Skip to main content
Η γυναίκα ενός πλούσιου γιαπωνέζου επιχειρηματία πάει στο γυναικολόγο της, στη Ν. Υόρκη, και του εξηγεί ότι μέχρι τότε δεν τα είχαν καταφέρει να κάνουνε παιδιά, αλλά τώρα ήθελε οπωσδήποτε ένα παιδάκι.
- Γδύσου, της λέει, βιαστικός, ο γιατρός.
Γδύνεται η πελάτισσα και καθώς ο γυναικολόγος την πλησιάζει για να την εξετάσει, του λέει:
- Ξέρεται, γιατρέ, βεβαίως, αν είναι απολύτως αναγκαίο, δε θα πω τίποτα, αλλά είχα ελπίσει να αποκτήσω ένα... γιαπωνεζάκι.
There was an engineer, manager, and a programmer driving down a steep mountain road. The brakes failed and the car careened down the road out of control. Half way down the driver managed to stop the car by running it against the embankment narrowly avoiding careening off the cliff. They all got out, shaken by their narrow escape from death, but otherwise unharmed.
The manager said, "To fix this problem we need to organize a committee, have meetings, and through process of exchanging ideas, develop a solution."
The engineer said, "No that would take too long, besides that method never worked before. I have my trusty pen knife here and will take apart the brake system, isolate the problem and correct it."
The programmer said, "I think your both wrong! I think we should all push the car back up the hill and see if it happens again."
Το παιδάκι με τη μαμά του, μόλις μπαίνουν στο λεωφορείο, μετά από αναμονή κάποιων λεπτών, το παιδάκι αρχίζει να γκρινιάζει και και να φωνάζει επίμονα:
- "Το μπαλάκι μου, το μπαλάκι μου, ..., που είναι το μπαλάκι μου, 8έλω το μπαλάκι μου".
Αφού έγινε ανυπόφορος στους άλλους από τη γκρίνια, αποφάσισε τελικά ο οδηγός να σταματήσει το λεωφορείο για να αρχίσουν όλοι οι επιβάτες να ψάχνουν το μπαλάκι του μικρού.
Τελικά μετά απο αρκετό ψάξιμο έγινε κατανοητό στον μικρό, πως δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί.
Του λέει ο οδηγός λοιπόν, "μικρέ μου, ψάξαμε όλοι, αλλά δυστυχώς δεν το βρήκαμε".
Και ο μικρός τότε βάζοντας το δάχτυλο του χεριού του στη μύτη του, λέει:
- "Μμμ..., καααλά, τότε θα φτιάξω άλλο ..."
Ένας νεαρός φοιτητής της ιατρικής , γιος γιατρού κι αυτός , αποφοιτεί προς μεγάλη χαρά του πατέρα του . Μετά την ορκωμοσία λέει στον πατέρα του να τον πάρει στη δουλειά να εξασκήσει τις γνώσεις του .
Πατέρας : Στάσου παιδί μου . Αυτά που έμαθες είναι άχρηστη θεωρία . Την πραγματική ιατρική τη μαθαίνει κανείς στην πράξη . Αύριο θα πάμε να επισκεφτούμε μαζί ασθενείς και θα καταλάβεις τι σου λέω .
Πηγαίνουν , λοιπόν , οι δυο τους στην πρώτη ασθενή , μια παντρεμένη νοικοκυρά γύρω στα σαράντα κατάκοιτη από τους πόνους στη μέση . Ο πατέρας γιατρός πάει να της γράψει τη συνταγή , του πέφτει ο στύλος στο πάτωμα , τον μαζεύει και λέει στη γυναίκα :
Πατέρας : Κυρία μου , θα πρέπει να κουράζεστε λιγότερο . Δουλεύετε πάρα πολύ μέσα στο σπίτι και δεν κάνει . Λίγη ανάπαυση δεν βλάπτει .
Γυναίκα : Έχετε δίκιο γιατρέ μου κι ο άνδρας μου μου το λέει αλλά δεν τον ακούω . Θέλω να είναι όλα στην εντέλεια μέσα στο σπίτι , το χω πάρει απ τη μάνα μου .
Όταν βγήκαν από το διαμέρισμα λέει ο γιατρός junior στο μεγάλο :
Γιος : Πώς κατάλαβες ότι κάνει πολλές δουλειές ;
Πατέρας : Να , παιδί μου . άφησα το στυλό να πέσει χάμω , επίτηδες . Όταν έσκυψα να τον μαζέψω είδα ότι το πάτωμα έλαμπε από καθαριότητα . Δεν υπήρχε σκόνη ούτε για δείγμα . Έτσι κατάλαβα ότι η γυναίκα σκοτώνεται στη δουλειά . Την επόμενη ασθενή θα την εξετάσεις εσύ να δούμε τι έμαθες .
