φρέσκα ανέκδοτα

Ήταν 3 παπάδες και λέει ο ένας:
- Εγώ στην εκκλησία κάνω έναν κύκλο στο πάτωμα και μετά πετάω τα λεφτα του παγκαριού ψηλά στον αέρα. Όσα πέσουν μέσα τον κύκλο είναι του Θεού και τα υπόλοιπα δικά μου.
Λέει ο δεύτερος παπάς:
- Εγώ τραβάω μία γραμμή στο πάτωμα. Πετάω τα λεφτά ψηλά στον αέρα. Όσα πέφτουν δεξιά είναι δικά μου, όσα πέφτουν αριστερά είναι του Θεού.
Λέει και ο τρίτος παπάς:
- Εγώ πετάω τα λεφτά ψηλά στον αέρα. Όσα πιάσει ο Θεός είναι δικά του και όσα δεν τα θέλει και πέσουν κάτω είναι δικά μου.
Πάει ένας δράκουλας σε ένα μπαρ. Και τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Τι θα πάρετε;
Απαντάει ο δράκουλας:
- Ένα ποτήρι ζεστό νερό.
- Δεν θέλεις ένα ποτήρι παγωμένο αίμα, να σε πιάσει; ρωτάει ο μπάρμαν.
Και απαντάει ο δράκουλας.
- Όχιχ, θέλω ένα ποτήρι ζεστό νερό.
- Είσαι σίγουρος ότι δεν θέλεις ένα ποτήρι παγωμένο αίμα; ξαναρωτάει ο μπάρμαν.
- Ναι, είμαι! απαντάει
Ο μπάρμαν του δίνει το ποτήρι με το ζεστό νερό και ο δράκουλας βγάζει από την τσέπη του ένα ταμπόν, το βάζει μέσα στο ποτήρι και λέει στον μπάρμαν:
- Ορίστε! Τι προκαταλήψεις είναι αυτές για εμάς τους βρυκόλακες; Ούτε ένα τσάι δεν μπορούμε να πιούμε;!
121, 121, 121...
Σε μια συνάντηση στο σχολείο όλα τα παιδάκια λένε παροιμίες, ποιηματάκια και διάφορα τέτοια. Σηκώνεται λοιπόν και ο Μπόμπος (που έχει προϊστορία στα αισχρά αστεία) και λέει:
- Κυρίες και κύριοι θα κάνουμε έναν διαγωνισμό. Θα σας ρωτήσω πόσους τρόπους ξέρετε να κάνετε έρωτα και όποιος μου πει τους περισσότερους θα κερδίσει ένα μεγάλο δώρο.
Ξεκινάει λοιπόν τις ερωτήσεις από τα μπροστινά καθίσματα.
- Εσείς κύριε πόσους τρόπους ξέρετε;
- 12 παιδί μου.
Ένας κύριος από τα τελευταία καθίσματα φωνάζει: 121, 121, 121
- Μισό λεπτάκι κύριε, θα φτάσω σε εσάς. του λέει ο Μπόμπος.
- Εσείς κύριε; ρωτάει κάποιον άλλον.
- 15 παιδί μου.
Ο άλλος φωνάζει και πάλι 121, 121, 121
- Μισό λεπτάκι κύριε θα σας ρωτήσω και εσάς λέει ο Μπόμπος.
- Εσύ παππούλη μου πόσους τρόπους ξέρεις;
- Έναν μόνο παιδάκι μου, του λέει ο γέρος και συνεχίζει, τον κλασσικό παιδάκι μου, η γυναίκα από κάτω και ο άντρας από πάνω.
Ο κύριος από το τελευταίο κάθισμα φωνάζει ξανά με δύναμη: 122, 122, 122.
Ένας πόντιος σ ένα απομακρυσμένο χωριό είχε γουρούνια αλλά δεν είχε αρσενικό γουρούνι.
Αφού έψαξε όλο το χωριό για να βρει αρσενικό γουρούνι και δεν βρήκε, αποφάσισε να πάει στον δήμαρχο του χωριού μήπως βρει εκείνος λύση. Ο δήμαρχος τον συμβούλεψε να κάνει εκείνος το αρσενικό, λέγοντας του πως δεν υπάρχει άλλη λύση.
Μετά από πολύ σκέψη, ο πόντος φορτώνει τα γουρούνια στην πλατφόρμα του Datsun και πηγαίνει στο χωράφι του για να μην τον δούνε οι χωριανοί. Εκεί, παίρνει όλες τις γουρούνες με την σειρά.
Το βράδυ γυρνάει στο σπίτι κουρασμένος, πέφτει στο κρεβάτι και λέει στην γυναίκα του να προσέχει τα γουρούνια και να τον ξυπνήσει αν τα δει να σέρνονται στη λάσπη.
Ξυπνάει το πρωί, ρωτάει τη γυναίκα του αν σέρνονται στη λάσπη, αλλά τίποτα. Το μεσημέρι ξανά τα ίδια. Γυρνάει το βράδυ κατακουρασμένος. Βάζει την γυναίκα του στο παράθυρο να προσέχει τα γουρούνια αν σέρνονται στην λάσπη και πέφτει για ύπνο.
Ξυπνάει το πρωί, πάλι τίποτα, τα γουρούνια είναι πάλι ξαπλωμένα στα χόρτα. Τα φορτώνει πάλι στην πλατφόρμα και πάει πάλι στο χωράφι. Το βράδυ γυρνάει και λέει στην γυναίκα του ότι σίγουρα το πρωί θα σέρνονται τα γουρούνια στη λάσπη.
Το πρωί η γυναίκα του τον ξυπνάει φωνάζοντας πανικοβλημένη:
- Ξύπνα Μήτσο! τα γουρούνια ανέβηκαν πάνω στην πλατφόρμα και σε καρτερούν!