Καθόταν στο παγκάκι ένας γεράκος σκυφτός και στεναχωρημένος. Στο ίδιο παγκάκι καθότανε και ο Ιησούς που φαινόταν το ίδιο στεναχωρημένος. Κοιτάζει δίπλα του και βλέπει τον γεράκο:
- Τι έχεις εσύ και είσαι 4, τον ρωτάει ο Ιησούς.
- Τι να έχω παιδάκι μου, έχω χάσει εδώ και καιρό τον γιο μου και είμαι πολύ 4. Εσύ γιατί φαίνεσαι σκεφτικός;
- Γιατί εγώ έχω χάσει τον πατέρα μου εδώ και καιρό, εσύ από που είσαι και τι δουλειά κάνεις;
- Από αυτά τα μέρη είμαι και είμαι ξυλουργός.
- Ξυλουργός; Και ο γιος σου πόσο χρονών είναι;
- Εεε δεν θα είναι 30
Ο Ιησούς ταράζεται. Αυτός ο άνθρωπος μάλλον είναι ο πατέρας του ο Ιωσήφ. Η χαρά του είναι απίστευτη.
- Και εγώ είμαι 30 4 και ο πατέρας μου είναι ξυλουργός... απίστευτο πατέρα...
- Δεν το πιστεύω... Έλα στην αγκαλιά μου Πινόκιο!...
- Φίλε μου, αδερφέ μου, θέλω μόνο μια χάρη από σένα.
- Τί θες να κάνω;
- Θέλω να πας στον παπά και να τον καθυστερήσεις να πάει στο σπίτι του.
- Γιατί ρε φίλε; Τί τρέχει;
- Να, ξέρεις... Έχω σχέση με την παπαδιά και σκέφτηκα μήπως μπορείς να με βοηθήσεις.
- Εγώ τέτοια πράγματα δε κάνω και να μου κάνεις τη χάρη!
Με τα πολλά όμως, ο φίλος πείθεται και πάει στην εκκλησία να καθυστερήσει τον παπά. Τον πετυχαίνει την ώρα που ο παπάς κλείδωνε την πόρτα της εκκλησίας.
- Πάτερ!
- Τί είναι τέκνο μου; Τί σου συμβαίνει;
- Παπά, θέλω να εξομολογηθώ.
- Τέτοια ωρα βρήκες να έρθεις; Έλα αύριο να κάνουμε το μυστήριο.
- Όχι παπά μου, εγώ τώρα νοιώθω την ανάγκη να το κάνω.
Τί να κάνει ο παπάς, άνοιξε την εκκλησία.
- Λοιπόν σε ακούω, του λέει, αφού έβαλε το πετραχήλι. Μα κάπου σε ξέρω. Μήπως είσαι ο γιος του φίλου μου του Σταμάτη από το διπλανό χωριό;
- Ναι.
- Βρε, τί κάνουν οι δικοί σου;
- Καλά είναι πάτερ. Με την κουβέντα βγήκαν μακροσυγγενείς, υποστήριζαν και την ίδια ομάδα, ψήφιζαν και το ίδιο κόμμα.
- Για πες μου λοιπόν, τί θες να ομολογήσεις;
- Παπά, δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Ο φίλος μου τα έχει με την παπαδιά και με έβαλε να σε καθυστερήσω για να πάει να την βρει. Τρελάθηκε ο παπάς, άφρισε, άρχισε να φέρνει βόλτα την εκκλησιά μουρμουρώντας. Στο τέλος, ηρεμεί λίγο, και γυρνά πάλι στον χωριανό και του λέει:
- Βρε βλάκα, είσαι παντρεμένος;
- Ναι παπά μου, λέει αυτός.
- Τράβα, βρε ηλίθιε, γρήγορα σπίτι σου, γιατί η παπαδιά έχει πεθάνει εδώ και χρόνια!
Τέσσερις γυναίκες, μια ξανθιά και τρεις μελαχρινές πέθαναν και πήγαν στον παράδεισο. Πριν μπουν μέσα ρωτάει ο Αγιος-Πέτρος μια απ΄ τις μελαχρινές:
- Μήπως όσο ήσουν ζωντανή έπιασες πέος;
- Για να είμαι ειλικρινής, Αγιε Πέτρο μου, απαντάει εκείνη, ακούμπησα έναν λίγο.
- Βλέπεις εκείνη τη στέρνα; της λέει εκείνος. Πήγαινε γρήγορα πλύνε καλά το χέρι σου και μπες στον παράδεισο.
Ύστερα ρωτάει την επόμενη μελαχρινή:
- Εσύ μήπως έπιασες πέος;
- Αγιε μου, εδώ που φτάσαμε είναι κρίμα να σας πω ψέματα. Έπιασα και με τα δυο μου τα χέρια και μάλιστα πολλές φορές.
- Ντροπή σου ξετσίπωτη, της λέει εκείνος. Πήγαινε στη στέρνα, τρίψε γερά τα χέρια σου και μετά μπες στον Παράδεισο.
