if (!string.IsNullOrEmpty(Model.PrevPageFullUrl))
{
}
if (!string.IsNullOrEmpty(Model.NextPageFullUrl))
{
}
Ανέκδοτα για τη Δουλειά - Page 24
Skip to main content
Ένας τύπος που δεν αισθάνεται πολύ καλά, πάει στο γιατρό, που του λέει ότι αν δεν αλλάξει τρόπο ζωής, δεν θα ζήσει για πολύ.
Όταν είπε στο γιατρό το πρόγραμμα της ημέρας του, ο γιατρός του είπε ότι, αντί να παίρνει το τραίνο, κάθε μέρα, για να πάει στη δουλειά του, θα έπρεπε να πηγαίνει με το σπόρ αυτοκίνητό του, με ανοικτή τη σκεπή, για να παίρνει καθαρό αέρα.
Αυτό έκανε ο ασθενής, αλλά δεν είδε βελτίωση.
Τότε ο γιατρός του σύστησε να αφήσει το αυτοκίνητο και να πάρει
Ποδήλατο. Ο τύπος διαμαρτύρεται ότι είναι μεγάλη απόσταση, ο γιατρός επιμένει και, τελικά, πάιρνει ποδήλατο. Αλλά καμιά βελτίωση πάλι.
Τότε ο γιατρός του είπε να πάρει ένα στεφάνι βαρελιού κι ένα ξυλάκι και να κυλάει το τσέρκι, κάθε πρωί, μέχρι το γραφείο του και μετά πίσω στο σπίτι, το βράδυ. Διαμαρτύρεται ο ασθενής, φωνάζει, αλλά στο τέλος πείθεται στο τέλος κι αγοράζει το τσέρκι.
- Πώς αισθάνεσαι; ρωτάει ο γιατρός.
- Περίφημα, λέει αυτός και συνεχίζει να τρέχει με το τσέρκι κάθε πρωί και κάθε βράδυ.
Κάποτε όμως, βρήκε το τσέρκι στραβωμένο και στραπατσαρισμένο, εκεί που το είχε παρκάρει, στο υπόγειο γκαράζ.
- Κάποιος έκανε όπισθεν και δεν το είδε. Δεν είναι δα και καμιά μεγάλη ζημιά, προσπαθεί να τον ησυχάσει ο γκαραζιέρης. Η ασφάλεια θα πληρώσει.
- Η ασφάλεια; Δεν είναι μεγάλη ζημιά; Μούτζωσε την ασφάλεια! Εγώ πώς θα πάω σπίτι μου τώρα, μου λες;
Τρεις τύποι δουλεύουν όλοι μαζί σε ένα εργοστάσιο. Κάθε μέρα, διαπιστώνουν ότι το αφεντικό τους φεύγει νωρίς από το εργοστάσιο, αφήνοντάς τους μόνους να συνεχίσουν την δουλειά.
Μια μέρα, αποφασίζουν να φύγουν κι αυτοί πιο νωρίς απο τη δουλειά, αν το αφεντικό τους παρατήσει τόσο νωρίς. Έτσι, κι έγινε... Ο πρώτος πάει στο σπίτι του και πέφτει νωρίς νωρίς για ύπνο, έτσι ώστε να είναι ξεκούραστος το πρωί που θα ξυπνήσει. Ο δεύτερος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μαγείρεψε φαγητό για την γυναίκα και τα παιδιά του που θα γύριζαν αργότερα και έτσι θα τους έκανε και έκπληξη. Ο τρίτος πηγαίνει σπίτι του και προχωράει προς την κρεβατοκάμαρα. Ανοίγει σιγά την πόρτα και βλέπει την γυναίκα του στο κρεβάτι μαζί με το αφεντικό του. Κλείνει την πόρτα ακόμη πιό προσεκτικά και φεύγει. Την επόμενη μέρα, οι άλλοι δύο σχεδιάζουν να ξαναφύγουν νωρίς αν το αφεντικό αποχωρήσει νωρίτερα. Ρωτάνε τον τρίτο τύπο, αν θα γίνει η δουλειά όπως την προηγούμενη, και εκείνος απαντά:
- ΟΧΙ, ΟΧΙ... Με τίποτα. Απορημένοι εκείνοι, τον ρώτησαν:
- Γιατί όχι βρε σύ; - Επειδή εχτές που έφυγα, παραλίγο να με πιάσει...
