Ο σύζυγος απουσιάζει από την οικία και η σύζυγος βρίσκεται στο κρεββάτι με τρεις εραστές.
Ξάφνου, ακούγεται το αυτοκίνητο του συζύγου. Βιαστικά η σύζυγος, αφού ντυθήκαν, βάζει τον έναν εραστή στην κουζίνα, τον άλλο στο μπάνιο και τον άλλο τον βγάζει στο μπαλκόνι και κλείνει τις μπαλκονόπορτες (όχι τα παντζούρια). Μπαίνει ο σύζυγος, χαιρετά τη γυναίκα του και πάει στο μπάνιο να πλυθεί και βλέπει τον έναν.
- Τι κάνεις εσύ εδώ; ρωτάει.
- Είμαι υδραυλικός και ήρθα να επισκευάσω το καζανάκι, με φώναξε η σύζυγος.
- Α, καλά, είναι εντάξει τώρα;
- Ναι.
- Τι χρωστάμε;
- Εεε... δέκα χιλιάδες.
- Ορίστε.
Του δίνει το δεκαχίλιαρο και πάει στην κουζίνα να πιει ένα ποτήρι νερό και βλέπει τον άλλο.
- Τι κάνεις εσύ εδώ; ρωτάει.
- Είμαι ηλεκτρολόγος και ήρθα να επισκευάσω το φούρνο, με φώναξε η σύζυγος.
- Α, καλά, είναι εντάξει τώρα;
- Ναι.
- Τι χρωστάμε;
- Εεε... δέκα χιλιάδες.
- Ορίστε.
Και του δίνει ένα δεκαχίλιαρο.
Και εκείνη τη στιγμή, ο τρίτος που παρακολουθούσε ανελλιπώς τα δρώμενα από το μπαλκόνι, χωρίς όμως να μπορεί να ακούσει τους διαλόγους, ανοίγει τη μπαλκονόπορτα και προχωράει προς τον σύζυγο με απλωμένο χέρι λέγοντας:
- Και εγώ γάμησ.., και εγώ γάμησ...
Δυο μοναχοί σε ένα ερημικό μοναστήρι συνομιλούν:
Α: Δεν κάθεσαι να σε απαυτώσω εδώ στην ερημιά που δεν περνάει και η ώρα
ΒΒΒ: Απαπα. Δεν είμαι τέτοιος εγώ. Ακου εκεί ...
Α: Έλα μωρέ τώρα με μια φορά δεν γίνεσαι πούστης.
ΒΒΒ : Είπαμε δεν κάθομαι.
Α: Ρε συ μια φορά θα σε γ**σω μόνο μη φοβάσαι ότι θα γίνεις πούστης.
Τέλος πάντων με τα πολλά πολλά τον έπεισε και έγινε ότι έγινε .
Την άλλη μέρα:
Α: Πως πάει καλά. Ξέρεις τι λέω; Να επαναλάβουμε τα χθεσινά.
ΒΒΒ: Α δεν είσαι καλά.
Α: Μα μην τρελαίνεσαι, με δυο φορές νομίζεις πως θα γίνεις πούστης; Στο λέω εγώ δεν θα γίνεις.
ΒΒΒ: Είπαμε δεν το ξανακάνω. Το έκανα μια φορά και τελείωσε.
Α: Εγώ επιμένω, με δυο φορές δεν γίνεσαι πούστης.
Και όπως και πριν μετά από αρκετές διαβουλεύσεις, τον πείθει και κάθεται. Την τρίτη μέρα ο ΒΒΒ πλησιάζει μαζεμένος, ντροπαλός με την ουρά στα σκέλια και ρωτάει "Δεν μου λες... με την τρίτη φορά γίνεσαι πού**ης;"
Ο Μιχάλης στον φίλο του:
- Κώστα, θέλω να μου κάνεις μία χάρη.
- Τι χάρη θέλεις Μιχάλη;
- Να... ξέρεις θέλω να πας στον παπά να εξομολογηθείς.
