φρέσκα ανέκδοτα

Ένα top model έχει μόλις παντρευτεί από κεραυνοβόλο έρωτα μετά από μόλις μια εβδομάδα γνωριμίας... Εκείνο που την τράβηξε από την αρχή επάνω του είναι η παντελής αδιαφορία που δείχνει για την πάρτη της, και γενικότερα για όλες τις γυναίκες. Την πρώτη νύχτα του γάμου λοιπόν ο τυπάς αράζει στο κρεβάτι με την εφημεριδούλα του και δεν της δίνει απολύτως καμία σημασία. Η μοντέλα, που την περίμενε τέτοια συμπεριφορά είναι όμως προετοιμασμένη. Ανοίγει μια βαλίτσα, μπαίνει στο μπάνιο και βγαίνει με ενα νυχτικό του Ντιορ. "Το βλέπεις αυτό ?" τον ρωτάει... "Το παρουσίασα στην κολεξιόν το 1999 στο Παρίσι" Ο τύπος ατάραχος, γυρίζει σελίδα στην εφημερίδα μουρμουρίζοντας κάτι σαν "μμμ ναι ναι καλό είναι με γεια..." Τούρμπο η μοντέλα. Ξαναμπαίνει στο μπάνιο και βγαίνει μετά από λίγο φορώντας ένα αρκετά πιο προκλητικό babydoll. Στέκεται μπροστά του και του λέει κοφτά "Βερσατσε, Τοκυο 1998" Ο άλλος χαμπάρι δεν πήρε. Ξαναμπαίνει μέσα με τρομερά νεύρα πλέον, φοράει κάτι ζαρτιέρες, κάτι φορμάκια περίεργα, στήνεται ξανά μπροστά του και του λέει "Κάλβιν κλάιν, Μόναχο 97" Ξανά γύρισμα σελίδας, ξανά "μμμ ναι καλό είναι"... Μη βρίσκοντας κάτι πιο προκλητικό, η μοντέλα βγάζει εντελώς τα ρούχα της σκύβει προκλητικά και φωνάζει:
"Μα επιτέλους σκίσε με!" Ο τύπος τη φωνάζει κοντά του επιτέλους, της αρπάζει το χέρι και της το βάζει ανάμεσα στα πόδια του, ρωτώντας παράλληλα "Δεν μου λες μωρό μου, πιάνεις τίποτα εδώ κάτω?" Η μοντέλα εντελώς μπλοκαρισμένη ψηλαφίζει και λέει έκπληκτη "ΟΧΙ!"
Και ο τύπος με μπλαζέ ύφος:
"Ασκηση Παρμενίων, Εβρος 1988"
- Ο Κώστας μόλις είχε πάρει το δίπλωμα αλεξιπτωτιστών.
Η μάνα του του έλεγε να μην πετάξει ακόμα με το αλεξίπτωτο γιατί είδε όνειρο πως το αλεξίπτωτο δεν θα ανοίξει.
- Πάει την άλλη μέρα στο σχολείο ο Κώστας λέει στον φίλο του τον Γιάννη "η μητέρα μου είπε πως αν πετάξω με αλεξίπτωτο αυτό δεν θα ανοίξει" και του απαντάει και ο Γιάννης " μην φοβάσαι αυτά λένε πάντα οι μανάδες για να εμποδίσουν τα παιδιά τους".
Πάνε την άλλη μέρα να πετάξουνε. Είχαν μπει σε ένα αεροπλάνο και περίμεναν μέχρι να τους πει ο πιλότος να πηδήξουνε.
- Λέει ο Γιάννης στον Κώστα τότε "να για να αισθάνεσαι ότι δεν κινδυνεύεις έλα να ανταλλάξουμε αλεξίπτωτα" ο Κώστας του λέει "εντάξει".
Πηδάει ο Κώστας κάτω ανοίγει το αλεξίπτωτο. Μετά πήδηξε και ο Γιάννης. Ξαφνικά βλέπει τον Γιάννη να έρχεται με φόρα προς τα κάτω.
- Περνάει δίπλα στον Κώστα και λέει "γα*ώ το μο**ί της μάνας σου Κώσταααααααα!
Ήτανε μια φορά κι ενα καιρό...
