Skip to main content
Η μαμά κατσίκα μένει με τα κατσικάκια κάπου σε ένα μικρό σπιτάκι στην εξοχή. Πλησιάζει όμως χειμώνας και η μαμά κατσίκα πρέπει να κατέβει στην πόλη για προμήθειες, πριν φύγει λοιπόν λέει στα μικρά της:
- Παιδιά μου, τώρα που θα λείψω πρέπει να προσέχετε πολύ και να μην ανοίξετε σε κανέναν! Εγώ οταν έρθω θα σας πω το σύνθημα:
"Είμαι η μαμά κατσίκα, πιανω τα βυζιά μου" και μόνο τότε θα ανοίξετε την πόρτα.
Ο λύκος που παρακολουθεί από έξω, μόλις την βλέπει να φεύγει πάει και χτυπάει την πόρτα, προσποιούμενος πως είναι η μαμά κατσίκα. Τα μικρά του ζητάνε να τους δείξει το πόδι του, την πατάει ο λύκος και νευριασμένος φεύγει.
Μετά απο μερικές μέρες η μαμά κατσίκα πρέπει και πάλι να κατέβει στην πόλη. Λέει και πάλι στα μικρά της:
- Δεν θα ανοίξετε σε κανέναν! Εγώ όταν έρθω θα σας πω "Είμαι η μαμά κατσίκα πιανω τα βυζιά μου!"
Ο λύκος που περίμενε την ευκαιρία ξαναπάει αλλά και πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
"Κάτι άλλο συμβαίνει εδώ", σκέφτεται και αποφασίζει να περιμένει τη μαμά κατσίκα να γυρίσει. Ακούει λοιπόν το σύνθημα και αναμένει την επόμενη ευκαιρία...
Πράγματι σε μια βδομάδα η μαμά κατσίκα πρέπει να ξαναπάει στην πόλη και επαναλαμβάνει στα μικρά τι πρέπει να θυμούνται...
Ο λύκος μόλις την βλέπει να φεύγει, πάει, χτυπάει την πόρτα και λέει:
- Ανοίξτε μου, είμαι η μαμά κατσίκα και πιανω τα βυζιά μου.
Και τα κατσικάκια απο μέσα:
- Δεν πα να πιανεις και τα αρ... Δια σου, τώρα βάλαμε ματάκι!
Είναι ένας τύπος ο οποίος έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο του συνεχώς το ίδιο όνειρο:
Οκτώ άλογα να τρέχουν Σκέφτεται αυτό δεν είναι τυχαίο σίγουρα είναι κάποιο σημάδι. Παίρνει λοιπόν
Την μεγάλη απόφαση. Σηκώνει όλες του τις καταθέσεις, πουλάει το σπίτι του, τις μετοχές του, τα χωράφια του και αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα.
Παίρνει τηλ. στον σταθμό να κλείσει εισιτήριο για το τρένο. Του δίνουν εισιτήριο για το τρένο που φεύγει στις οκτώ, στο οκτώ βαγόνι, θέση οκτώ. Φτάνει στην Αθήνα, παίρνει ταξί για το ξενοδοχείο, βλέπει το νούμερο απο το ταξί, ήταν το οκτώ. Κλείνει δωμάτιο στο ξενοδοχείο, του δίνουν ένα δωμάτιο στον όγδοο όροφο, το δωμάτιο νούμερο οκτώ.
Ξυπνάει το πρωί ,αφού είχε δει ξανά στον ύπνο του το ίδιο όνειρο, οκτώ άλογα ... και 100% τις 100% σίγουρος πια, πάει καρφί στον ιππόδρομο. Ποντάρει όλα τα χρήματα του στην όγδοη ιπποδρομία στο άλογο που έτρεχε στον όγδοο διάδρομο. Γίνετε λοιπόν η ιπποδρομία και το άλογο που πόνταρε βγαίνει..
Όγδοο
Είναι καλοκαίρι και το τζιτζίκι κάθεται πάνω σε ένα δέντρο και χαλαρώνει.