- Και τι να εξομολογηθώ ρε Μιχάλη;
- Τίποτα ρε βλάκα, απλώς θέλω να τον απασχολήσεις, για να πάω να πηδήξω την γυναίκα του.
- Κάτσε ρε Μιχάλη δεν είναι σωστό αυτό.
- Κωστάκη είμαστε ή δεν είμαστε φίλοι; Εγώ δεν σου έχω αρνηθεί μέχρι τώρα σε τίποτα.
- Αντε να το κάνω, λέει ο Κώστας.
Πραγματικά πηγαίνει στην εκκλησία, βρίσκει τον ιερέα και αρχίζει μία μακροσκελέστατη εξομολόγηση, στην οποία όμως κάποια στιγμή ο ιερέας ανακαλύπτει πως κάτι δεν πάει καλά.
- Τέκνο μου, νομίζω πως παρ" ότι μου έχεις πει τόσα πράγματα, κάτι μου κρύβεις ακόμη και πρέπει να είναι σοβαρό διότι το βλέπω στα μάτια σου.
- Πατέρα, δεν μπορώ να το κρύψω άλλο στην ιερή αυτή στιγμή της εξομολόγησης και πρέπει να σου πω όλη την αλήθεια. Ο πραγματικός λόγος που ήρθα για εξομολόγηση είναι διότι μου το ζήτησε ο φίλος μου αλλά για κακό σκοπό.
- Δηλαδή τέκνο μου;
- Να... Μου είπε να σε απασχολήσω έτσι ώστε... Να πηδήξει την γυναίκα σου...
- Αμάν! Τέκνο μου είσαι και αμαρτωλός και κόπανος!
- Γιατί πατέρα μου;
- Την δικιά σου γυναίκα πηδάει κορόιδο, εγώ είμαι ιερομόναχος!
Σε ένα αεροπλάνο που από βλάβη ετοιμάζεται να κάνει αναγκαστική προσγείωση στη ζούγκλα είναι επιβάτες ένας Γερμανός ένας Αγγλος, ένας Τούρκος και ένας Πόντιος.
Τους πιάνουν οι Μπαμπούα τους πάνε στον αρχηγό τους που τους λέει τα εξής:
- Μάγκες ο θάνατος που σας περιμένει είναι βέβαιος. Εκτός εάν βρείτε το αγαπημένο φρούτο μου από το κήπο μου. Αν κάνετε όμως λάθος φρούτο και θα σας σκοτώσω αλλά και θα το βάλω στον κώλο σας!
Ανοίγει τη πόρτα του κήπου του και μένουν όλοι οι φίλοι μας με ανοικτό στόμα.
Περίπου 300.000 είδη φρούτων είχε καλλιεργήσει ο ΑρχιΜπαμπούα.
- Χλωμό το βλέπω λέει ο Πόντιος.
Πάει ο Γερμανός και σαν προνοητικός που είναι φέρνει ένα κεράσι.
- Δεν είναι αυτό του λέει και ΤΣΟΥΠ του το βάζει στο κώλο του.
Ο Αγγλος σαν ξενέρωτος που είναι φέρνει ανανά.
- Ούτε αυτό είναι ηλίθιε και ΤΣΟΥΠ του τακτοποιεί το κολάντερο.
Πάει και ο Πόντιος και φέρνει μια φράουλα.
- Σκύψε λέει ο Αρχιμπαμπούα και η φράουλα παρκάρισε στο συμπαθή κώλο του Πόντιου.
Ο Πόντιος όμως άρχισε να γελά δυνατά και να χτυπιέται.
Απορημένος ο ΑρχιΜπαμπούα τον βλέπει να έχει βάλει τα κλάματα από τα γέλια του και έτσι ρωτά τον Πόντιο:
- Σαν Πόντιος που είσαι δικαιολογείσαι αλλά πές μου γιατί γελάς;
- Σκέφτομαι τον Τούρκο που έρχεται με καρπούζια!