Αληθινές κλίσεις στο 131 του ΟΤΕ:
1 Θέλω ένα τηλέφωνο να πάρω εκεί που μιλάω με τους άλλους (τα 090...).
2 - Μήπως έχετε καταχωρημένο στον κατάλογο και το κινητό;
- Σε ποια εταιρία είναι;
- Είναι Panasonic την εταιρία δεν την γνωρίζω.
3 Βρες μου λίγο το τηλέφωνο ενός σταθμού. Εκπέμπει στους 104.5 εδώ στην Καρδίτσα.
4 Θα ήθελα το τηλέφωνο του Cosmote στο ταχυδρομείο της Καστοριάς.
5 Θα ήθελα ένα τηλέφωνο που δεν το έχω. Δεν ξέρω όνομα, μόνο την οδό.
6 Θέλω την καλλιτέχνιδα την Λουίζα στην Αμερική, στο Σαν Φρανσίσκο.
7 - Θέλω να μάθω σε ποιόν ανήκει ένα τηλέφωνο.
- Για δώστε μου το τηλέφωνο.
- Ποιό το δικό μου;
- Όχι φυσικά, αυτού που σας πήρε.
- Α, αυτό δεν το ξέρω. Αλλά μόλις τώρα με πήρε και με έβρισε.//
8 - Θα ήθελα το τάδε τηλέφωνο.
- (μετά από πολύ ψάξιμο...) Δεν υπάρχει, μάλλον θα είναι απόρρητο.
- Μα πως ειναι απόρρητο, αφού το έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια. Ήταν πάνω στο τραπεζάκι και ήταν κόκκινο.
9 Θα μπορούσατε να με ξυπνήσετε αύριο στις έξι;
10 Θα ήθελα το τηλέφωνο της Toyota Corolla.
11 - Θα ήθελα το κτηνιατρείο της Ορεστιάδας.
- Δηλαδή την διεύθυνση κτηνιατρικής;
- Όχι την διεύθυνση, το τηλέφωνο θέλω.
12 - Το τηλέφωνό μου δεν λειτουργεί.
- Ποιό είναι;
- Το τάδε στο τάδε όνομα.
- Απ ότι βλέπω δεν είναι καταχωρημένο στους καταλόγους μας.
- Μα πως είναι δυνατόν; Αφού κάναμε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες στον ΟΤΕ. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν πληρώσαμε. Λέτε να φταίει αυτό;
13 Θα ήθελα ενα σπίτι στη Νιγρίτα. Όποιο να ναι, για να μάθω αν πέθανε
Κάποιος.
14 Γειά σας. Έχουμε βάλει μια αγγελία στο τάδε τηλέφωνο. Μήπως ξέρετε γατί πρόκειται;
15 - Τον υπουργό δημοσίας τάξης θα ήθελα.
- Το τηλέφωνό του είναι... τάδε.
- Έλληνας είναι αυτός;
- Ναι γιατί;
- Γιατί εγώ είμαι Βούλγαρος.
Κυριακάτικο πρωινό στην κουζίνα και η σύζυγος τηγανίζει αυγά. σύζυγος, αγουροξυπνημένος, ετοιμάζει τον καφέ, πίνει μια γουλιά και μετά πάει και στέκεται ακριβώς δίπλα από την σύζυγο, παρατηρώντας προσεκτικά τα αυγά. Πίνει άλλη μια γουλιά καφέ... Και αρχίζει να φωνάζει πανικόβλητος:
- Πρόσεχε... ΠΡΟΣΕΧΕ! Βάλε κι άλλο βούτυρο! Θεούλη μου! Έχεις βάλει μαζί στο τηγάνι! ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ Γύρνα τα. Γύρνα τα ΤΩΡΑ! Χρειάζονται κι άλλο βούτυρο. Μα που θα βρούμε κι άλλο ΒΟΥΤΥΡΟ; Ωραία... ΠΡΟΣΕΧΕ, θα σου ΚΟΛΛΗΣΟΥΝ! Προσεχτικά... ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ! Σου είπα ΠΡΟΣΕΧΕ! Ποτέ δεν μ’ ακούς εμένα... ΠΟΤΕ! Γρήγορα! Γύρνα τα ΓΡΗΓΟΡΑ! Είσαι τρελή; Τα έχεις παίξει; ξεχάσεις να τα αλατίσεις, όλο το ξεχνάς το αλάτι. Βάλε αλάτι. ΑΛΑΤΙ! ΒΑΛΕ ΑΛΑΤΙ ΣΟΥ ΕΙΠΑ!Η γυναίκα έχει μείνει αποσβολωμένη.- Τι έπαθες άνθρωπε μου; Τι φωνάζεις μέσα στο αυτί μου;Ο σύζυγος ξαφνικά ηρεμεί τελείως και απαντάει...- Ήθελα να σου δείξω πως είναι να σε έχω συνοδηγό όταν οδηγάω.
Κάποτε κάποιος στο γυρισμό του στο χωριό απο τη πόλη συνάντησε έναν συγχωριανό του να του κάνει οτοστόπ.
- Χαίρεται πατριώτή.
- Γειά σου καισενα πατριώτη. Στο χωριό πάς;
- Ναι, εσύ;
- Στο χωριό πάω, έλα μέσα να μη τυρανιέσαι εκεί έξω στη ζέστη.
Καθοδόν, ξαφνικά πετιέται στη μέση του δρόμου ένας σκύλος. Ο οδηγός προσπάθησε να τον αποφύγει αλλά ήταν αδύνατον και έτσι μοιραία επήλθε η σύγκρουση. Ο σκύλος όμως δεν πέθανε αλλά έμεινε να χαροπαλεύει στη μέση του δρόμου. Κατεβαίνοντας ο οδηγός βγάζει ένα μαχαιρι και "αποτελείώνει" τον άτυχο σκύλο μπροστά στα μάτια του έκπληκτου συνχωριανού.