Από κάτω περνάει το μυρμήγκι κουβαλώντας σπόρους για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
- Κούλαρε λιγάκι δικέ μου, του φωνάζει το τζιτζίκι!
- Να σε δω, όταν χειμωνιάσει και πεινάσεις, απαντάει το μυρμήγκι.
Κάθε μέρα γινόταν το ίδιο πράγμα, με το μυρμήγκι να κουβαλάει και το τζιτζίκι να το κοροϊδεύει.
Τελειώνει το καλοκαίρι και έρχεται ο χειμώνας.
Έξω πέφτει πολύ χιόνι, ο αέρας σφυρίζει έξω και το μυρμήγκι κλεισμένο στη γεμάτη σπόρους φωλιά του, περιμένει το παγωμένο τζιτζίκι να του χτυπήσει την πόρτα ζητώντας φαγητό.
Ένα βράδυ, το μυρμήγκι ακούει κάποιον να του χτυπάει τη πόρτα!
- Ποιος είναι; λέει – Άνοιξε, το τζιτζίκι είμαι!
- Τα έλεγα εγώ, λέει στον εαυτό του το μυρμήγκι.
Ανοίγει την πόρτα και βλέπει το τζίτζικα με μια πόρσε!
- Δικέ μου, πάω διακοπές στις Μπαχάμες, θέλεις κάτι;
- Όχι, λέει το μυρμήγκι αλλά να πας να πεις του Αισώπου ότι τον παίρνει!
Ένας κυνηγός ήταν άσχετος και δεν έπιανε τίποτα. Μια φορά εκεί που γκρίνιαζε, τον συμβουλεύει ένας φίλος να αγοράσει κυνηγόσκυλα. Πάει λοιπόν, αγοράζει δυό σκυλιά και πάει πάλι για κυνήγι. Με το που πυροβολεί όμως, τα σκυλιά κατατρόμαξαν και έφυγαν χιλιόμετρα μακριά!
Μιαν άλλη φορά, πάλι, με το που πυροβολεί, τα σκυλιά κατατρόμαξαν και έφυγαν πάλι χιλιόμετρα μακριά!
Πάει πάλι στον φίλο του και τον λέει:
- Φτού γαμώτο, κι εγώ που τα πήρα για κυνήγι, τί να κάνω;
- Να τα πας στην Κρήτη, σε γάμους, όπου ρίχνουν μπαλωθιές και θα συνηθίσουν.
Τα βάζει στο πλοίο της γραμμής και πάνε στην Κρήτη. Όπου γάμος και χαρά, ο κυνηγός πρώτος. Στους γάμους όταν αρχίζαν οι μπαλωθιές τα σκυλιά τρέχανε να κρυφτούνε από το φόβο τους χιλιόμετρα μακριά.
Πάνε σε έναν άλλο γάμο, αρχίζουν οι μπαλωθιές και τα σκυλιά τρόμαξαν και έφυγαν ένα χιλιόμετρο μακριά.
Στον επόμενο γάμο που πήγαν, αρχίζουν οι μπαλωθιές και τα σκυλιά τρόμαξαν και έφυγαν μισό χιλιόμετρο μακριά.
Γάμο με το γάμο, τα σκυλιά συνήθισαν τα τραγούδια, τους χορούς, τα γλέντια και τις μπαλωθιές. Χαρούμενος ο τύπος γυρνάει πίσω και ξαναπάει για κυνήγι. Και με το που πυροβολεί, τα σκυλιά δεν φοβήθηκαν αλλά άρχισαν να χορεύουν χορεύουν πεντοζάλη
Κάποτε ήταν δύο φίλοι κυνηγοί και συζητούσαν. Ξεκινάει ο ένας και λέει μια περιπέτειά του:
- Που λες φίλε, μια φορά, καθώς περπατούσα στο δάσος, πετάγεται μπροστά μου μια αρκούδα τεράστια!
- Άντε ρε, κι εσύ τι έκανες τότε;
- Αρχικά, έμεινα ακίνητος αλλά άρχισε να με πλησιάζει. Μετά προσπάθησα να την πυροβολήσω, αλλά μου τελείωσαν οι σφαίρες!
