.
Το ίδιο σκηνικό μια βδομάδα μετά..., εκεί που κουρεύει ένα περουκίνι, του έρχεται ο γνωστός τυπάκος, βιαστικός και καταϊδρωμένος.
- Φίλε σε πόση ώρα αι είναι θα με κουρέψεις;
- Ε, θέλω τρεις ώρες. Έχω κόσμο σήμερα.
Και πριν πει άλλη κουβέντα, ο τυπάκος έχει ήδη εξαφανιστεί!
Τι διάολο, κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια ιστορία... αναρωτιέται ο κουρέας.
- Να σου πω, λέει στο βοηθό του, με έχει ανησυχήσει αυτός ο περίεργος. Έρχεται ίσα-ίσα να ρωτήσει πόση ώρα θα περιμένει και ποτέ δεν κάθεται! παρτον από πίσω να μου πεις τι συμβαίνει και που πάει κάθε φορά τρέχοντας.
Οπότε την επόμενη φορά, με το που επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό και ο τυπάκος φεύγει τρέχοντας από το κουρείο, ο βοηθός τον ακολουθεί...
Όταν επιστρέφει στο αφεντικό του είναι κάθιδρος και χλωμός...
- Τι έγινε; τι τρέχει μʼ αυτόν; ρωτάει ο κουρέας.
Ο βοηθός δεν απαντάει...
- Πες μου! που πηγαίνει κάθε φορά μετά από εδώ; επιμένει και κραδαίνει το ψαλίδι ο κουρέας
Ο Βοηθός απαντάει ψελλίζοντας...
- Σπίτι σου...
Κάποια ηλιόλουστη μέρα, η Κοκκινοσκουφίτσα αποφάσισε (σύμφωνα με το λαϊκό μύθο) να επισκεφτεί τη γιαγιά της.
Ο δρόμος ο οποίος περνούσε μέσα από το δάσος, ήταν γεμάτος αγριολούλουδα, και ήταν φυσικό να προσελκύσει το ενδιαφέρον της μικρής Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι, ενώ πέρναγε μέσα από το δάσος, έψαχνε πίσω από δέντρα και θάμνους για να βρει αγριολούλουδα να πάει στη γιαγιά της.
Σε κάποια στιγμή, στρίβει πίσω από μία οξιά και αντικρίζει τον κακό λύκο. Με αφελές ύφος, τον ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια;
- Για να σε βλέπω καλύτερα, απαντάει βιαστικά ο λύκος και την κοιτάει αγριεμένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα διστάζει λίγο, αλλά γρήγορα φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να ξαναρχίσει την συλλογή αγριολούλουδων. 20 μέτρα πιο κάτω, και ενώ ακολουθεί μια συστάδα αγριολούλουδων πίσω από ένα πουρνάρι, ξαναπέφτει πάνω στον κακό λύκο. Και πάλι με αφελέστατο ύφος, η Κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
- Για να σε ακούω καλύτερα, λέει με ακόμα πιο αγριεμένο ύφος ο κακός λύκος.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, και η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει στο μάζεμα. Λίγο πιο κάτω, πίσω από κάτι βράχους, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντάει για ακόμα μία φορά τον κακό λύκο. Έχει αρχίσει να ψυλλιάζεται τη δουλειά, και μπαίνει γρήγορα στο νόημα...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλη μύτη;
- Για να σε μυρίζω καλύτερα, απαντάει ο λύκος που με δυσκολία πλέον κρατούσε την οργή του!
Η Κοκκινοσκουφίτσα, συνηθισμένη πλέον, φεύγει αδιάφορη για να ασχοληθεί και πάλι με τα αγριολούλουδα. Σε κάποια στιγμή, και ενώ το καλάθι της είχε σχεδόν γεμίσει, βλέπει μία σπηλιά και μπαίνει μέσα. Εκεί, (για φαντάσου) συναντά και πάλι τον κακό το λύκο, ο οποίος έδειχνε προκλητικά τα δόντια του. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως ρωτάει...
- Λύκε λύκε, γιατί έχεις τόσο μεγάλα δόντια;
Και ο λύκος...
- Θα με αφήσεις, γα** το φελέκι μου, να χέσω με την ησυχία μου επιτέλους;