- Για να μήν τυρανιέται το καημένο!
Ξαναεπιβιβάζονται στο όχημα και πιο πάνω σε μιά στροφή πετιέται στη μέση του δρόμου ένα πρόβατο. Χωρίς να το θέλει ο οδηγός τρακάρει με το πρόβατο με αποτέλεσμα να το αφήσει και αυτό να χαροπαλέυει στη μέση του δρόμου.
Χωρίς να χάσει ώρα κατεβαίνει απο το όχημα και βγάζοντας το μαχαίρι του σφάζει το πρόβατο.
- Για να μη τυρανιέται το καημένο, λέει πάλι στον τρομαγμένο συγχωριανό του.
Σε μία στροφή πιο πάνω ο οδηγός χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να καταλήξουν αναποδογυρισμένοι μέσα σε ένα χωράφι.
- Ο οδηγός χωρίς να πάθει τίποτα καταφέρνει να βγεί απο το αυτοκίνητο και πάει να βοηθήσει τον συνεπιβάτη του.
- Φίλε μου είσαι καλά, έπαθες τίποτα; Θεέ μπυ παραλίγο να μας σκοτώσω.
Και ο συγχωριανός, βάζοντας τα μισοπεταπένα εντόσθια του μέσα στη κοιλιά του:
- Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα!
- Ένας πιλότος σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα και επειδή είχε αμαρτήσει, πάει στην κόλαση. Τον υποδέχεται ο Διάβολος και τού λέει "υπάρχουν τρεις πόρτες, άνοιξε να δεις τι έχει η κάθε μία και να διαλέξεις".-Ανοίγει ο πιλότος την πρώτη πόρτα, βλέπει έναν εξομοιωτή πτήσης κιέναν βλοσυρό εκπαιδευτή να έχει βάλει κάτω έναν ταλαίπωρο και να τον ταράζει στην εξέταση. Ανοίγει την δεύτερη πόρτα, βλέπει έναν άλλο ταλαίπωρο να κάθεται να διαβάζει ένα εγχειρίδιο 5000 σελίδων, κιέναν επίσης βλοσυρό εκπαιδευτή να τον μαστιγώνει κάθε που σηκώνει κεφάλι από το βιβλίο.- Ανοίγει την τρίτη πόρτα, βλέπει έναν βλοσυρότερο κυβερνήτη να βρίζει τον συγκυβερνήτη του ότι είναι ηλίθιος, αδέξιος, βλάκας και όλα τα κακά τής Γης. Υπάρχει όμως και μία τέταρτη πόρτα. Την ανοίγει και βλέπει έναν πιλότο περιτριγυρισμένο από όμορφες κοπέλες που τού κάνουν διάφορες περιποιήσεις και αυτός τούς φέρνεται σατραπικά. Πάει λοιπόν και λέει στον Διάβολο "βρήκα μία τέταρτη πόρτα, εκεί μέσα περνάει ωραία ο τύπος, εκεί θα με βάλεις".
- "Λάθος πόρτα διάλεξες μεγάλε", τού λέει ο Διάβολος, "εκεί μέσα είναι η κόλαση για τις αεροσυνοδούς".
Πάει ένας στο περίπτερο και λέει στον περιπτερά:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- 500.000 κόλλες ούχου; λέει ο περιπτερας. Εδώ είναι περίπτερο, όχι εργοστάσιο. Εχω να σου δώσω 50 κόλλες αλλά 500.000 όχι. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στις αποθήκες πιο κάτω και ζήτα.
Πάει λοιπόν και αυτός στις αποθήκες βρίσκει έναν υπάλληλο και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Λέει ο υπάλληλος:
- 500.000; Δεν έχουμε τόσες. Πήγαινε στο εργοστάσιο πιο κάτω και ζήτα όσες θες.
Πάει λοιπόν ο φουκαράς μέχρι το εργοστάσιο. Βρίσκει εκεί έναν εργάτη και του λέει:
- Θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
- Πόσες;! λέει ο εργάτης. Φίλε μου, δεν έχουμε τέτοιο απόθεμα. Αν θες τόσες πολλές πήγαινε στην Αίγινα στο μοναστήρι του Αγιου Νεκτάριου και ζήτα όσες θες.
Παραξενεμένος αυτός πάει στην Αίγινα. Πηγαίνει στο μοναστήρι, χτυπάει την πόρτα, του ανοίγει ένας μοναχός και του λέει:
- Πάτερ, θα ήθελα 500.000 κόλλες ούχου.
Του λέει ο μοναχός:
- Περίμενε.
Χτυπάει παλαμάκια ο μοναχός και εμφανίζονται μέσα σε δευτερόλεπτα μοναχές, μοναχοί, παπαδοπαίδια κουβαλώντας κασόνια με κόλλες ούχου. Του λέει λοιπόν ο μοναχός:
- Ορίστε οι 500.000 κόλλες που ζήτησες.
Παθαίνει πλάκα αυτός και γεμάτος απορία λέει στον μοναχό:
- Καλά πάτερ μου, πήγα σε αποθήκες, σε εργοστάσια, και κόλλες δεν πήρα, εσύ που τις βρήκες τόσες πολλές;
- Τέκνο μου, του λέει, ξέρεις που ήρθες; Ξέρεις τι είναι εδώ;
- Όχι, δεν ξέρω, του απαντά ο άλλος.
- Εδώ είναι του Αγιου Νεκτάριου του πολυΟΥΧΟΥ.