Τέσσερις άνδρες οι οποίοι βρέθηκαν τυχαία σε ένα μπαρ και είχαν πιάσει την κουβέντα για διάφορα θέματα.
Σε μια στιγμή, ο ένας από αυτούς πηγαίνει στην τουαλέτα, ενώ οι υπόλοιπο συνέχιζαν τη συζήτηση τους, σχετικά με τα κατορθώματα των γιων τους. Ξεκινάει ο πρώτος..
- Εμένα ο γιος μου σας παιδί για τους καφέδες στην αντιπροσωπεία της Mercedes στην Κηφισίας. Ανέβηκε σιγά σιγά όμως θέσεις, και τώρα είναι διευθυντής πωλήσεων. Μάλιστα, είναι τόσο καλός στη δουλειά του που έχει συνεχώς μπόνους. Να φανταστείτε, πρέπει να έχει τόση άνεση, που μόλις πριν από ένα μήνα χάρισε σε ένα φίλο του μια ολοκαίνουρια Mercedes.
- Αυτό δεν είναι τίποτα, πετάγεται ο δεύτερος, εμένα ο γιος μου ξεκίνησε καθαρίζοντας πατώματα σε ένα μεσιτικό γραφείο. Ανέβηκε θέσεις όμως και τώρα είναι τόσο πλούσιος που αγόρασε και χάρισε σε ένα φίλο του ένα διώροφο σπίτι στην εξοχή.
- Όλα αυτά τα ακούω βερεσέ, λέει και ο τρίτος. Ο γιος μου ξεκίνησε καθαρίζοντας πατώματα στην Σοφοκλέους. Με τον καιρό όμως ανέβηκε στην κλίμακα και πλέον είναι τόσο πλούσιος, ώστε χάρισε σε ένα φίλο του μετοχές αξίας 20 εκατομμυρίων.
Εκείνη τη στιγμή, γυρνάει ο τέταρτος της παρέας, και οι υπόλοιποι του εξηγούν το θέμα συζήτησης.. και ρωτάνε και για τον δικό του γιο. Ο τύπος παίρνει περίλυπο ύφος και λέει..
- Τι να σας πω ρε παιδιά... μια ζωή ο γιος μου κομμωτής ήταν. Και πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψή μου ότι είναι ομοφυλόφιλος. Και να ήταν κρυφός... να πάει στο διάολο... αλλάζει τους γκόμενους σαν τα σώβρακα... Η μόνη παρηγοριά είναι ότι έχει και τα τυχερά του. Οι τρεις τελευταίοι γκόμενοί του του χάρισαν μια Mercedes, ένα σπίτι και μετοχές αξίας 20 εκατομμυρίων δραχμών.
Ένας τσοπάνης αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα να δει πως είναι επιτέλους η μεγαλούπολη. Πάει σε ένα ξενοδοχείο και νοικιάζει ένα δωμάτιο. Το βράδυ που κοιμόταν, ξαφνικά εμφανίζονται δυο γκόμενες από το σκοτάδι και αρχίζουν να τον χαϊδολογούν, χωρίς να έχει άλλη επιλογή ο τσοπάνης, τι να κάνει, τις πηδάει.
Την άλλη μέρα πάει στη ρεσεψιόν να πληρώσει για το δωμάτιο.
- "Τι χρωστάω;" λέει ο Βλάχος.
- "Χρωστάς;", λέει ο υπάλληλος, "πάρε και 30 χιλιάρικα!". Ξαφνιασμένος ο τσοπάνης πηγαίνει στο χωριό για να πει τι του έτυχε στην πρωτεύουσα. Πηγαίνει στο καφενείο και λέει με υπερηφάνεια τι του είχε συμβεί, όμως κανείς δεν τον πίστευε. Λέει ο Βλάχος αφού δε με πιστεύετε στείλτε το δήμαρχο στην Αθήνα στο ίδιο ξενοδοχείο να διαπιστώσει αν είναι αλήθεια τα λεγόμενα μου.