Πηγαίνει να ρωτήσει την τελευταία μελαχρινή, αλλά πετιέται έξαλλη η ξανθιά και λέει:
- Δεν πιστεύω, Αγιε μου, να με βάλεις να πλύνω το στόμα μου εκεί που θα έχει πλύνει πρώτα αυτή τον κώλο της;
Πεθαίνει ένας τυπάκος και πάει καρφί κόλαση, και παρουσιάζεται στον Διάβολο:
- Ρε συ, πολύ σκυθρωπός φαίνεσαι, λέει ευχάριστα ο Διάβολος.
- Ε, όσο να είναι κόλαση, ξέρω και τις φήμες, λέει ο τυπάκος εμβρόντητος. Μετανιώνω για όσα έκανα για να καταλήξω εδώ...
- Ίσως να μην είναι και τόσο άσχημα όσο νομίζεις... Να σου πω, καπνίζεις;
- Ε, κάνα πακετάκι την ημέρα, το κάπνιζα...
- Τις Δευτέρες έχουμε μέρα καπνίσματος με τα καλύτερα τσιγάρα, από όλο τον κόσμο, και για καρκίνο τι να φοβηθείς; Ήδη νεκρός είσαι!
Ο τύπος ανακουφίζεται λίγο.
- Πίνεις; ξαναρωτά ο Διάβολος.
- Ε, κάνα ουισκάκι πάντα το χτύπαγα κάτω.
- Τις Τρίτες είναι μέρα ποτού, με τα καλύτερα και ποιο ακριβά
Ποτά του κόσμου. Για συκώτια μη φοβάσαι, νεκρός είσαι...
Ο τύπος παίρνει λίγο τα πάνω του πλέον!
- Τζογάρεις;
- Για να είμαι ειλικρινής, μετανιώνω που άφησα την οικογένεια μου στο δρόμο, εξαιτίας του πάθους μου για το καζίνο, αλλά ναι τζογάριζα...
- Τετάρτες στρώνουμε χαρτάκι και όσοι 8ελουν μπαρμπουτάκι - και να χρεοκοπήσεις στα @@@ σου...
Ο τύπος τώρα μέσα του λεει:
"Ρε δεν είναι κι άσχημα, καλά που ήρθα εδώ"...
- Κανά τσιγαριλίκι έκανες; Πες αλήθεια.
- Ναι, έπινα κανένα που και που...
- Πέμπτες ημέρα ναρκωτικών, οι καλύτερες κόκες από Κολομβία, τα πάντα... Και να εθιστεις τι σε νοιάζει. Νεκρός είσαι.
Ο τύπος πλέον είναι με χαμόγελο πλατύ και στα όρια της ευτυχίας...
Ο διάβολος σκύβει προς το μέρος του και τον ρωτά:
- Να σου πω, μεταξύ μας, τον έπαιρνες που και που από πίσω;
- Α, σατανά μου, όλες τις αμαρτίες έχω κάνει, αλλά αυτό ΠΟΤΕ.
- Χμμμ... τότε οι Παρασκευές θα είναι ζόρικες...
Πάει μια μέρα ένας κύριος σε έναν κτηνοτρόφο:
{1}- Γεια σας κύριε τι κάνετε;
{2}- Καλά είμαι, εσείς;
{1}- Καλά είμαι, τι θέλετε;
{2}- Να τίποτα, κοιτάζω τις κότες σας...
{1}- Ααα! έχω πολύ καλές κότες. Καλοθρεμμένες... αλλά και οι κόκορες γαμάνε πολύ και είναι πολύ καρπεροί.
{2}- Ναι κύριε, μπράβο σας, αλλά εγώ ένα θέλω να μάθω: τι τις ταΐζετε;
{1}- Α, τις ταΐζω σιτάρι...
{2}- Σιτάρι; 50.000 πρόστιμο (Εφοριακός)...
Πάει την άλλη μέρα...
{2}- Καλημέρα κύριε, πως πάνε οι κότες σας σήμερα;
{1}- Εεεε καλά... Έιναι λίγο αρρωστούλες, δεν τρώνε πολύ σήμερα, αλλά και οι κόκορες δεν είναι και πολύ καρπεροί αυτές τις μέρες...
{2}- Εντάξει κύριε, αλλά εγώ θέλω να μάθω τι τις ταΐζετε;
{1}- Καλαμπόκι...
{2}- Καλαμπόκι; 100.000 πρόστιμο!
Πάει την άλλη μέρα.
{2}- Καλημέρα κύριε, πως πάνε οι κότες σας σήμερα;
{1}- Αχχ! Χάλια, έχουν ανορεξίες, σχεδόν δεν τρώνε καθόλου, αλλά και οι κόκορες έχουν αγαμίες... Χάλια!
{2}- Εντάξει κύριε, αλλά εγώ θέλω να μάθω τι τις ταΐζετε;
{1}- Δεν ξέρω, τους δίνω και τρώνε έξω!