Μια μέρα η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να φέρουν από ένα φρούτο ή ένα λαχανικό για να μάθουν να τα αναγνωρίζουν .
- Τι έφερες , Μαρία ;
- Εγώ έχω φέρει ένα πράγμα που είναι στρογγυλό , πορτοκαλί , νόστιμο και πολύ ζουμερό .
- Για πείτε μου παιδιά , τι έφερε η Μαρία ;
- Πορτοκάλιιιιιι , απαντούν τα παιδιά . Και η Μαρία έβγαλε από την τσάντα της το πορτοκάλι και το έδειξε στα παιδιά .
- Τι έχεις εσύ , Γιαννάκη ;
- Έχω ένα πράγμα πράσινο, που έχει γύρω - γύρω μεγάλα πράσινα φύλλα και είναι πολύ νόστιμο .
- Για πείτε μου παιδιά , τι έχει ο Γιαννάκης ;
- Μαρούλιιιιιιιι , απαντούν τα παιδιά . Και ο Γιαννάκης έδειξε το μαρούλι που είχε σε μια σακούλα .
Αυτό συνεχίστηκε για ώρα μέχρι που όλα σχεδόν τα παιδιά μίλησαν γι αυτά που έφεραν . Όση ώρα μιλούσαν τα άλλα παιδιά η δασκάλα έριχνε κλεφτές ματιές στο Μπόμπο , ο οποίος καθόταν ήσυχος στο θρανίο του έχοντας το δεξί του χέρι συνέχεια στην τσέπη του παντελονιού του .
Φοβόταν λίγο να τον ρωτήσει αλλά στο τέλος του είπε δειλά :
- Εσύ, Μπόμπο, έφερες κάτι ;
- Εγώ , έχω κάτι που είναι λίγο σκούρο , μακρουλό και λίγο χοντρουλό . Της μαμάς μου και της αδελφής μου τους αρέσει πολύ , λένε ότι είναι νοστιμότατη , τρελαίνονται γι αυτή , αλλά εμένα δε μ αρέσει , είναι αηδία ! Να τη βγάλω ;
- Όχι ! φωνάζει έντρομη η δασκάλα .
- Α ! κατάλαβα , λέει γελώντας ο Μπόμπος . Ούτε σε σας αρέσει η πατάτα !
Κάθονται τρια γεροντάκια και λένε τα παλιά ... Και από δω από κει φτάνει η κουβέντα στο ποιος ήταν ο πιο απαίσιος ήχος που άκουσε ο καθένας στη ζωή του ... Αρχίζει ο πρώτος :
- Κάποτε βρέθηκα στην Αφρική και ΑΚΟΥΣΑ ένα κοπάδι εξαγριωμένους ελέφαντες να έρχονται προς το μέρος μου και χώρο να καλυφτώ δεν είχα ... τέλος πάντων , τέλος καλό , όλα καλά .
Συνεχίζει ο δεύτερος :
- Εγώ έκανα πιλότος και κάποτε που πετούσα πάνω απ` τον τρικυμισμένο ωκεανό άρχισε ο κινητήρας να κάνει έναν ΘΟΡΥΒΟ σαν να σταματούσε ... τέλος πάντων , τέλος καλό , όλα καλά .
Και ο τρίτος :
- Εγώ μια φορά ήμουνα με μια γυναίκα και γυρίζει ο άντρας της και μας κάνει τσακωτούς στο κρεβάτι . Τρέχω στο παράθυρο και πηδάω έξω ...
Οι άλλοι :
- Και ο ήχος ; ο ήχος ;
Ο τρίτος :
- Κάντε υπομονή , γιατί μου πέφτει δύσκολο . Το θυμάμαι και ανατριχιάζω .
Μετά από λίγο ...
- Πηδάω λοιπόν απ` το παράθυρο και ο άντρας της προλαβαίνει και με γραπώνει απ` τ` αρ***ια . Να κρέμομαι λοιπόν απ` τ` αρ***ια ... και τοτε ακούω τον ΠΙΟ ΑΠΑΙΣΙΟ ήχο της ζωής μου ! Τον ήχο που κάνει κάποιος που προσπαθεί να ανοίξει έναν σουγιά με τα δόντια !
Ναυαγούν σ ένα ξερονήσι ένας Γερμανός, ένας Γάλλος κι ένας Πόντιος. Ως εκ φύσεως πιο οργανωτικός, ο Γερμανός αναλαμβάνει να καταστρώσει ένα σχέδιο για να σωθούν. Προσπαθεί λοιπόν με σπαστά αγγλικά να συνεννοηθεί με τους άλλους.
- First we gather things. I bring water. You, λέει του Γάλλου, food. Ok?
- Ok.
Γυρνάει και στον Πόντιο.
- You supplies. Ok?
- Ok.
- We meet here twelve oclock tomorrow.
Φεύγουν λοιπόν προς διαφορετικές κατευθύνσεις για να βρει ο καθένας ό,τι είχε αναλάβει. Την άλλη μέρα κατά τις 11.30 φτάνει ο Γερμανός στο προσυμφωνημένο σημείο με φλασκιά γεμάτα γλυκό νερό, και ύστερα από 5-10 λεπτά και ο Γάλλος με φρούτα καρπούς και φέτες κρέας. Περιμένουν λοιπόν τον Πόντιο, ο οποίος δεν έχει φανεί, με κάποια ανησυχία. Φτάνει 12 παρά δέκα, παρά 5, παρά 3, πουθενά! Ώσπου στις 12 ακριβώς πετάγεται πίσω από έναν θάμνο με τα χέρια προτεταμένα και φωνάζει:
" Σαπλάιζ!"