, τρεις πολύ κολλητές κυρίες, η Πόπη, η Λούλα και η Μαργαρίτα, που γνωριζόντουσαν απο μικρά παιδιά και μέχρι τώρα που είχαν περάσει τα 80 διατηρούσαν τη φιλία τους στο ακέραιο! Η δε υγεία τους ηταν μια χαρά για τα χρόνια που κουβαλούσαν στην καμπούρα τους και το μόναδικό πρόβλημα είχε να κάνει με κάποια κρούσματα αμνησίας που είχαν προκύψει τον τελευταίο καιρό. Αλλά κατά τα άλλα, όλα καλά!
Εκείνο λοιπόν το Κυριακάτικο πρωινό αποφάσισαν η Πόπη και η Λούλα να επισκεφτούν την Μαργαρίτα και μια και δυο κίνησαν για το σπίτι της φιλενάδας τους.
Το τι χαρές εκανε η Μαργαρίτα οταν τις είδε δε λέγεται...
- Καλώς τα κορίτσια! (ματς-μούτς-ματς-μουτς!) Τι κάνετε βρέ;
Και αφού έφτιαξε τρεις βαρβάτους καφέδες, άρχισαν όλες μαζί το μπλα-μπλα.
Σε καμιά ωρα λέει η Πόπη:
- Βρε Μαργαρίτα μου, να, με την κουβέντα στέγνωσε το στόμα μου... Μήπως έχεις κάτι να τσιμπήσουμε;
- Βεβαίως-βεβαίως, έχω ετοιμάσει κάτι σάντουιτς μούρλια! Πάω αμέσως να τα φέρω!
Και έτρεξε η Μαργαρίτα αμέσως προς την κουζίνα. Μπαίνοντας όμως μέσα, ξέχασε για ποιο λόγο είχε έρθει και άρχισε να αναρωτιέται.
"Βρε τι μου είπανε να φέρω... Τι μου είπανε... Ε, τι αλλο θα θέλουνε; Μα φυσικά καφέ!"
Και φτιάχνει ξανα-μανά τρεις βαρβάτους καφέδες και τους πάει στα κορίτσια, τους πίνουνε κι αρχίζει πάλι το μπλα-μπλα.
Και νά σου πάλι σε καμμιά ωρα τα ίδια.
- Θα φάμε τίποτα;
- Βεβαίως!
Και "Τι μού πανε να τούς φέρω..."
Και να τρεις καφεδιές!
Ε. αυτή η δουλειά συνεχίζεται μέχρι αργά τη νύχτα, έχουνε πιεί καμιά διακοσαριά καφέδες και κάποια στιγμή η Πόπη και η Λούλα αντιλαμβάνονται ότι είναι περασμένη ωρα και αποφασίζουν να φύγουν.
Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετούν την παιδική τους φίλη και φεύγουν.
Στο δρόμο τώρα, λέει η Λούλα στην Πόπη:
- Τι να σου πω, βρε Πόπη μου, χρυσό κορίτσι αυτή η Μαργαρίτα, αλλά ούτε ένα καφέ δεν μας έψησε τόσες ώρες που ήμασταν σπίτι της!
Και η Πόπη απαντά με απορία:
- Ποιά Μαργαρίτα;
Μπαίνει ένας κύριος μεσα σε ένα pet shop και ρωτάει:
- Πόσο έχει αυτός ο παπαγάλος; - Αυτός ο παπαγάλος κοστίζει 300 ευρώ, του απαντάει ο πωλητής.- 300 ευρώ...; Μα καλά, γιατί τόσο πολύ; ρωτάει απορημένος ο πελάτης.- Ξέρετε κύριε, μπορεί και μιλάει 2 ξένες γλώσσες, λέει ο πωλητής.- Καλά, δεν με ενδιαφέρει, λέει ο πελάτης και δείχνει έναν άλλο πιο πίσω σε ένα κλουβί. Αυτός εκεί πίσω; Πόσο κοστίζει;- Αυτός κοστίζει 600 ευρώ, απαντάει ο πωλητής.
- 600 Ευρώ...! Δεν είναι δυνατόν! - Αυτός κύριε, του λέει ο πωλητής, γνωρίζει 2 ξένες γλώσσες, στενογραφία και κομπιούτερ. Κάγκελο ο πελάτης... Δείχνει έναν παπαγάλο παραπίσω και ρωτάει την τιμή του.- Α, αυτός ο παπαγάλος δεν πωλείται, του απαντάει ο πωλητής.- Γιατί, τι ιδιαίτερο κάνει αυτός; ρωτάει ο πελάτης.
