φρέσκα ανέκδοτα

Σ ένα παγκάκι στο πάρκο κάθεται μια γριούλα με το γατί της στο χέρι και κλαίει τη μοίρα της.
" Αχ που γέρασα , αχ πώς πέρασε τόσο γρήγορα η ζωή , αχ πόσα πράγματα θα ήθελα να έχω κάνει και δεν έκανα , αχ βαχ , αχ βαχ "
. Εκείνη τη στιγμή περνούσε η fata Turchina , η γνωστή μας νεράιδα από τον Πινόκιο και τη λυπήθηκε . Πηγαίνει κοντά της και της λέει :
" Μην κλαις , σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα , θα σου πραγματοποιήσω τρεις επιθυμίες. Πες μου τι θες κι έγινε " .
- Θέλω να γίνω νέα κι όμορφη .
Η νεράιδα σκούντηξε τη γριούλα με το μαγικό ραβδί της και τη μετέτρεψε σε μια πανέμορφη νέα γυναίκα , πιο όμορφη κι απ την Κλάουντια Σίφερ . " Ποια είναι η δεύτερη επιθυμία σου ; "
- Θέλω το σπίτι μου να γίνει παλάτι σαν αυτά των παραμυθιών .
Με μια κίνηση του μαγικού της ραβδιού η νεράιδα μετέτρεψε το σπίτι της πρώην γριούλας σε ένα μεγάλο παλάτι που έφτανε μέχρι τον ουρανό . " Η τρίτη σου επιθυμία ; "
- Να μεταμορφωθεί αυτός ο γάτος σε ένα πανέμορφο αγόρι γεμάτο μυς .
Η νεράιδα πραγματοποίησε και την τρίτη επιθυμία της πρώην γριούλας και μετέτρεψε τον γατούλη σε ένα αγόρι που ξεπερνούσε και τον Μπαντέρας ακόμη σε ανδρική ομορφιά . Λέει τότε ο μεταμορφωμένος γάτος :
- Υποθέτω ότι τώρα θα το έχεις σκύλο μετανιώσει που με ευνούχισες .
Ο πατέρας ετοιμαζόταν για πάρτυ μεταμφιεσμένων όταν του ήλθε η καταπληκτική ιδέα να ντυθεί πρωτόπλαστος. Το μόνο που θα χρειαζόταν θα ήταν ένα φύλο συκής και επειδή τα φύλα αυτά αφ ενός δεν πωλούνται στα καταστήματα, αφ εταίρου έχουν ανδρεία επιφάνεια και θα του το γρατζουνούσε, αποφάσισε να το αντικαταστήσει με ένα αμπελόφυλλο. Έστειλε λοιπόν το γιό του στο τοπικό παντοπωλείο με τις κατάλληλες οδηγίες για διαστάσεις κτλ.
- "Ο μπαμπάς μου θέλει ένα μεγάλο αμπελόφυλλο", είπε ο μικρός στον παντοπώλη.
- "Ένα μόνο;" ρώτησε απορημένος ο παντοπώλης και επειδή ο πελάτης έχει πάντα δίκιο ακόμα κι όταν έχει τη φαεινή ιδέα να ντυθεί Αδάμ, διάλεξε ένα μεγαλούτσικο και το έδωσε στον μικρό.
- "Τι είναι αυτό; Να το πας πίσω και να του πεις να σου δώσει ένα πιο μεγάλο", είπε προσβεβλημένος ο πατέρας βλέποντας τα οικογενειακά του κοσμήματα να περισσεύουν πίσω από το φύλο.
Ξαναπάει ο μικρός στο παντοπωλείο για να αλλάξει το αμπελόφυλλο.
Εκνευρισμένος ο παντοπώλης ψάχνει και βρίσκει το πιο μεγάλο και το δίνει στον πιτσιρικά.
- "Τι να το κάνω αυτό; Αυτό δεν φτάνει ούτε για να κρύψω τον αφαλό μου!" είπε θυμωμένος ο πατέρας.
Αντε πάλι πίσω ο μικρός.
- "Ξέρω, ξέρω", του είπε ο παντοπώλης. "Περίμενε εδώ κι έρχομαι". Φεύγει και πάει δίπλα στον χορτάρια. Ύστερα από λίγο γυρίζει με ένα αμπελόφυλλο σε μέγεθος εφημερίδας.
Ο μικρός επιστρέφει στον πατέρα του ο οποίος, αφού το πρόβαρε, αποφάσισε ότι τον στένευε και το έστειλε πίσω για αλλαγή.
- "... και μου είπε να σας πω να σταματήσετε τα αστεία και να του στείλετε ένα πραγματικά μεγάλο γιατί αυτά του πέφτουν μικρά", είπε ο πιτσιρικάς.
- "Ακουσε παιδί μου", του λέει ο παντοπώλης, "να πας να πεις στο μπαμπά σου ότι αν την έχει τόσο μεγάλη, αντί να ντυθεί Αδάμ, να τη βάλει στο στόμα του, να κρεμάσει και τα αρχίδια του στους ώμους και να κάνει το
Βατραχάνθρωπο..."
