Skip to main content
Ένα ζευγάρι πάει στην εξοχή. Κάπου εκεί βλέπουν μια φάρμα. Κότες, κουνέλια κτλ. Ρωτάει η γυναίκα τον χωρικό:
- Μπορούμε να αγοράσουμε μια κότα;
- Βεβαίως λέει ο χωρικός, να σας σφάξω μια για 5.000 δρχ.
- Εντάξει, λέει εκείνη, αχ άντρα μου, θα την κάνω μούρλια με χυλοπίτες
Μμμ...
Την ώρα που ο χωρικός είναι έτοιμος με το μαχαίρι να κάνει το πουλερικό
Έδεσμα, ξεπετάγεται ο κόκορας από το κοτέτσι καμαρωτός και απειλητικός...
- Τον πουλάτε τον κόκορα κύριε? Ρωτάει ο άνδρας.
- Βεβαίως άπαντα ο χωρικός , 45.000 δρχ.
- Μα καλά λέει ο άνδρας , 5000 η κότα , 45000 ο κόκορας, είναι δυνατόν;
- Αυτός ο κόκορας κύριε, είναι το καμάρι μου, γιατί πηδάει 28 φορές την
Ημέρα!
Με μια κρυφή αγκωνιά η γυναίκα σκουντάει τον άνδρα της και του λέει με
Συγκαλυμμένο εμπαιγμό:
- Τ΄ ακούς βρε... 28 φορές την ημέρα..!
Ανακάμπτει ο άνδρας και απευθύνεται στο χωρικό:
- Συγνώμη κύριε... Την ίδια κότα πηδάει 28 φορές την ημέρα;
Κηρύχθηκε κάποτε πόλεμος στο δάσος και βγήκε μια ανακοίνωση που καλούσε όλα τα ζώα του δάσους, να παρουσιαστούνε φαντάροι για να πολεμήσουν.
Φυσικά κανένα ζώο δεν ήθελε να πάει να σκοτωθεί και άρχιζαν να σκαρφίζονται διάφορα κόλπα για να τη γλυτώσουν.
Πρώτη και καλύτερη η αλεπού, κόβει την ουρά της και πάει να καταταγεί. Τη κοιτάει καλά καλά ο στρατολόγος και αποφασίζει:
- Αλεπού Αλεπουδοπούλου, χωρίς ουρά, Ι5 και τη στέλνει σπίτι της.
Αυτή, γεμάτη χαρά που τη σκαπούλαρε, λέει τα καθέκαστα στο λαγό. Ο λαγός το σκέφτεται για λίγο και μετά κόβει τα αυτιά του και πάει να παρουσιαστεί.
- Λαγός Λαγόπουλος, χωρίς αυτιά, Ι5, βγάζει το συμπέρασμά του ο στρατολόγος και στέλνει και το λαγό στο σπίτι του.
O Αρκούδος που έτυχε να περνάει από εκεί, βλέπει την Αλεπού χωρίς ουρά και το Λαγό χωρίς αυτιά και γεμάτος απορία ρωτάει τι τους έπιασε και πετσοκόφτηκαν. Όταν του λένε όλη την ιστορία, αυτός γυρίζει και τους λέει όλο απελπισία:
- Καλά εσείς είχατε κάτι να κόψετε, εγώ τι να κόψω ο φουκαράς;
- Κόψε τα παπάρια σου, του λένε και οι δύο, χωροδιακά.
- Τι λέτε μωρέ, μουρλαθήκατε τελείως; διαμαρτύρεται στην αρχή αυτός, αλλά τον τρομοκράτησαν οι άλλοι δύο ότι καλύτερα χωρίς παπάρια παρά νεκρός και κάτι παρόμοια και τελικά το αποφάσισε και τα έκοψε.
Μια και δυο πάει στη στρατολογία να παρουσιασθεί. Ο γνωστός μας τύπος τον κοιτάει λίγο και μετά λέει:
Μεσημεράκι, και στο σουβλατζίδικο "Στου Χαρχάν" να σου και μπαίνει μια πάπια.
- Πιασε δυο σουβλάκια και μια μπύρα!
- Ρε, συ, μια πάπια!
- Μπράβο, φίλε, απο όραση καλά πάμε!
- Και μιλάει!
- Και απο ακοή το ίδιο! Πιασε δυο σουβλάκια και μια μπύρα να τελειώνουμε!