Πράγματι πάει ο Δήμαρχος στο ίδιο μέρος. Το βράδυ που κοιμόταν πετάγονται μέσα απο το σκοτάδι δύο γκομενάρες και τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο άμοιρος (αν και παντρεμένος) τις πηδάει. Πάει να πληρώσει την άλλη μέρα:
Δήμαρχος:
"Τι χρωστάω;"
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 30 χιλιάρικα".
Ενθουσιασμένος ο δήμαρχος πάει και λέει τα νέα στο καφενείο του χωριού, μα και πάλι κανείς δεν τον πίστευε. Αγανακτισμένος ο δήμαρχος λέει:
- "Αφού δε με πιστεύετε στείλτε τον παπά του χωριού".
Με τα χίλια ζόρια τον ψήνουν τον παπά και πάει (σίγουρος για το αντίθετο απο τα λεγόμενα) πάει στο ίδιο ξενοδοχείο. Το βράδυ που κοιμάται πετάγονται δύο γυναικάρες τον χαϊδολογάνε. Τι να κάνει ο παπάς υποκύπτει ενώπιον του Κυρίου. Την άλλη μέρα πάει να πληρώσει:
Παπάς:
"Τι χρωστάω τέκνον μου;
Υπάλληλος:
"Χρωστάς;", "Πάρε και 100 χιλιάρικα."
Παπάς:
"Μα γιατί τέκνον μου εμένα μου έδωσες 100 χιλιάρικα και στους άλλους δύο που ήρθαν 30;"
Και απαντάει ο υπάλληλος:
- "Τι να κάνουμε πάτερ, πρώτη φορά γυρνάμε τσόντα με παπά".
Ένας Έλληνας μπαίνει σε μια τράπεζα της Νέας Υόρκης και ζητάει πληροφορίες για ένα δάνειο.
Λέει στον υπάλληλο των δανείων ότι θέλει να ταξιδέψει στην Ελλάδα λόγω των εορτών των Χριστουγέννων για 2 εβδομάδες και χρειάζεται οπωσδήποτε να πάρει ένα δάνειο των $5.000. Ο υπάλληλος του εξηγεί ότι η τράπεζα θα χρειαστεί ένα είδος εξασφάλισης για να του χορηγήσει το δάνειο.
Έτσι ο Έλληνας βγάζει από την τσέπη του και αφήνει πάνω στο γραφείο τα κλειδιά από μία ολοκαίνουρια Ferrari, που είναι παρκαρισμένη στην είσοδο της Τράπεζας. Αφού πραγματοποιείται ο έλεγχος από την Τράπεζα ότι το αυτοκίνητο είναι όντως στο όνομά του, μέσα σε 20 λεπτά εγκρίνεται το δάνειο, ο Έλληνας παίρνει τα χρήματα και φεύγει. Μόλις φεύγει, ο διευθυντής της Τράπεζας και οι υπάλληλοί του ξεκαρδίζονται στα γέλια που ο Έλληνας έβαλε υποθήκη μία Ferrari των $200.000 για να πάρει δάνειο $5000!
Ένας υπάλληλος παίρνει το αυτοκίνητο και το αφήνει στο υπόγειο γκαραζ της τράπεζας. Δύο βδομάδες αργότερα, ο Έλληνας επιστρέφει, πληρώνει $5000 και τον τόκο, που ανέρχεται στα $15.41. Ο υπάλληλος του λέει:
- Κύριε, είμαστε ευτυχείς που συνεργαστήκατε με την τράπεζά μας, όλα έγιναν σωστά μόνο που έχουμε μία απορία. Όσο εσείς λείπατε, ελέγξαμε στον υπολογιστή και βρήκαμε ότι είσαστε δισεκατομμυριούχος! Το περίεργο είναι ποιος ήταν ο λόγος που πήρατε το δάνειο!
Και ο Έλληνας απαντά:
- Πες μου ένα άλλο σημείο στη Νέα Υόρκη που θα μπορούσε να αφήσει κανείς μια Ferrari με ασφάλεια για δύο εβδομάδες, πληρώνοντας για πάρκινγκ μόνο 15.41 δολάρια!
