A young vampire bat came flapping in from the night, covered in fresh blood and perched himself on the roof of the cave to get some sleep. Before long, all the other bats smelled the blood and began hassling him about where he got it.
He was tired and needing a rest, so he told them to please leave him alone.
However, it was clear that he wasn't going to get any sleep until he satisfied their curiosity.
"OK!" he said with exasperation, "follow me," and he flew out of the cave with hundreds of bats following close behind him.
Down through the valley they went, across the river and into the deep forest.
Finally he slowed down and all the other bats excitedly gathered around him.
"Do you see that tree over there?" he asked.
"Yes, yes, yes!" the bats all screamed in a frenzy.
"Good," said the first bat, "I didn't!"
Ήταν κάποτε ένα τύπος που την είχε 50 εκ.
Ήθελε όμως να την μικρύνει κάπως γιατί δεν υπήρχε παντελόνι να την χωράει.
Πάει λοιπόν σε μια μάγισσα και της εξηγεί το πρόβλημά του.
Η μάγισσα:
- Κύριέ μου, εγώ δεν πολυκαταλαβαίνω γιατί θέλετε να ... συμμαζέψετε το πρόβλημα - προσωπικά δεν το βλέπω για πρόβλημα, εάν με πιάνετε- αλλα τέλοσπάντων θα πρέπει να κάνετε αυτό που θα σας πω.
- Για πείτε μου.
Βγάζει εναν χάρτη αυτή, και στη μέση είχε ένα μεγάλο δάσος.
Θα πάτε εδώ στη μέση, στη λιμνούλα, τα μεσάνυχτα. Θα βρείτε εκεί έναν βάτραχο που μιλάει. Είναι ο μόνος βάτραχος, και ο μόνος που μιλάει. Θα φαίνεται, όλο το βράδυ κάνει φασαρία.
Λοιπόν, με το που τον βρείτε θα πρέπει να του πείτε κάτι ώστε αυτός να απαντήσει Κάθε φορά που θα λέει ΟΧΙ, θα σας μικραίνει κατα δέκα εκατοστά! ΟΚ;
- Οκ
Πάει λοιπόν ο φίλος μας στο δάσος τα μεσάνυχτα.
Βρίσκει τον βάτραχο, σκέφτεται την ερώτηση και του λέει:
- Θες να με παντρευτείς;
Ο βάτραχος τον κοιτάει καλά καλά και του λέει
"Οχι"
40 εκατοστά.
"Ωραία" σκέφτεται.
Του ξαναλέει
"Θες να με παντρευτείς ;"
"Οχι!"
30 εκατοστά.
"Ωραίαααα. Άλλη μια φορά και θα'μαστε ΟΚ" σκέφτεται.
Του ξαναλέει:
"Θες να με παντρευτείς ;"
Και ο βάτραχος:
"Εεεε είπαμε ρε φίλε! ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ !"
Ήταν ένας ελέφαντας και ένα μυρμήγκι και είχαν μόνο ένα εισητήριο για το σινεμά.
- Μην σε νοιάζει, λέει ο ελέφαντας, θα σε κρύψω πίσω από το αυτί μου για να μην σε δουν.
Πάει ο ελέφαντας να μπει στο σινεμά:
- Γειά σας, λέει ο τύπος που ελέγχει τα εισητήρια.
- Γειά σας, λέει ο ελέφαντας.
- Μόνος σας είστε;
- Ναι, είμαι μόνος μου.
- Και αυτός πίσω από το αυτί σας ποιός είναι;
Πάνε πάλι πίσω.
- Θα σε κρύψω στην προβοσκίδα μου, λέει ο ελέφαντας.
Ξαναπηγαίνουν στο σινεμά:
- Γειά σας, λέει ο τύπος που ελέγχει τα εισητήρια.
- Γειά σας, λέει ο ελέφαντας.
- Μόνος σας είστε;
- Ναι, είμαι μόνος μου.
- Και αυτός στην προβοσκίδα σας ποιός είναι;
Πάνε πάλι πίσω.
- Να δοκιμάσουμε να σε κρύψω εγώ κάπου; ρωτάει ο μυρμήγκι.
- Ναι, αλλά δεν νομίζω να πετύχει, λέει ο ελέφαντας.
Πιάνει το μυρμήγκι και τυλίγει τον ελέφαντα με αλουμινόχαρτο.
Πάνε πάλι στο σινεμά:
- Γειά σας, λέει ο τύπος που ελέγχει τα εισητήρια.
- Γειά σας, λέει το μυρμήγκι.
- Μόνος σας είστε;
- Ναι, είμαι μόνος μου.
- Και αυτό εδώ τί είναι;
- Μυστήριος είσαι, ρε φίλε! λέει το μυρμήγκι. Να μην φέρω και ένα σαντουιτσάκι για το διάλειμμα;
Περί Γυμναστικής:
Η γιαγιά μου άρχισε να περπατά 5χλμ την μέρα όταν ήταν 60. Σήμερα είναι 97 χρονών, και δεν έχουμε ιδέα που στο καλό είναι!
Ο μόνος λόγος που θα μπορούσα να ξεκινήσω τζόκινγκ είναι για να ξανακούσω λαχάνιασμα.