- Αμέσως... Αλλά, ξέρεις δεν μού συμβαίνει κάθε μέρα να έχω πελάτη πάπια. Πώς απο δω;
- Δουλεύω στην οικοδομή απέναντι.
Και παίρνει τα σουβλάκια και την μπύρα, πληρώνει και φεύγει.
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε δυο βδομάδες. Και να, που μια μέρα έρχεται στην πόλη ένα τσίρκο. Και τυχαίνει ο αρχιτσιρκολάνος να κάνει μια στάση στο μαγαζί. Ο σουβλατζής δεν κρατιέται και το και το για την πάπια που μιλάει. Κι ο αρχιτσιρκολάνος:
- Να μού την στείλεις οπωσδήποτε, την χρειάζομαι!
Αμ έπος αμ έργων, με το που εμφανίζεται την άλλη μέρα η πάπια, λέει ο σουβλατζής.
- Σού βρήκα δουλειά που θα τα κονομήσεις καλά.
- Τι;
- Στο τσίρκο. ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ!
- Στο τσίρκο;
- Ναι, ντε, στο τσίρκο!
- Στο τσίρκο; Εκεί που έχουν την μεγάλη την τέντα; Και τα μεταλλικά κλουβιά με τα ζώα ; Και τα βαγόνια με τις λαστιχένιες ρόδες;
- Ναι
Η πάπια φαίνεται να τα χει κάπως χαμένα.
- Καλά, και τι μπορεί αυτοί να χρειάζονται έναν σοβατζή;
Ένας εμπορικός αντιπρόσωπος οδηγούσε το αυτοκίνητό του κάποιο πρωί κοντά σε ένα μικρό χωριό έξω από τη Λάρισα.
Ο δρόμος όμως ήτανε κατσάβραχο του κερατά και για να αποφύγει μια μεγάλη κοτρώνα που θα του κούρευε το κάρτερ, τΟ ριξε σ ένα σχετικά βαθύ χαντάκι στην άκρη του δρόμου. Aρχισε να δοκιμάζει τις γνωστές μεθόδους με τα κλαδιά και τις πέτρες κάτω από τη ρόδα μπας και ξεκολλήσει, αλλά το αυτοκίνητο είχε μουλαρώσει για τα καλά. Για καλή του τύχη περνούσε από εκεί, ένας χωρικός με το μεγάλο και δυνατό άλογό του.
- Τι έπαθες ορέ πατριώτη; του λέει με το που τον βλέπει.
- Τι να πάθω άνθρωπέ μου, του απαντάει ο ταλαίπωρος οδηγός, έπεσα μέσα στο χαντάκι ο μαλάκας και τώρα δεν βγαίνω με τίποτα ! - Μην στεναχωριέσαι φίλε μου, τον καθησυχάζει ο καλόκαρδος χωρικός, ο Ντορής μου είναι θηρίο. Θα δέσουμε ένα σχοινί στον προφυλακτήρα και σε δυό λεπτά θα σε τραβήξει. Και χωρίς να χάσει χρόνο έδεσε με ένα γερό σχοινί το αυτοκίνητο με το άλογο και μετά άρχισε να φωνάζει δυνατά:
- Τράβα Ντόλλυ, τράβα ! Το άλογο δεν κουνήθηκε ρούπι. Ο χωρικός δεν απογοητεύτηκε αλλά ξαναφώναξε με πιο δυνατή φωνή:
- Τράβα Κανελή, τράβα δυνατά ! Και πάλι το άλογο δεν έδειχνε να καταλαβαίνει και δεν έκανε καμμιά κίνηση. Επίμονος ο ιδιοκτήτης του φώναξε και πάλι δυνατά:
- Ελα Ντορή, τράβα αγόρι μου δυνατά ! Στο άκουσμα του ονόματός του, ο Ντορής αρχίζει να τραβάει με πολλή δύναμη και σε μισό λεπτό ξεκολλάει το αυτοκίνητο και το βγάζει έξω από το χαντάκι. Ο αντιπρόσωπος από τη μιά έχει ενθουσιαστεί με τη λύση του προβλήματός του, από την άλλη όμως τον τρώει η περιέργεια και φανερά παραξενεμένος ρωτάει τον χωρικό γιατί φώναξε δύο φορές το άλογο με άλλο όνομα.
- Ο Ντορής είναι τυφλός, του εξηγεί εκείνος και άμα έπαιρνε χαμπάρι ότι μόνο αυτός τραβούσε, να είσαι σίγουρος πως ούτε που θα δοκίμαζε !