Φτάνουν στην επόμενη ασθενή και την βρίσκουν κατάκοιτη στο κρεβάτι . Πάει ο μικρός γιατρός να γράψει τη συνταγή , αφήνει το στυλό να πέσει στο πάτωμα , τον μαζεύει και λέει :
Γιος : Κυρία μου , κουράζεστε πολύ . Κάνετε πάρα πολλές δουλειές για την ενορία αλλά θα πρέπει να τις μετριάσετε λίγο , γιατί θα σας τρέχουμε στο νοσοκομείο . Δεν λέω , ευλογία Κυρίου είναι να εργάζεστε για την ενορία αλλά " παν μέτρον άριστον ".
Γυναίκα : Αχ , ναι γιατρέ μου έχετε απόλυτο δίκιο . Θα πρέπει να δουλεύω λιγότερο για την ενορία .
Όταν βγήκαν λέει ο πατέρας γεμάτος απορία :
Πατέρας : Πώς κατάλαβες ότι εργάζεται για την ενορία ;
Γιος : Να , όταν έσκυψα να μαζέψω τον στυλό , είδα τον παπά κάτω απ το κρεβάτι .
Ο Κώστας, ο Πέτρος και ο Νίκος είναι οι μόνοι επιζ ώντες από τη συντριβή ενός αεροσκάφους στη μέση της ζούγκλας.
Προχωρώντας στο δάσος εμφανίζονται κάποιοι μαύροι, ντυμένοι με παραδοσιακές αφρικανικές στολές και τους συλλαμβάνουν. Όταν τους παρουσιάζουν στον αρχηγό της φυλής για να αποφασίσει για την τύχη τους, εκείνος τους λέει:
- Ακούστε, ξένοι. Εμείς εδώ είμαστε μια φυλή ανθρωποφάγων. Επειδή όμως είμαστε... πολιτισμένοι ανθρωποφάγοι, θα σας δώσω μια ευκαιρία να γλιτώσετε τις ζωές σας. Αν κάποιος από σας μου πει κάτι που να μην το έχουμε, θα χαριστεί η ζωή και στους τρεις σας.
Σκέφτονται λοιπόν όλοι και αρχίζουν:
Κώστας: Κινητό τηλέφωνο έχετε;
- ΑΛαμπούλα γιαλαμπούλα, λέει ο αρχηγός και τους οδηγούν σε μία αίθουσα με τις μεγαλύτερες και καλύτερες μάρκες κινητών.
Πέτρος: Πυραύλους έχετε;
- Αλαμπούμπου μαχαμπού, λέει ο αρχηγός και αποκολλάται η μια πλευρά του γειτονικού βουνού, και εμφανίζονται συστοιχίες πυραύλων τεχνολογίας άγνωστης στο δυτικό πολιτισμό.
Σκέφτεται και ο Νίκος...
- Τοπική κομματική επιτροπή έχετε;
- Χμμμμ... Τοπική κομματική επιτροπή... δεν έχουμε...
- Περιφερειακή κομματική επιτροπή έχετε;
- Χμμμ... Ούτε περιφερειακή κομματική επιτροπή έχουμε...
- Κεντρική κομματική επιτροπή έχετε;
- Όχι, όχι, ούτε κεντρική κομματική επιτροπή έχουμε...
- Ε, ποιος π... Ης σας έμαθε να τρώτε ανθρώπους;
Μόναχο, ένα υγρό απόγευμ α σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Ο κύριος Βασίλης Τσάπας, χρόνια τώρα μετανάστης στη Γερμανία, επιστρέφει στην πατρίδα, αφού έχει αποκτήσει μεγάλη περιουσία με σκληρή δουλειά. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος και ο Βασίλης βαδίζει πάνω-κάτω αναμένοντας.
Σε μια στιγμή, το μάτι του αντιλαμβάνεται ένα ορθογώνιο κουτί, περίπου δύο μέτρα σε ύψος, ένα μέτρο πλάτος και άλλο τόσο βάθος (κάτι σαν αυτόματο πωλητή της pepsi), με πολλά λαμπιόνια, μια φωτεινή πινακίδα με scrolling message, μια σχισμή και ένα φαρδύ κόκκινο κουμπί. Το μήνυμα που κυλούσε στην πινακίδα έλεγε:
"Η μηχανή που γνωρίζει τα πάντα. Ρίξτε συνολικά δύο μάρκα σε κέρματα στη σχισμή και πατήστε το φαρδύ, κόκκινο κουμπί."