Γράφτηκα σε ένα γυμναστήριο πέρσι, έσκασα 400 ευρώ, και δεν έχω χάσει γραμμάριο. Δηλαδή πρέπει να πηγαίνω κιόλας;
Εγώ ξεκινάω την γυμναστική πολύ νωρίς το πρωί, γιατί αλλιώς ο εγκέφαλος μου συνειδητοποιεί τι κάνω.
Δεν γυμνάζομαι καθόλου. Αν ο Θεός ήθελε να αγγίζουμε τα δάχτυλα των ποδιών μας, θα τα έβαζε κάπου πιο κοντά στα χέρια μας.
Μου αρέσουν οι μακρινοί περίπατοι, ειδικά όταν τους κάνουν τα άτομα που με ενοχλούν.
Έχω αγύμναστους μηρούς, αλλά ευτυχώς το στομάχι μου τους καλύπτει.
Το πλεονέκτημα του να γυμνάζεσαι καθημερινά είναι ότι πεθαίνεις υγιέστερος.
Δεν κάνω ποτέ τζόκινγκ. Κάνει τον πάγο να αναπηδά στο ποτήρι μου.
Καλοκαίρι. Ζέστα. Μεσημέρι.
Ο μέρμηγκας, με ένα φανελάκι εργασίας, μούσκεμα στον ιδρώτα, σέρνει ένα τεράστιο στάχυ.
Ησυχία.
Έξαφνα, από τη γωνία εμφανίζεται ένα раjеrо turbo intercooler.
Στρίβει με χειρόφρενο και σταματάει απότομα μπροστά στον σαστισμένο μέρμηγκα.
Μέσα στο раjеrо, ο τζίτζικας με γυαλικά ηλίου, βερμούδα με φοινικόδεντρα, δύο πληθωρικές γκόμενες στο πλάι και τις σανίδες του surf στην οροφή.
- Μέρμηγκα, άντε άστα και φύγαμε για windsurfing. ʼντε, παράτα τα, τα κάνεις αύριο.
Ο μέρμηγκας ρίχνει ένα κουρασμένο βλέμμα στον τζίτζικα. Κάπου την έχει ξανακούσει αυτή την ατάκα, ίσως λίγο παραλλαγμένη.
- Δεν μπορώ, μάστορα, έχω δουλειά να κάνω. Πρέπει να προετοιμαστώ για το χειμώνα. Πήγαινε εσύ.
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, το раjеrо σπινάρει και χάνεται στον ορίζοντα.
Μεσημέρι της επομένης. Ο μέρμηγκας, και πάλι ιδρωμένος σέρνει ένα τεράστιο λοβό μπιζελιού.
Νέκρα. Από τη στροφή πετάγεται το γνωστό раjеrо.
- Μάστορα, παράτα τα, πήδα μέσα, από δω η Σούζη και η Μαίρη, έλα πάμε για jet-ski ...
Χειμώνας. Παγωνιά. Χιόνι. Ο μέρμηγκας, στη ζέστα του τζακιού του, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, απολαμβάνουν τη θαλπωρή.
Τα ξύλα τριζοβολούν πάνω από τη θράκα. Έξαφνα, το κουδούνι της πόρτας κτυπάει.
- Ασε, θα ανοίξω εγώ, λέει η γυναίκα του μέρμηγκα. Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Μόνο αυτός μπορεί να είναι...
Η πόρτα ανοίγει. Ο τζίτζικας, με τη στολή και τα γυαλιά του σκι, κασκόλ, και στο υπόβαθρο το раjеrо με αλυσίδες στους τροχούς.
- Που είναι ο φίλος μου ο μέρμηγκας, φωνάζει. Θέλω το μέρμηγκα.
Ο μέρμηγκας πλησιάζει την πόρτα.
- Έλα, ντύσου, πάμε για σκι, άντε τι κάθεσαι, άντε.
- Δεν μπορώ μάστορα, πρέπει να μείνω με την οικογένεια, έχω υποχρεώσεις, δεν μπορώ ...
Ο τζίτζικας σηκώνει τους ώμους, και γυρνάει να φύγει.
Ο μέρμηγκας κάνει να γυρίσει προς τα μέσα, κοντοστέκεται, ξαναγυρνά προς το раjеrо και λέει του τζίτζικα:
- Και αν τυχόν συναντήσεις τον Αίσωπο, πες του ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ!
Στην κεντρική πλατεία ενός χωριού ήταν δύο αγάλματα. Ένα αντρικό και ένα γυναικείο.
Επειδή λοιπόν τα αγάλματα αυτά ήταν πολύ αγαθά και θεοσεβούμενα, μια μέρα ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να τους πραγματοποιήσει μια ευχή. Αυτά απο κοινού αποφασίσαν ότι θα ήθελαν μισή ώρα μόνα τους, ύστερα από αιώνες απόλυτης ακινησίας.
Κοιτάχτηκαν ντροπαλά στα μάτια και προχωρήσαν προς κάτι θάμνους.
Μέσα σε δευτερόλεπτα οι θάμνοι εκεί άρχισαν να σείονται στο ρυθμό τους.
Μετά από δεκαπέντε λεπτά, τα αγάλματα επέστρεψαν μπροστά στον άγγελο.
"Εχετε ακόμη δεκαπέντε λεπτά", τους είπε ευγενικά.
Και τότε γυρνάει ο άντρας στη γυναίκα και λέει:
"Ωραία, σειρά σου να κρατάς το περιστέρι ενώ εγώ θα χέζω πάνω του."