Ήταν ένας τύπος κακομοίρης , μικροκαμωμένος , που είχε μία γυναίκα νταρντάνα που τον καταπίεζε ! Κάθε μέρα πήγαινε στη δουλειά , μετά γύριζε , μαγείρευε , έπλενε τα πιάτα , σκούπιζε , σφουγγάριζε , και έτρωγε και μερικές σφαλιάρες έτσι για να περνάει η ώρα της γυναίκας του .
Αυτή πάντα με τα καλλυντικά στο χέρι , αραγμένη στη τηλεόραση κλπ κλπ ...
Πήγαινε λοιπόν ο άμοιρος σε έναν ψυχολόγο , μήπως και καταφέρει να κάνει τίποτα , γιατί δεν πήγαινε άλλο ...
Μετά από έναν μήνα λοιπόν ψυχολογικής υποστήριξης , του λέει ο ψυχολόγος " λοιπόν φίλε μου , είσαι έτοιμος ! Να πας σπίτι σου , και να δείξεις ποιο είναι το αφεντικό ! Να την σκίσεις τη γάτα ! ".
Αναπτερωμένος λοιπόν ο φίλος μας , πάει σπίτι του όλο τσαμπουκά ! Μπαίνει μέσα , και βλέπει τη γυναίκα του αραγμένη όπως πάντα στη τηλεόραση . Παίρνει βαθιά ανάσα , και αρχίζει να της φωνάζει !
" Κοίταξε να σου πω ! Πρέπει να καταλάβεις ποιο είναι το αφεντικό εδώ μέσα ! Πάω να κάνω ένα μπανάκι ! Μόλις βγω , έξω το φαΐ ζεστό στο τραπέζι ! Θα ρίξω και έναν ύπνο , και μετά θα φορέσω το καλό μου κουστούμι και θα βγω έξω ΜΟΝΟΣ μου ! Το καταλαβαίνεις αυτό ; Και μάντεψε ποιος θα μου βάλει το κουστούμι ! ".
Απαθής η τύπισσα , γυρίζει , τον κοιτάζει και του λέει ...
" Ο νεκροθάφτης μωρό μου ; "
Ένας νεαρός φοιτητής της ιατρικής , γιος γιατρού κι αυτός , αποφοιτεί προς μεγάλη χαρά του πατέρα του . Μετά την ορκωμοσία λέει στον πατέρα του να τον πάρει στη δουλειά να εξασκήσει τις γνώσεις του .
Πατέρας : Στάσου παιδί μου . Αυτά που έμαθες είναι άχρηστη θεωρία . Την πραγματική ιατρική τη μαθαίνει κανείς στην πράξη . Αύριο θα πάμε να επισκεφτούμε μαζί ασθενείς και θα καταλάβεις τι σου λέω .
Πηγαίνουν , λοιπόν , οι δυο τους στην πρώτη ασθενή , μια παντρεμένη νοικοκυρά γύρω στα σαράντα κατάκοιτη από τους πόνους στη μέση . Ο πατέρας γιατρός πάει να της γράψει τη συνταγή , του πέφτει ο στύλος στο πάτωμα , τον μαζεύει και λέει στη γυναίκα :
Πατέρας : Κυρία μου , θα πρέπει να κουράζεστε λιγότερο . Δουλεύετε πάρα πολύ μέσα στο σπίτι και δεν κάνει . Λίγη ανάπαυση δεν βλάπτει .
Γυναίκα : Έχετε δίκιο γιατρέ μου κι ο άνδρας μου μου το λέει αλλά δεν τον ακούω . Θέλω να είναι όλα στην εντέλεια μέσα στο σπίτι , το χω πάρει απ τη μάνα μου .
Όταν βγήκαν από το διαμέρισμα λέει ο γιατρός junior στο μεγάλο :
Γιος : Πώς κατάλαβες ότι κάνει πολλές δουλειές ;
Πατέρας : Να , παιδί μου . άφησα το στυλό να πέσει χάμω , επίτηδες . Όταν έσκυψα να τον μαζέψω είδα ότι το πάτωμα έλαμπε από καθαριότητα . Δεν υπήρχε σκόνη ούτε για δείγμα . Έτσι κατάλαβα ότι η γυναίκα σκοτώνεται στη δουλειά . Την επόμενη ασθενή θα την εξετάσεις εσύ να δούμε τι έμαθες .
