φρέσκα ανέκδοτα

Μία ομάδα από άντρες κάθονται στη σάουνα και συζητούν για δουλειές και μετοχές όταν ξαφνικά χτυπάει ένα κινητό.
"Γεια σου μωρό μου, είσαι στο κλαμπ;"
"Ναι καλή μου."
"Αγάπη μου δε θα το πιστέψεις αλλά είμαι μπροστά στου YSL και υπάρχει ένα πανέμορφο μινκ προσφορά στη βιτρίνα."
"Πόσο κάνει καλή μου;"
"Το σκοτώνουν. Μόνο 2.000.000. Το πιστεύεις;"
"Μα δεν έχεις ήδη πολλά παλτά;"
"Σε παρακαλώ αγάπη μου, είναι μοναδικό!"
"Καλά, καλά, πάρ το!"
"Σ ευχαριστώ καρδιά μου. Α, για να μη σε κρατώ πολύ", πέρασα από τη Mercedes το πρωί και είδα το νέο κάμπριο. Πέθανα! Μίλησα στον πωλητή και αυτό που έχει στην έκθεση είναι ολοκαίνουργιο, με δερμάτινα καθίσματα, υδραυλικά, ηλεκτρικά, τα πάντα. Χρώμα χρυσό! Τι λες;"
"Έλα τώρα γλυκιά μου, έχουμε ήδη πολλά αυτοκίνητα!"
"Μα μου είχες υποσχεθεί ότι μπορώ να πάρω ένα κάμπριο!"
"Πόσο κάνει;"
"Δε θα το πιστέψεις, αλλά ο πωλητής είπε ότι θα μας το αφήσει μόνο 35.000.000, full extra, κομπλέ, με το κλειδί στο χέρι!"
"Καλά, καλά, άντε πάρ το!"
"Μωρό μου σε λατρεύω. Είσαι ο καλύτερος σύζυγος που θα μπορούσε να έχει μια γυναίκα. Ελπίζω να μην το παρακάνω αλλά θυμάσαι το ταξίδι που είχαμε κάνει στο Παρίσι; Θυμάσαι το ξενοδοχείο με την πισίνα και τα γήπεδα του τένις; Πουλιέται.
Το είδα το πρωί στο μεσιτικό γραφείο. Αν το αγοράζαμε θα είχαμε το τέλειο μέρος να μείνουμε τους κρύους μήνες του Χειμώνα!"
"Να σου πω, το είχα σκεφτεί κι εγώ. Πουλιέται είπες;"
"Αλήθεια; Το είχες σκεφτεί; Να πάω να κάνω μια προσφορά;
Ξέρεις, δεν είναι πολύ ακριβό και θα ταίριαζε στον τρόπο ζωής μας!"
"Πόσο το έχουν;"
"Μόνο 180.000.000 αγάπη μου. Είναι ευκαιρία!"
"Νομίζω έχουμε λεφτά στην άκρη. Πήγαινε και κάνε μια προσφορά αλλά με τίποτα πάνω από 165.000.000."
"Τελικά η σημερινή μέρα είναι καταπληκτική! Δε βλέπω την ώρα να σε πετύχω το βράδυ στο σπίτι για να το γιορτάσουμε!"
"Τα λέμε το βράδυ καλή μου."
Ο τύπος κλείνει το κινητό και ρωτά δυνατά:
"Ρε σεισ! Ποιανου ειναι αυτο εδω το κινητο;"
Κάποτε συναντήθηκαν 3 ιερείς, ένας χριστιανός ορθόδοξος, ένας μουσουλμάνος και ένας καθολικός, όπου συζητούσαν για τον τρόπο που μοιράζουν τα λεφτά της εκκλησίας.
Αρχίζει πρώτος ο καθολικός και λέει:
- Εμείς οι καθολικοί, απλώνουμε ένα κόκκινο μακρί χαλί, τραβάμε μια γραμμή κάπου σε αυτό, και σκορπίζουμε το κουτί με τα λεφτά της εκκλησίας πάνω του.
Όσα λεφτα περάσουν την γραμμή είναι του Θεού τα υπόλοιπα δικά μας! Μετά λέει και ο μουσουλμάνος τι κάνουν με τα λεφτά:
- Εμείς πηγαίνουμε σε ένα χωράφι, ανοίγουμε μια τρύπα χάμω και ρίχνουμε τα λεφτά απο το κουτί στο χώρο γύρο απο την τρύπα, όσα μπούνε στην τρύπα είναι του Θεού, τα υπόλοιπα δικά μας!
Μετά έρχεται και και η σειρά του χριστιανού ιερέα:
- Εμείς πηγαίνουμε σε ένα ανοιχτό μέρος, παίρνουμε το κουτί με τα λεφτά και τα ρίχνουμε ψηλά στον αέρα. Όσα προλάβει να πιάσει ο Θεός είναι δικά του, τα υπόλοιπα δικά μας!
Μια μέρα καθόταν στην ...
Μία μέρα καθόταν στην αυλή ο παππούς μαζί με τον εξάχρονο εγγονό του και χαζεύανε. Κάποια στιγμή ο παππούς βγάζει ένα μπουκάλι κρασί και τραβάει μία γουλιά. Βλέποντας αυτό ο πιτσιρικάς του λέει:
- Παππού, μου δίνεις και μένα μία γουλιά;
- Δε μου λες μικρέ! Αν τραβήξεις το πουλί σου μπορεί να φτάσει στον κώλο σου;
- Όχι, απαντά ο μικρός.
