φρέσκα ανέκδοτα

Βρίσκονται τρεις μεγαλόσωμοι σκύλοι στο κτηνιατρείο και συζητούν τα παθήματά τους. Ρωτάει ο ένας τον άλλον για ποιόν λόγο βρίσκονται εκεί.
Απαντάει ο πρώτος. Εγώ που λέτε ρε παιδιά ήμουν ήσυχος. Αλλά ξαφνικά εκεί που πήγαινα βόλτα με το αφεντικό μου κάποιος μου πάτησε την ουρά και από τα νεύρα μου άρχισα να δαγκώνω τον κόσμο. Γέμισε ο τόπος αίματα. Μετά από το επεισόδιο με φέρανε εδώ να μου κάνουνε ευθανασία.
Απαντάει ο δεύτερος σκύλος. Εγώ που λέτε ήμουνα καλός φύλακας. Αλλά μια ημέρα μπαίνει στο σπίτι μια γειτόνισσα του αφεντικού μου που εγώ δεν την ήξερα και την πέρασα για κλέφτη. Της ορμάω, της δαγκώνω το πόδι, ούρλιαζε αυτή, γέμισε ο τόπος αίματα. Μετά από αυτό με φέρανε εδώ να μου κάνουνε ευθανασία.
Απαντάει και ο τρίτος της παρέας. Εγώ που λέτε καθόμουνα στο σπίτι ήσυχος και η γυναίκα του αφεντικού μου ήταν στο μπάνιο. Μόλις βγήκε από το μπάνιο με το μπουρνούζι ήρθε να με χαϊδέψει. Εγώ βάζω το κεφάλι μου ανάμεσα στα πόδια της και αρχίζω να την γλείφω. Της φεύγει και το μπουρνούζι και χωρίς
Να το καταλάβω πέφτω από πάνω της και έγινε το έλα να δεις. Όπως ήταν αυτή στα τέσσερα και εγώ από πάνω, με τα νύχια μου της έγδαρα την πλάτη που γέμισε αίματα.
- Σώπα ρε δικέ μου του λένε οι άλλοι δύο σκύλοι. Και σε φέρανε για ευθανασία και σένα ε;
- Όχι ρε παιδιά. Για μανικιούρ-πεντικιούρ!
Μία μέρα καθώς η Μαρία καθάριζε κάτω από το κρεβάτι βρήκε ένα μικρό κουτί. Περίεργη το άνοιξε και βρήκε 3 αυγά και 10.000 ευρώ.
Λίγο καχύποπτη ρωτάει τον άνδρα της, με τον οποίο ήτανε 25 χρόνια παντρεμένοι, για το κουτί.
- Α, αυτό, λέει ο άνδρας της. Κάθε φορά που σε κεράτωνα έβαζα ένα αυγό στο κουτί.
Η Μαρία στεναχωρήθηκε, αλλά σκέφτηκε ότι 3 απιστίες σε 25 χρόνια γάμου δεν ήταν και τόσο πολύ.
- Και τι είναι τα 10.000 ευρώ, ρωτάει ξανά.
- Α, κάθε φορά που μάζευα 12 αυγά, τα πούλαγα!
Μπαίνει έξαλλος ένας καουμπόης μέσα στο μπαρ και φωνάζει στον μπάρμαν:
- «Με λένε Jimmy και θέλω να μάθω ποιος έβαψε το άλογο μου ροζ!»
Ο μπάρμαν του λέει:
- «Δεν ξέρω τι να σου πω μισό λεπτό να ρωτήσω.»
Σταμάτα τον πιανίστα με ένα νεύμα και ρωτάει στους θαμώνες.
Σηκώνεται ένας τεράστιος καουμπόης και λέει:
- «Εγώ, τρέχει τίποτα;»
Έντρομος ο Jimmy του λέει:
- «Όχι ρε Φίλε... Όχι απλά στέγνωσε το πρώτο χέρι και θέλω να ξέρω σε πόση ώρα θα κάνεις το δεύτερο χέρι.»