- Δεν ξέρω τι κάνει, αλλά κάθε πρωί που ανοίγω το μαγαζί οι υπόλοιποι παπαγάλοι του λένε:
"Καλημέρα σας, κύριε Καθηγητά"!
Ένας ψυχίατρος επισκέφθηκε ένα Ινστιτούτο Ψυχικών Νοσημάτων (λέγε με τρελάδικο) και ρώτησε έναν ασθενή:
"Πώς έφτασες εδώ; Ποια ήταν η αιτία της αρρώστιας σου;"
Ο ασθενής του απάντησε:
"Λοιπόν, όλα άρχισαν από τότε που παντρεύτηκα και ξέρω τώρα ότι δεν έπρεπε να το κάνω. Ήταν λάθος μου. Παντρεύτηκα μια χήρα που είχε μια
Μεγάλη κόρη η οποία έγινε θετή μου κόρη. Ο πατέρας μου ήρθε να με επισκεφθεί και ερωτεύτηκε την κόρη μου και την παντρεύτηκε. Έτσι, η κόρη
Μου έγινε μητριά μου. Σύντομα, η γυναίκα μου γέννησε έναν γιο, ο οποίος ήταν φυσικά γαμπρός του πατέρα μου αφού ήταν αδελφός της κόρης μου η οποία είναι γυναίκα του πατέρα μου. Έτσι, όπως σου είπα, όταν η κόρη μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου, έγινε μητριά μου. Τώρα, από την στιγμή που ο γιος μου είναι αδελφός με την μητριά μου, έγινε αυτόματα θείος μου. Όπως καταλαβαίνεις, η γυναίκα μου είναι γιαγιά μου αφού είναι μητέρα της μητριάς μου. Θυμήσου επίσης, ότι είμαι ο εγγονός της γυναίκας μου. Αλλά έχει κι άλλο. Βλέπεις, από την στιγμή που παντρεύτηκα την γιαγιά μου, δεν είμαι μόνο εγγονός της και σύζυγός της, αλλά είμαι επίσης και δικός μου παππούς. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί κατέληξα εδώ, σε αυτό το μέρος;"
Ο Κωστίκας αποφάσισε μαζί με την γυναίκα του να πάνε διακοπές σε κάποιο νησί.
Μετά από μια εβδομάδα παραμονής η γυναίκα του τα φτιάχνει με τον γιατρό του νησιού. Το μαθαίνει ο Κωστίκας και γίνεται χαμός με την γυναίκα του. Η γυναίκα του τρέχει κατευθείαν στο γιατρό και του λέει πως το έμαθε ο άντρας της. Ο γιατρός της λέει ότι είναι βλάκας και να μη φοβάται. Έτσι της λέει:
- Κοίτα τι θα κάνεις αύριο που θα πας στην παραλία και μπεις στο νερό θα πεις βοήθεια βοήθεια μπήκε ένα καβούρι στο μ... Ι μου και μετά θα πεις ότι θα πρέπει να πάμε στον γιατρό. Έτσι και έγινε. Την επόμενη μέρα ο Κωστίκας παίρνει την γυναίκα του και τρέχουν στον γιατρό και του λένε πως έγινε. Ο γιατρός τότε λέει στον Κωστίκα:
- Κοίτα να δεις... Θα κάτσεις να γαμήσεις την γυναίκα σου και μόλις αισθανθείς να σε δαγκώνει ο κάβουρας θα τραβηχτείς.
- Μα τι λες γιατρέ θα μου τον κόψει. Ας το κάνει άλλος. Ο γιατρός του λέει ότι θα το κάνει αυτός. Βάζει από κάτω την γυναίκα του Κωστίκα και αρχίζει. Περνά μισή ώρα και ο Κωστίκας ρωτάει αν τσιμπάει.
- Όχι ακόμα, απαντά ο γιατρός.
Περνάει μια ώρα και ρωτάει ο Κωστίκας αν τσιμπάει ξανά.
- Όχι ακόμα απαντά ο γιατρός.
Περνάνε δυο ώρες και ρωτάει ο Κωστίκας αν τσιμπάει ξανά.
Ρε γιατρέ δεν χύνεις τουλάχιστον να τον πνίξουμε;