- Τότε είσαι πολύ μικρός για να πιεις κρασί.
Λίγο αργότερα ο παππούς βγάζει ένα πούρο και αρχίζει να καπνίζει.
- Παππού, μου δίνεις και μένα ένα τσιγάρο; ρωτάει ο μικρός.
- Δε μου λες μικρέ! Αν τραβήξεις το πουλί σου μπορεί να φτάσει στον κώλο σου;
- Όχι, απαντά ο μικρός.
- Τότε είσαι πολύ μικρός για να καπνίσεις τσιγάρο.
Απογοητευμένος ο εγγονός μπαίνει μέσα στο σπίτι και σε λίγο βγαίνει κρατώντας ένα ποτήρι γάλα και κουλουράκια.
- Μικρέ μου δίνεις ένα κουλουράκι; ρωτάει ο παππούς.
Και ο μικρός απαντά:
- Δε μου λες παππού! Αν τραβήξεις το πουλί σου μπορεί να φτάσει στον κώλο σου;
- Ναι, βέβαια! λέει ο παππούς.
- Τότε άντε και γαμ**ου γιατί η γιαγιά μου είπε ότι τα κουλουράκια είναι μόνο για μένα.
Η οικογένεια του Νώντα του τσιγγάνου μένει με άλλες πολλές οικογένειες στον καταυλισμό, έξω από την πόλη.
Απαρτίζεται από τρία άτομα, αυτόν τη γυναίκα του και τον γιό του, όμως έχουν στενές σχέσεις και με την πεθερά του που χήρεψε πρόσφατα, την κουνιάδα του και μια μακρινή τους ξαδέλφη που είναι μόνη και γιA αυτό κάθεται με την πεθερά του και την κουνιάδα του. Τα τσαντίρια τους δεν απέχουν πολύ το ένα από το άλλο.
Εργατικός άνθρωπος ο Νώντας γυρίζει με το φορτηγάκι του όλη μέρα στις λαϊκές και στις γειτονιές να πουλήσει λαχανικά και φρούτα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Ο γιός του τον βοηθάει όσο μπορεί γιατί ακόμη είναι μικρός,
Γύρω στα έντεκα. Έτσι ο Νώντας παλεύει ολομόναχος, κουράζεται και ευτυχώς που έχει και τη μαϊμού του να του κρατάει παρέα τις δύσκολες ώρες της δουλειάς. Την έβαζε και καθόταν σε μιαν άκρη της καρότσας κι επέβλεπε τα πάντα όταν αυτός ζύγιζε. Έτσι κι έκανε κάποιος ν αγγίξει ένα φρούτο, τσίριζε και χοροπηδούσε σαν τρελή. Παρόλα αυτά όμως, η γυναίκα του δεν ήταν ευχαριστημένη και καθημερινά του γκρίνιαζε ότι την παραμελούσε κι ότι δεν την ήθελε πια ερωτικά . Του κάκου αυτός της ορκιζόταν πως δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο αλλά ήταν απλώς η κούραση που
Του αφαιρούσε το κέφι. Είδε κι αποείδε, λοιπόν, μια μέρα λέει
Στο γιο του:
"Έλα δω, βρε αγόρι μου... Τον ξέρεις αυτόν τον
Φαρμακοποιό στην πόλη, που πήγαινε ο παππούς πριν πεθάνει;"
"Τον ξέρω, πατέρα, γιατί;"
" Να, θέλω να πας και να του πεις να
Σου δώσει από αυτές τις κάψουλες που έδινε στον παππού. Πες πώς
Λεγόμαστε και θα μας θυμηθεί, μας ξέρει. Πες του ότι είναι για τον πατέρα μου τώρα και μη ξεχάσεις να ρωτήσεις πόσες θα παίρνω." Συμφώνησε ο μικρός, πάει στον φαρμακοποιό, του δίνει αυτός ολόκληρο σακούλι κάψουλες ( για ξόδεμα τις είχε) και
Όταν ο μικρός τον ρώτησε πώς θα τις παίρνει ο πατέρας του, αυτός του είπε:
"Μία κάθε τρεις.. το θυμάσαι; Είπαμε, κάθε τρεις μία.."
Το λεγε και το ξανάλεγε στο δρόμο ο μικρός για να μην το ξεχάσει:
"Τρεις.. μία... Τρεις... Μία..."
Ώσπου στο τέλος φυσικά και μπερδεύτηκε και είπε στον πατέρα του:
"Τρεις (κάψουλες) κάθε
Μία (μέρα)...
Πέρασε κάμποσος καιρός. Μια μέρα συνάντησε ο φαρμακοποιός
Τον μικρό τυχαία στο δρόμο. "Τί έγινε μικρέ; Τί κάνει ο πατέρας
Σου;" τον ρωτάει. "Μωρέ, ο πατέρας μου είναι μια χαρά, εμάς τους
Άλλους μας πήρε και μας σήκωσε..."
"Γιατί, παιδί μου; Τί πάθατε;"
"Τί άλλο να παθαίναμε! Πέθανε η μάνα μου, πέθανε η γιαγιά μου,
Πέθανε η θεία μου, πέθανε η ξαδέλφη τους, εγώ δεν μπορώ να κάτσω
Στην καρέκλα κι η μαϊμού δεν κατεβαίνει από το δέντρο..."