- Σοβαρά! Και μετά τι έκανες;
- Ε τί να κάνω; Άρχισα και έτρεχα!
- Και η αρκούδα;
- Η αρκούδα με πήρε στο κυνήγι. Τρέχαμε, τρέχαμε και σιγά σιγά με πλησίαζε η αναθεματισμένη. Ξαφνικά, κι ενώ πάει να με γραπώσει… πλατς! Γλυστράει η αρκούδα και ξεφεύγω για λίγο μέτρα.
- Έλα ρε. Και μετά;
- Η αρκούδα δε σταμάταγε και συνέχισε να με κυνηγά. Αλλά και πάλι, καθώς με πλησιάζει, πλατς, γλυστράει και ξαναξεφεύγω. Μετά από λίγο πάλι, με πλησιάζει, πλατς, ξαναγλυστράει και ξαναξεφεύγω. Για να μη στα πολυλογώ το ίδιο συνέβαινε ξανά και ξανά μέχρι που τελικά κατόρθωσα να ξεφύγω!
- Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος! Εγώ στη θέση σου θα είχα χεστεί πάνω μου!
- Μα κι εγώ χέστηκα πάνω μου. Πού νομίζεις ότι γλύστραγε η αρκούδα;
Ήταν κάποτε ένας άνεργος ηθοποιός ο οποίος είχε απελπιστεί να ψάχνει για δουλειά. Κάποια μέρα συναντά τυχαία έναν τύπο από τον ζωολογικό κήπο, που ψάχνει για ηθοποιούς. Του εξηγεί ότι οικονομικοί λόγοι, δεν τους επιτρέπουν να φέρουν έναν αφρικανικό γορίλα και ότι αναζητούν έναν ηθοποιό που θα παραστήσει τον γορίλα, μέχρις ότου συγκεντρωθεί το ποσό για την αγορά του αληθινού ζώου. Αν και του φάνηκε κάπως ανόητη η δουλειά αυτή, ο ηθοποιός τη δέχτηκε.
Τις πρώτες ημέρες καθόταν μέσα στο κλουβί του, σχεδόν ακίνητος και σκεπτόταν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι οι επισκέπτες, που να νομίζουν ότι αυτός είναι αληθινός γορίλας. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και αποφάσισε να εξερευνήσει το μικρό κλουβί του. Τη στιγμή που αποφάσισε να κινηθεί, πρόσεξε ότι ο κόσμος απ” έξω,παρατηρούσε προσεκτικά κάθε του κίνηση. Αποφάσισε έτσι, να κάνει το πρόγραμμα πιο ελκυστικό και να τους δώσει ένα σόου. Λίγες μέρες αργότερα, βρίσκει τον εαυτό του να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου με το ένα χέρι, να χορεύει βγάζοντας κτηνώδεις ήχους και με αυτόν τον τρόπο, να έχει μαζέψει ένα μικρό πλήθος έξω από το κλουβί του. Κάποια στιγμή, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει μερικά παιδιά που έχουν πλησιάσει στο κλουβί, κρέμεται με τα χέρια του από ένα κλαδί κάνοντας μερικά ακροβατικά.
Όμως το χέρι του ξεφεύγει και πετώντας πάνω από τον μεσότοιχο, προσγειώνεται κατευθείαν μέσα στο κλουβί του λιονταριού. Το λιοντάρι τον αντιλαμβάνεται κι αρχίζει να τον πλησιάζει απειλητικά. Ο ηθοποιός οπισθοχωρεί όσο μπορεί και βλέποντας ότι το λιοντάρι πλησιάζει, αρχίζει να φωνάζει:
- Βοήθεια! Βοήθεια! Παρακαλώ, βοηθήστε με!
Με αυτές τις κραυγές το λιοντάρι τον πλησιάζει σβέλτα και του ψιθυρίζει:
- Σκάσε ηλίθιε, έτσι που τσιρίζεις, θα μας απολύσουν όλους από εδώ μέσα.