Παραξενεύτηκε ο Βασίλης, του περίσσευαν και μερικά μάρκα, στην πατρίδα του γυρνούσε, το τρένο δεν θα ερχότανε για δέκα λεπτά ακόμη, έριξε το αντίστοιχο των δύο μάρκων στη σχισμή και πάτησε το κουμπί. Το φωτεινό μήνυμα έσβησε, μετά ξανάναψε δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξαναέσβησε, περίεργοι ήχοι ακούστηκαν, και τελικά το εξής μήνυμα άρχισε να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Έχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης κοκκάλωσε. Ανάπνευσε, κούνησε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά, έβγαλε τα γυαλιά του, τα έτριψε, ψυχοψάχτηκε, ανέλυσε, αλλά η απορία του έμεινε: Πως είναι δυνατόν μία μηχανή στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου να ξέρει τα πάντα για αυτόν;
Μονομιάς, μπαίνει μέσα στο σταθμό, χαλάει μερικά μάρκα ακόμη, πηγαίνει στις τουαλέτες, ανοίγει μία από τις βαλίτσες του, φοράει ένα εντελώς διαφορετικό παντελόνι, τρεις μπλούζες, από τις οποίες τη μία
Ανάποδα, χτενίζει τα μαλλιά του από την αντίθετη φορά, αντικαθιστά της αρβύλες του με ένα ζευγάρι δερμάτινα σαντάλια, βάζει όλα τα χαρτιά του (ταυτότητες, διαβατήρια, πιστωτικές κάρτες) μέσα στη βαλίτσα, παραδίδει τη βαλίτσα για φύλαξη και ξαναπάει μπρος στο μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, κόκκινο κουμπί.
Το φωτεινό μήνυμα σβήνει, ξανανάβει δείνοντας περίεργα ακατανόητα σχήματα, ξανασβήνει, περίεργοι ήχοι ακούγονται, και τελικά το εξής μήνυμα αρχίζει να κυλάει στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Ο Βασίλης τα παίρνει. Τρεχάτος μπαίνει στο σταθμό, ανακτάει της βαλίτσες του από την υπηρεσία φύλαξης, μπαίνει στις τουαλέτες, βγάζει ένα μεγάλο ξυράφι, ξυρίζει το κεφάλι του, γδύνεται εντελώς, φοράει το πορτοκαλί ράσο που μόλις αγόρασε από το τμήμα σουβενίρ του σταθμού, και ξυπόλυτος τρέχει πίσω στο μηχάνημα, το οποίο μετά από την γνωστή διαδικασία αναβοσβήματος των λαμπιονιών του, δίνει την ίδια απαράλαχτη απάντηση:
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη και περιμένεις το τρένο των 19:00 για να γυρίσεις σπίτι σου."
Τρελαίνεται. Αγοράζει ένα σετ αλυσίδες από το τμήμα σουβενίρ, μια ξανθή μακρυμάλλικη περούκα, δερμάτινο παντελόνι, μαντήλες, ραφτά iron maiden, τα φοράει όλα, υιοθετεί προσωρινά καμπoυριασμένο περπάτημα και κακόμοιρο ύφος και πλησιάζει το μηχάνημα. Ρίχνει το αντίστοιχο δύο μάρκων σε κέρματα στη σχισμή και πατάει το φαρδύ, τεράστιο και εχθρικό κόκκινο κουμπί. Η μηχανή σβήνει, ξανανάβει, θορυβεί, και ξανασβήνει. Κανει μια μετρήσιμη παύση και τελικά, με μεγάλα γράμματα το παρακάτω μήνυμα αρχίζει να κυλάει από τα δεξιά προς τα αριστερά πάνω στον πίνακα (στα γερμανικά, πάντα):
"Είσαι ο Βασίλης Τσάπας, μετανάστης από την Ελλάδα, που πέρασες δεκαπέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά στο Μόναχο. Εχεις γυναίκα και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη, αλλά με τις αηδίες που έκανες έχασες το τρένο των 19:00 για θεσσαλονίκη και δεν θα γυρίσεις σπίτι σου. Τουλάχιστον όχι σήμερα."