Φτάνουν στην επόμενη ασθενή και την βρίσκουν κατάκοιτη στο κρεβάτι . Πάει ο μικρός γιατρός να γράψει τη συνταγή , αφήνει το στυλό να πέσει στο πάτωμα , τον μαζεύει και λέει :
Γιος : Κυρία μου , κουράζεστε πολύ . Κάνετε πάρα πολλές δουλειές για την ενορία αλλά θα πρέπει να τις μετριάσετε λίγο , γιατί θα σας τρέχουμε στο νοσοκομείο . Δεν λέω , ευλογία Κυρίου είναι να εργάζεστε για την ενορία αλλά " παν μέτρον άριστον ".
Γυναίκα : Αχ , ναι γιατρέ μου έχετε απόλυτο δίκιο . Θα πρέπει να δουλεύω λιγότερο για την ενορία .
Όταν βγήκαν λέει ο πατέρας γεμάτος απορία :
Πατέρας : Πώς κατάλαβες ότι εργάζεται για την ενορία ;
Γιος : Να , όταν έσκυψα να μαζέψω τον στυλό , είδα τον παπά κάτω απ το κρεβάτι .
Μόναχο, ένα υγρό απόγευμ α σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Ο κύριος Βασίλης Τσάπας, χρόνια τώρα μετανάστης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, αφού έχει αποκτήσει μεγάλη περιουσία με σκληρή δουλειά. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και ο Βασίλης βαδίζει πάνω-κάτω αναμένοντας.
Σε μια στιγμή, το μάτι του αντιλαμβάνεται ένα ορθογώνιο κουτί, περίπου δύο μέτρα σε ύψος, ένα μέτρο πλάτος και άλλο τόσο βάθος (κάτι σαν αυτόματο πωλητή της pepsi), με πολλά λαμπιόνια, μια φωτεινή πινακίδα με scrolling message, μια σχισμή και ένα φαρδύ κόκκινο κουμπί. Το μήνυμα που κυλούσε στην πινακίδα έλεγε:
"Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα. Ρίξτε συνολικά δύο μάρκα σε κέρματα στη σχισμή και πατήστε το φαρδύ, κόκκινο κουμπί."
Παραξενεύτηκε ο Βασίλης, του περίσσευαν και μερικά μάρκα, στην πατρίδα του γυρνούσε, το τρένο δεν θα ερχότανε για δέκα λεπτά ακόμη, έριξε το αντίστοιχο των δύο μάρκων στη σχισμή και πάτησε το κουμπί. Το φωτεινό μήνυμα έσβησε, μετά ξανάναψε δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξαναέσβησε, περίεργοι ήχοι ακούστηκαν, και τελικά το εξής μήνυμα άρχισε να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Έχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης κοκκάλωσε. Ανάπνευσε, κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, έβγαλε τα γυαλιά του, τα έτριψε, ψυχοψάχτηκε, ανέλυσε, αλλά η απορία του έμεινε: Πως είναι δυνατόν μία μηχανή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου να ξέρει τα πάντα για αυτόν;
Μονομιάς, μπαίνει μέσα στο σταθμό, χαλάει μερικά μάρκα ακόμη, πηγαίνει στις τουαλέτες, ανοίγει μία από τις βαλίτσες του, φοράει ένα εντελώς διαφορετικό παντελόνι, τρεις μπλούζες, από τις οποίες τη μία
Ανάποδα, χτενίζει τα μαλλιά του από την αντίθετη φορά, αντικαθιστά της αρβύλες του με ένα ζευγάρι δερμάτινα σαντάλια, βάζει όλα τα χαρτιά του (ταυτότητες, διαβατήρια, πιστωτικές κάρτες) μέσα στη βαλίτσα, παραδίδει τη βαλίτσα για φύλαξη και ξαναπάει μπρος στο μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, κόκκινο κουμπί.