Μία κοπέλα είχε μικρό στήθος κι έψαχνε λύση στο πρόβλημά της. Δοκίμασε πολλές μεθόδους ανόρθωσης, μεγέθυνσης, προσθήκης σιλικόνης, τίποτα. Κάποτε βλέπει μια σχετική αγγελία σε εφημερίδα και κλείνει ραντεβού. Ο "γιατρός" της λέει:
- "Η μέθοδός μου είναι ασυνήθιστη, αλλά αλάνθαστη. Θα σας δώσω μια αλοιφή, με την οποία θα πρέπει κάθε μέρα στις δώδεκα το μεσημέρι να αλείφετε στο στήθος σας τραγουδώντας το τραγουδάκι "μια ωραία πεταλούδα". Αλλά προσέξτε: θα πρέπει να κάνετε τη θεραπεία ανελλιπώς. Μια φορά να την παραλείψετε δε θα υπάρξει αποτέλεσμα." Η κοπέλα υποσχέθηκε να τηρήσει τις οδηγίες κι έφυγε. Την επόμενη μέρα στις δώδεκα ακριβώς μέσα στο δωμάτιό της άρχισε να αλείφει την αλοιφή και τραγουδούσε "μια ωραία πεταλούδα, μια ωραία πεταλούδα..". Στις τρείς-τέσσερις μέρες παρατήρησε σημαντική βελτίωση. Και χαρούμενη συνέχισε τη θεραπεία. Έτυχε μια απ τις επόμενες μέρες το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε να πέσει σε μποτιλιάρισμα. Βιαζόταν να φτάσει στο σπίτι της πριν τις δώδεκα η ώρα για τη θεραπεία. Αλλά έφτασε δώδεκα η ώρα κι ακόμα ήταν μέσα στο λεωφορείο. "Δε βαριέσαι, μπροστά στο ωραίο στήθος που θ αποκτήσω, κομμάτια να γίνει", σκέφτηκε κι αμέσως γδύθηκε απ τη μέση κι επάνω, άλειψε την αλοιφή στο στήθος της κι άρχισε την εντριβή και το τραγούδι:
"Μια ωραία πεταλούδα, μια ωραία πεταλούδα..."
. Το πλήθος θορυβημένο άρχισε να γελάει, να σφυρίζει, να φωνάζει... Σε μια στιγμή ο οδηγός, έχοντας ακούσει τη φασαρία, σταματάει και πηγαίνει να δει τι συμβαίνει. Ανοίγει δρόμο μέσα απ το πλήθος και μόλις βλέπει την κοπέλα παγώνει. Έντρομος κοιτάζει το ρολόι του, κατεβάζει το παντελόνι του κι αρχίζει να παίζει τον π**τσο του τραγουδώντας:
"Ω, έλατο, ω έλατο, μ αρέσεις, πώς μ αρέσεις... ".
Ο Παναθηναϊκός χάνει άλλο ένα ματς και ο κόσμος αγανακτεί. Εισβάλλουν λοιπόν στα αποδυτήρια και γίνεται πανικός.
Τότε έρχεται μια ιδέα του Σαλπιγγιδη:
"Θα φέρω μια στολή αστυνομικού στα αποδυτήρια, ώστε όταν ξαναγίνουν επεισόδια, θα την φοράω και θα φεύγω άνετα!"
Όντως, την επόμενη φορά (όπως πάντα) ξαναγίνονται επεισόδια. Φοράει γρήγορα ο Σαλπιγγίδης τη στολή του μπάτσου, κανένας δεν τον αναγνωρίζει και φεύγει ανενόχλητος.
Στο δρόμο, του φωνάζει μια γριούλα:
- Σαλπιγγιδη, παιδάκι μου, μπορείς να με περάσεις απέναντι;
Τρελλαίνεται ο Σαλπιγγιδης. Καθώς την περνάει απέναντι, σκέφτεται:
- Καλά, εδώ ξέφυγα από τόσους οπαδούς που με βλέπουν συνέχεια και με γνωρίζουν, η γριά πώς με αναγνώρισε;
Την επόμενη αγωνιστική, ξανά χάνει ο βάζελος, ξανά επεισόδια, ξαναβάζει τη στολή του μπάτσου, φεύγει ανενόχλητος... Ξανά η γριά στο δρόμο:
- Σαλπιγγιδη, με περνάς σε παρακαλώ απέναντι;
Κόκκαλο ο Σαλπιγγιδης!
Την περνάει ξανά απέναντι, και φεύγοντας σκέφτεται:
"Την επόμενη φορά, θα την ρωτήσω πώς με αναγνωρίζει"
Έρχεται η επόμενη φορά, ξανά ήττα, ξανά επεισόδια, ξανά στολή, ξανά η γριά να την περάσει απέναντι.
Σαλπιγγιδης:
- Θα σε περάσω γιαγιά, αλλά πες μου σε παρακαλώ, εδώ δεν με αναγνωρίζουν οι οπαδοί, εσύ πώς με αναγνωρίζεις;
Κι η γριά:
- Σκάσε ρε βλάκα! Ο Γκούμας είμαι!