Το φωτεινό μήνυμα σβήνει, ξανανάβει δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξανασβήνει, περίεργοι ήχοι ακούγονται, και τελικά το εξής μήνυμα αρχίζει να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης τα παίρνει. Τρεχάτος μπαίνει στο σταθμό, ανακτάει της βαλίτσες του από την υπηρεσία φύλαξης, μπαίνει στις τουαλέτες, βγάζει ένα μεγάλο ξυράφι, ξυρίζει το κεφάλι του, γδύνεται εντελώς, φοράει το πορτοκαλί ράσο που μόλις αγόρασε από το τμήμα σουβενίρ του σταθμού, και ξυπόλυτος τρέχει πίσω στο μηχάνημα, το οποίο μετά από την γνωστή διαδικασία αναβοσβήματος των λαμπιονιών του, δίνει την ίδια απαράλαχτη απάντηση:
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Τρελαίνεται. Αγοράζει ένα σετ αλυσίδες από το τμήμα σουβενίρ, μια ξανθή μακρυμάλλικη περούκα, δερμάτινο παντελόνι, μαντήλες, ραφτά iron maiden, τα φοράει όλα, υιοθετεί προσωρινά καμπoυριασμένο περπάτημα και κακόμοιρο ύφος και πλησιάζει το μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων σε κέρματα στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, τεράστιο και εχθρικό κόκκινο κουμπί. Η μηχανή σβήνει, ξανανάβει, θορυβεί, και ξανασβήνει. Κανει μια μετρήσιμη παύση και τελικά, με μεγάλα γράμματα το παρακάτω μήνυμα αρχίζει να κυλάει από τα δεξιά προς τα αριστερά πάνω στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη, αλλά με τις αηδίες που έκανες έχασες το τρένο των 19:00 για θεσσαλονίκη και δεν θα γυρίσεις σπίτι σου. Τουλάχιστον όχι σήμερα."
Είναι δύο φυλακισμένοι και ρωτάει ο ένας τον άλλο.
Α: Τι έκανες κι είσαι στη φυλακή;
Β: Ήμουν στη δουλειά και δεν αισθανόμουν καλά. Μια και δεν είχε πολύ δουλειά
Μου λέει αφεντικό "άντε πήγαινε σπίτι σου να συνέλθεις". Πάω κι εγώ σπίτι
Μου και βρίσκω τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον καλύτερό μου φίλο. Ε,
Άρπαξα τη κυνηγητική μου καραμπίνα και την άδειασα πάνω τους και βρέθηκα
Εδώ. Εσύ τι έκανες;
Α: Πού να σου τα λέω. Σφαγή.
Β: Αντε ρε και φαίνεσαι καλό παιδί.
Α: Γυρίζω σπίτι μου και λέω στη γυναίκα μου:
"Αγάπη μου, άκουσα ένα
Καταπληκτικό ανέκδοτο. Ακου να πεθάνεις απ τα γέλια". Της λέω το ανέκδοτο
Και την πιάνει ένα νευρικό γέλιο, γέλαγε ασταμάτητα επί δύο ώρες μέχρι που
Της ήρθε ανακοπή και πέθανε. Ο εισαγγελέας δε με πίστεψε και μου απήγγειλε
Κατηγορία ανθρωποκτονίας. Ήμουν στην πρώτη σελίδα όλων των εφημερίδων. Στη
Δίκη όταν έφτασε η ώρα της απολογίας μου, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μου
Είπε ειρωνικά:
"Ώστε ισχυρίζεστε πως η σύζυγός απεβίωσε από το πολύ γέλιο.
Για πέστε το και σ εμάς αυτό το τόοοοσο καταπληκτικό ανέκδοτο που λέτε πως
Της είπατε". Τους διηγήθηκα το ανέκδοτο κι άρχισαν όλοι να γελάνε
Ασταμάτητα. Ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας, οι Δικαστές, οι Ένορκοι, οι
Δικηγόροι, οι αστυνομικοί, το ακροατήριο. Μόνο δυο Πόντιοι που κάθονταν στην
Άλλη άκρη της αίθουσας δεν γελούσαν. Πέρασαν δυο ώρες τρεις ώρες κι όλοι
Γελούσαν μέχρι που ξεψύχησαν ένας ένας. Μετά από δύο εβδομάδες πέθαναν και
Οι δύο Πόντιοι